Καστρολογοσ

Κάστρα της Ελλάδας
 

Βλοχός, Δήμος Παλαμά, Νομός Καρδίτσας,Θεσσαλία

Ακρόπολη Βλοχού

  
★ ★ ★ ★ ★
 <  494 / 1222  > 
  • Φωτογραφιες
  • Δορυφορικη
  •   Χαρτης  
  •  Κατοψη 
  •   Βιντεο  


Τοποθεσία:
Στον λόφο Στρογγυλοβούνι πάνω από το χωριό Βλοχός, 4 χιλιόμετρα βόρεια από τον Παλαμά Καρδίτσας.
Περιφέρεια > Νομός: Greek Map
Θεσσαλία
Ν.Καρδίτσας
Δήμος > Πόλη ή Χωριό:
Δ.Παλαμά
• Βλοχός
Υψόμετρο:
Υψόμετρο ≈ 310 m 
(Σχετικό ϋψος ≈215 m)
Χρόνος Κατασκευής  Προέλευση
Διάφορες περίοδοι  
ΑΡΧΑΙΟ
H 
Τύπος Κάστρου  Κατάσταση
Ερείπια Κάστρου  
Ερειπιο
 
 
 
 
 
 
 

Εκτεταμένα ερείπια οχυρώσεων, από διάφορες εποχές, στον λόφο «Στρογγυλοβούνι», λίγο έξω από το χωριό Βλοχός, προς νότον, και 4 χιλιόμετρα βόρεια από τον Παλαμά Καρδίτσας.
Το σημείο βρίσκεται δίπλα στον ποταμό Ενιπέα και κοντά στα σύνορα των νομών Τρικάλων και Καρδίτσας.


Ιστορία

Στον λόφο υπάρχουν πολλά κατάλοιπα οχυρώσεων που ανήκουν σε διαφορετικές εποχές. Η θέση κατοικήθηκε και οχυρώθηκε από την Αρχαιότητα μέχρι την Πρωτοβυζαντινή Περίοδο.

Από την αρχαιολογική έρευνα προέκυψε ότι επάνω στον λόφο, παρά το μεγάλο μέγεθος της οχύρωσης δεν υπήρχε οικισμός. Ο οικισμός (δηλαδή η αρχαία πόλη) βρισκόταν στους νότιους πρόποδες του λόφου, σε πεδινή έκταση με την ονομασία «Πάτωμα», όπου βρέθηκαν από τη δεκαετία του 1960 επιγραφές και όπου στις πρόσφατες έρευνες (2016–2018) εντοπίσθηκαν επιχωματωμένα τείχη και κτίσματα.

Τα ερείπια στο Στογγυλοβούνι δεν έχουν ταυτισθεί με ακρίβεια με κάποια από τις πόλεις που υπήρχαν εκεί κατά την Αρχαιότητα (κατά την Κλασική και την Ελληνιστική Περίοδο). Παλαιότερα, η θέση ταυτιζόταν με την αρχαία Πειρασία, η οποία όμως πρόσφατα αποδείχθηκε ότι βρίσκεται στο σημερινό Ερμήτσι, περίπου 10 χλμ. νότια από τον Βλοχό. Μια άλλη πιθανή (αλλά όχι βέβαιη) ταύτιση είναι με το αρχαίο Φάκιον, που από αρχαίες πηγές αναφέρεται ότι βρισκόταν στην ευρύτερη περιοχή.

Τα αρχαιολογικά κατάλοιπα του Βλοχού επεσήμανε για πρώτη φορά ο Βρετανός περιηγητής William Leake, ο οποίος, πάντως, δεν επισκέφθηκε ο ίδιος τον λόφο. Ο πρώτος μελετητής που περιέγραψε τις αρχαιότητες του λόφου ήταν ο Δανός Johan Louis Ussing το 1847. Μετά τον Ussing, κανένας άλλος δεν ασχολήθηκε τα επόμενα 100 χρόνια.

Τη δεκαετία του 1960 πραγματοποιήθηκαν για πρώτη φορά ανασκαφικές έρευνες στον Βλοχό, όταν χρειάστηκε να γίνουν σωστικές ανασκαφές ενόψει της επέκτασης λατομείου στην πλαγιά του λόφου. Το 1964 ο λόφος και η γύρω περιοχή κηρύχθηκαν προστατευόμενος αρχαιολογικός χώρος και το λατομείο απομακρύνθηκε.
Αργότερα, συστηματικές έρευνες έγιναν από τον Γάλλο Jean–Claude Decourt τη δεκαετία του 1980.

Το 2016 ξεκίνησε ένα νέο πρόγραμμα ερευνών. Το πρόγραμμα VLAP (The Vlochos Archaeological Project) ήταν μια συνεργασία μεταξύ της Εφορείας Αρχαιοτήτων Καρδίτσας και του Σουηδικού Ινστιτούτου Αθηνών, με χρηματοδότηση από σουηδικούς φορείς. Η έρευνα αυτή ολοκληρώθηκε το 2018.

Από την αρχαιολογική έρευνα προέκυψε ότι στον Βλοχό εντοπίζονται 4 διαφορετικές περίοδοι κατοίκησης και αντίστοιχες οικοδομικές φάσεις που καλύπτουν περίπου 1200 χρόνια ιστορίας: από την Ύστερη Αρχαϊκή ή την Πρώιμη Κλασική έως την Πρώιμη Βυζαντινή περίοδο.
Στο τέλος αυτών των τεσσάρων φάσεων, ο λόφος σχεδόν εγκαταλείφθηκε. Δεν υπάρχουν ενδείξεις για κατοίκηση εκεί κατά τη Μεσοβυζαντινή περίοδο και αργότερα (δηλαδή από τον 6ο αιώνα και μετά).


Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Πρόκειται για μία ακρόπολη με ισχυρά τείχη, σχετικά διατηρημένα, που αναπτύσσονται τόσο στην κορυφογραμμή του λόφου όσο και στις πλαγιές του. Τα τείχη στον πεδινό χώρο, εκεί όπου βρισκόταν ο οικισμός, δεν είναι ορατά επιφανειακά, ωστόσο, όπως διαπιστώθηκε κατά τη γεωφυσική διασκόπηση, διατηρούνται σε μικρό βάθος κάτω από την επιφάνεια του εδάφους.


1η φάση – Αρχαϊκή Περίοδος

Στην κορυφή του λόφου υπάρχουν εκτεταμένα κατάλοιπα μιας μεγάλης οχύρωσης, η οποία πιθανότατα χρονολογείται στην Ύστερη Αρχαϊκή Περίοδο, περί το 500 π.Χ., με εντυπωσιακά τείχη που διατηρούνται ακόμα σε ύψος άνω των 2μ. Δύο μεγάλοι δρόμοι με αναλημματικό τοίχο συνδέουν αυτήν την οχύρωση με την πεδιάδα ανεβαίνοντας τις απόκρημνες πλαγιές με πορεία ζιγκ ζαγκ (φωτ.11).
Ο βόρειος δρόμος έχει πλάτος 5–6 μέτρα, πράγμα που σημαίνει πως δεν προοριζόταν μόνο για ανθρώπους αλλά και για ζώα και άμαξες. Το μήκος του είναι πάνω από 1 χιλιόμετρο. Αποσπασματικά κατάλοιπα ενός αντίστοιχου δρόμου διατηρούνται στην άλλη πλευρά του λόφου. Οι αρχαίοι αυτοί δρόμοι είναι μοναδικοί στην Ελλάδα και πιθανότατα χρονολογούνται στην Ύστερη Αρχαϊκή Περίοδο .
Πλησιάζοντας στην κορυφή του λόφου από τον δρόμο είναι ορατό στα αριστερά ένα τείχος με ακανόνιστη τοιχοδομία. Αποτελεί τμήμα της μεγάλης οχύρωσης στην κορυφή που κατασκευάστηκε επίσης την Ύστερη Αρχαϊκή περίοδο. Το τείχος είχε μήκος 1,3 χλμ., περικλείοντας μια έκταση άνω των 100 στρεμμάτων, και ήταν κτισμένο κυρίως με πλίνθους τοποθετημένους επάνω σε μεγάλων διαστάσεων λίθινα θεμέλια, τα οποία σώζονται σήμερα. Δεν υπάρχουν σχεδόν καθόλου κατάλοιπα κτιρίων εντός της οχύρωσης, γεγονός που σημαίνει ότι πιθανότατα δεν περιέκλειε κάποιον οικισμό.


2η φάση Ελληνιστική Περίοδος

Η αρχαϊκή οχύρωση καταστράφηκε εν μέρει τον 4ο αιώνα π.Χ., όταν ιδρύθηκε μια μεγάλη κλασική και ελληνιστική πόλη στην πεδινή έκταση νότια του λόφου. Στην κορυφή του λόφου δημιουργήθηκε μια πρόσθετη οχύρωση ως επέκταση της παλιότερης με επιμελημένη πολυγωνική τοιχοδομία.
Σήμερα σώζονται μόνο τα θεμέλια του ελληνιστικού τείχους το οποίο διαγράφει μια μεγάλη καμπύλη κατά μήκος της κορυφογραμμής, με 18 τετράγωνους πύργους τοποθετημένους ανά ίσα διαστήματα, σχηματίζοντας τη μεγαλύτερη αρχαία ακρόπολη της κεντρικής Ελλάδας (φωτ.1,3,4).
Αρχικά το τείχος περιέκλειε την πόλη που ήταν κτισμένη στους πρόποδες του λόφου, καθώς και τις πλαγιές και την ακρόπολη στην κορυφή, αλλά σήμερα σώζονται κατάλοιπα μόνο στις πλαγιές και την κορυφή.
Στα τέλη της Ελληνιστικής περιόδου, γύρω στο 200 π.Χ., το τείχος της πόλης έφτανε σχεδόν τα τρία χιλιόμετρα σε μήκος, περικλείοντας μια έκταση 480 στρεμμάτων. Το 7μ. ύψους τείχος και οι πολυάριθμοι πύργοι του έκαναν την οχυρωμένη πόλη πρέπει να ήταν ένα εντυπωσιακό θέαμα. Το μέρος των τειχών που κάλυπτε το πεδινό τμήμα, κάτω από τον λόφο, δεν σώζεται καθώς τα κατάλοιπά του καλύπτονται από μάζες διάβρωσης από το λόφο και λάσπη από τον κοντινό ποταμό Ενιπέα, αλλά μπορούν να διακριθούν με μεγάλη λεπτομέρεια μέσω γεωφυσικών διασκοπήσεων. Ανάμεσα στα θαμμένα κατάλοιπα υπάρχουν τμήματα δρόμων, πλατειών και σπιτιών, καθώς και των τειχών της πόλης με πάνω από 20 πύργους.
Αυτή η μεγάλη πόλη της Ελληνιστικής περιόδου – η ονομασία της οποίας παραμένει άγνωστη – εγκαταλείφθηκε κάποια στιγμή στις αρχές του 2ου αιώνα π.Χ., πιθανώς ως αποτέλεσμα του καταστροφικού Δεύτερου Μακεδονικού Πολέμου που έπληξε σοβαρά τη συγκεκριμένη περιοχή.

Κοντά στο ψηλότερο σημείο της κορυφής του λόφου υπάρχει ένα τετράγωνο κοίλωμα με πεσμένους λίθους. Πρόκειται για τα κατάλοιπα μιας μεγάλης δεξαμενής, η οποία βρισκόταν στην αυλή μιας μεγάλης απομονωμένης οικίας της Κλασικής–Ελληνιστικής περιόδου. Κτίρια τέτοιου τύπου απαντούν συνήθως σε πόλεις, αλλά αυτή η οικία στέκει μόνη της στην κορυφή του λόφου. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να ανήκε σε κάποιον άρχοντα της πόλης ή ενδεχομένως στον φρούραρχο του κάστρου.


3η φάση – Ρωμαϊκή Περίοδος

Η γεωφυσική έρευνα απέδωσε ισχυρές ενδείξεις για έναν τρίτο αστικό οικισμό στην πεδινή έκταση νότια του λόφου, για τον οποίο η χρήση μαγνητόμετρου μαρτυρά ότι πρόκειται για μια ύστερη ρωμαϊκή πόλη. Ήταν πολύ μικρότερη από την κλασική-ελληνιστική προκάτοχό της και προστατευόταν από ένα ενισχυμένο οχυρωματικό περίβολο. Το πότε ακριβώς αυτή η πόλη ιδρύθηκε και το πότε εγκαταλείφθηκε είναι άγνωστο προς το παρόν.


4η φάση – Πρωτοβυζαντινή Περίοδος

Η τέταρτη και τελευταία φάση εγκατάστασης στο Στρογγυλοβούνι, αποτελείται από τα κατάλοιπα ενός οχυρωμένου βυζαντινού οικισμού, στις νότιες πλαγιές του λόφου. Τα περισσότερα σπίτια και άλλα κτίρια έχουν καταστραφεί λόγω διάβρωσης και κατολισθήσεων, αλλά μεγάλα τμήματα των βυζαντινών οχυρωματικών τειχών έχουν διατηρηθεί. Τα πρωτοβυζαντινά αυτά τείχη προέκυψαν σε μεγάλο βαθμό μετά από επισκευές και τροποποιήσεις των υπαρχόντων ελληνιστικών τειχών. Ίσως αυτές οι επισκευές να έγιναν στα χρόνια του Ιουστινιανού, περί τα μέσα του 6ου αιώνα. Οι βυζαντινές προσθήκες στα τείχη ήταν με μικρότερους λίθους συνδεδεμένους με κονίαμα, ενώ δύο πύργοι είχαν προστεθεί στη γραμμή του τείχους για την περαιτέρω ενίσχυσή του. Από το τείχος στους πρόποδες του λόφου, πάνω ακριβώς από το σύγχρονο λατομείο, έχουν αφαιρεθεί εντελώς οι λίθοι, αλλά στην αρχική του μορφή έστριβε προς τα δυτικά και συνέχιζε κατά μήκος της πλαγιάς. Κάποια τμήματα αυτών των τειχών σώζονται μέχρι το ύψος των 3 μέτρων..

Ο οικισμός

Κάτω από τον λόφο, στους νότιους πρόποδες, βρίσκεται η θέση «Πάτωμα», μια μεγάλη πεδινή έκταση, ακαλλιέργητη σήμερα, όπου στην αρχαιότητα βρισκόταν ο κυρίως οικισμός με το δικό του ισχυρό τείχος. Σήμερα τίποτα δεν είναι ορατό. Το μόνο κτίσμα σήμερα εδώ είναι το ξωκκλήσι του Αγίου Μοδέστου, χτισμένο τη δεκαετία του 1960.
Όπως προαναφέρθηκε, Θαμμένα όχι πολύ βαθιά στο έδαφος βρίσκονται τα κατάλοιπα παλιών οικισμών που ανήκουν σε διάφορες χρονολογικές φάσεις και περιλαμβάνουν μια κλασική–ελληνιστική πόλη, μια ρωμαϊκή πολίχνη και έναν οχυρωμένο οικισμό της Πρώιμης Βυζαντινής περιόδου.
Σχεδόν τίποτα δεν είναι ορατό σήμερα από τον οικισμό, ωστόσο η γεωφυσική διασκόπηση και οι αεροφωτογραφίες αποκαλύπτουν ένα πυκνό δίκτυο κτιρίων, τειχών, δρόμων και πλατειών, που καλύπτουν μια μεγάλη έκταση.



Πηγές




Τα δικά σας σχόλια:

Δεν υπάρχουν σχόλια


Στείλτε σχόλιο, παρατήρηση, πληροφορία:

Η απευθείας υποβολή σχολίων μέσα από την ιστοσελίδα έχει απενεργοποιηθεί. Αν θέλετε να στείλετε κάποιο σχόλιο, χρησιμοποιήστε τη φόρμα επικοινωνίας.

Αν το επιθυμείτε, το μήνυμα που θα στείλετε με αυτόν τον τρόπο θα δημοσιευθεί στα σχόλια αυτής της σελίδας.




Πρόσβαση
Είσοδος:
Ελεύθερη πρόσβαση


Γειτονικά Κάστρα
Κάστρο Αγρελιάς
Κάστρο Δαμασίου
Οχυρό Γριζάνου
Κάστρο Γριζάνου
Κάστρο Κλοκοτού
Πελινναίον