Καστρολογοσ

Κάστρα της Ελλάδας
 

Λάρισα, Δήμος Λάρισας, Νομός Λάρισας,Θεσσαλία

Βυζαντινή οχύρωση Λάρισας

  
★ ★ ★ ★ ★
 <  506 / 1222  > 
  • Φωτογραφιες
  • Δορυφορικη
  •   Χαρτης  
  •  Κατοψη 


Τοποθεσία:
Στο κέντρο της Λάρισας, σε τέσσερα διαφορετικά σημεία.
Περιφέρεια > Νομός: Greek Map
Θεσσαλία
Ν.Λάρισας
Δήμος > Πόλη ή Χωριό:
Δ.Λάρισας
• Λάρισα
Υψόμετρο:
Υψόμετρο ≈ 78 m 
(Σχετικό ϋψος ≈0 m)
Χρόνος Κατασκευής  Προέλευση
αρχές 6ου αι.  
ΠΡΩΤΟ-ΒΥΖΑΝΤΙΝΟ
H 
Τύπος Κάστρου  Κατάσταση
Ερείπια Κάστρου  
Ερειπιο
 
 
 
 
 
 
 

Σε όλη τη Βυζαντινή Περίοδο, στη Λάρισα υπήρχε ισχυρό κάστρο, το οποίο μάλλον προϋπήρχε από τη Ρωμαϊκή και την Ελληνιστική Περίοδο. Το κάστρο περιέκλειε τη βυζαντινή πόλη που απλωνόταν σε έναν χαμηλό και ομαλό λόφο καταλαμβάνοντας ένα μικρό μέρος της σημερινής πόλης.
Η ακρόπολη του κάστρου και το ψηλότερο σημείο του (αν και με μικρή υψομετρική διαφορά) βρισκόταν στην τοποθεσία που σήμερα ονομάζεται «Φρούριο».

Σήμερα στη Λάρισα δεν υπάρχει κάστρο. Υπάρχουν μόνο ελάχιστα απομεινάρια του σε 4 διαφορετικά σημεία μέσα στην πόλη, σε σχετικά μικρή απόσταση μεταξύ τους.

Τα 4 σημεία με τα υπολείμματα της βυζαντινής οχύρωσης της Λάρισας:

Α. Τμήμα τείχους και θεμέλια τετράγωνου πύργου σε περίοπτο σημείο στην Πλατεία Αγαμέμνονα Μπλάνα (παλιότερα «Πλατεία Λαού» - φωτο 1-6).
Θέση: 39°38'21.4"N 22°25'08.8"E

Β. Μικρό τμήμα τείχους και θεμέλια 2 τετράγωνων πύργων κάτω από τη ράμπα εισόδου οικοδομής στην οδό Παπαναστασίου 52 (φωτο 7-10), 360μ. νοτιοδυτικά από την πλατεία Λαού.
Θέση: 39°38'17.7"N 22°24'54.4"E

Γ. Μικρό τμήμα τείχους και θεμέλια τετράγωνου πύργου στο υπόγειο πολυκατοικίας στην οδό Λαπιθών 18, 150μ. βόρεια από την πλατεία Λαού.
Θέση: 39°38'26.4"N 22°25'05.8"E

Δ Τμήμα ρωμαϊκής οδού και πρωτοβυζαντινού προτειχίσματος κοντά στη συμβολή των οδών Δήμητρας και Νίκης, 300μ. ΒΔ από την Πλατεία Λαού (φωτο 11-13).
Θέση: 39°38'30.2"N 22°25'05.5"E

(Για τις θέσεις των 4 αυτών σημείων βλ. την ΚΑΤΟΨΗ πιο πάνω.)

Είναι αυτονόητο πως αυτές οι 4 θέσεις ήταν μέρη μιας ενιαίας οχύρωσης που περιέκλειε την πόλη χαμηλά στον λόφο. Σημειωτέον ότι στο ψηλότερο σημείο του κάστρου, στο λεγόμενο «Φρούριο της Λάρισας», εκεί όπου υποθέτουμε ότι ήταν η ακρόπολη, δεν υπάρχουν ίχνη της βυζαντινής οχύρωσης παρόλο που υπάρχουν ερείπια από άλλες αρχαιότητες. Εκεί υπάρχει και το γνωστό Μπεζεστένι που παρουσιάζεται σε ξεχωριστή σελίδα στον Καστρολόγο, αν και δεν υπήρξε κανονικό κάστρο.

Ενδεχομένως να υπάρχουν και άλλα σημεία μέσα στη Λάρισα με σωζόμενα ίχνη της βυζαντινής οχύρωσης, τα οποία προς το παρόν μάς είναι άγνωστα.


Ιστορία

Στο μεσαιωνικό παρελθόν της Λάρισας καταγράφονται, μεταξύ άλλων, 2 πολιορκίες από ισχυρούς στρατούς (βλ. παρακάτω) κατά τις οποίες το κάστρο άντεξε για πολύ καιρό. Από αυτό βγάζουμε το συμπέρασμα ότι πρέπει να ήταν «ισχυρό», όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, παρόλο που η θέση δεν παρείχε κανένα φυσικό αμυντικό πλεονέκτημα. Ήταν ένα πεδινό κάστρο –σχεδόν επίπεδο– με πολύ περιορισμένη φυσική προστασία, άρα υποθέτουμε ότι έπρεπε να είχε καλή οχύρωση για να αντισταθμιστεί η εύκολη πρόσβαση.
Πέρα από αυτές τις ενδείξεις, δεν έχουμε περισσότερες πληροφορίες για το μέγεθός τού κάστρου και την τεχνοτροπία κατασκευής του.

Σημειωτέον ότι η πελασγική ονομασία «Λάρισα» παραπέμπει σε ακρόπολη (λ.χ. την ίδια ονομασία είχε και το κάστρο του Άργους). Αυτό μπορεί να σημαίνει ότι σε κάποια προκλασική εποχή υπήρχε κάστρο στη Λάρισα, αλλά μπορεί να πρόκειται και για ευφημισμό, καθώς είναι δύσκολο να φανταστούμε πελασγική ακρόπολη σε τόσο ευπρόσβλητο σημείο.

Σύμφωνα με ενδείξεις από τα ελάχιστα σωζόμενα τμήματα της οχύρωσης, στη Λάρισα υπήρχε ένα Ρωμαϊκό ή Πρωτοχριστιανικό τείχος (του 3ου ή 4ου μ.Χ. αιώνα, ίσως) που κάποια στιγμή πριν τον 6ο αιώνα καταστράφηκε. Εικάζεται ότι η καταστροφή αυτού του παλιότερου τείχους επήλθε το 482 μ.Χ., όταν ένας στρατός Οστρογότθων υπό τον Θεοδώριχο τον Μέγα κατέλαβε και δήωσε την πόλη.

Ο βυζαντινός ιστορικός Προκόπιος στο Περί Κτισμάτων έργο του περιλαμβάνει τη Λάρισα στα κάστρα που απέκτησαν τείχη ισχυρότατα επί Ιουστινιανού. Την εποχή εκείνη, κατά τον Προκόπιο, η πόλη βρισκόταν σε πλούσια και ευδαίμονα περιοχή, αλλά ήταν πρακτικά ατείχιστη.
Το σχετικό απόσπασμα στο Περί Κτισμάτων έχει ως εξής:

ἐπεὶ οὐδαμῆ τῶν ταύτῃ χωρίων ὀχύρωμα ἦν, ὅπη ἂν καταφυγόντες σωθήσονται. ἀλλὰ καὶ Λάρισσαν καὶ Καισάρειαν, πεπονηκότων σφίσιν ὑπεράγαν τῶν ἐρυμάτων, σχεδόν τι ἀτειχίστους εἶναι ξυνέβαινε. βασιλεὺς δὲ Ἰουστινιανὸς ἄμφω τείχη ἰσχυρότατα ποιησάμενος γνησίᾳ τὴν χώραν εὐδαιμονίᾳ ξυνῴκισεν.

Δηλαδή η βυζαντινή οχύρωση της Λάρισας δημιουργήθηκε επί Ιουστινιανού στις αρχές του 6ου αιώνα. Τους επόμενους αιώνες πρέπει να δέχθηκε επισκευές και τροποποιήσεις, αλλά δεν έχουμε καμιά συγκεκριμένη πληροφορία επ’ αυτού.

Από την εποχή του Διοκλητιανού (τέλος 3ου αιώνα) και τουλάχιστον μέχρι και το τέλος του 6ου αιώνα, η Λάρισα ήταν πρωτεύουσα της επαρχίας Θεσσαλίας, που περιλάμβανε, εκτός από τη σημερινή Θεσσαλία, και μεγάλο μέρος της σημερινής Στερεάς Ελλάδας.

Το 324 στη Λάρισα ιδρύθηκε επισκοπή με πρώτο επίσκοπο τον Άγιο Αχίλλιο τον Καππαδόκη, ο οποίος έλαβε μέρος και στην Α' Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 325 μ.Χ. Δυο αιώνες αργότερα, το 531, μετά από τοπική σύνοδο των θεσσαλικών επισκοπών, η Λάρισα ανυψώθηκε σε Μητρόπολη (ίσως δεν είναι συμπτωματικό ότι την ίδια περίπου εποχή η πόλη τειχίστηκε).

Από εκεί και πέρα όμως η Λάρισα χάνεται από τις πηγές. Δεν είναι γνωστή η ιστορία της για τους επόμενους αιώνες. Είναι προφανές ότι οι επιδρομές Αβάρων και Σλάβων που άρχισαν τη δεκαετία του 580 και η επακόλουθη εγκατάσταση των Σλάβων, που κατέκλυσαν την άλλοτε ρωμαϊκή επαρχία Θεσσαλίας, υπήρξε καταλυτική.

Περί το 690, δημιουργήθηκε μια νέα βυζαντινή διοικητική διαίρεση στην περιοχή, το Θέμα Ελλάδος. Η πρωτεύουσά του ήταν μάλλον η Θήβα, ενώ η άλλοτε πρωτεύουσα της επαρχίας, η Λάρισα, φαίνεται ότι δεν ελήφθη υπόψη ως διοικητικό κέντρο.

Η Λάρισα ξανακούστηκε τη δεκαετία του 980, όταν ο Βούλγαρος τσάρος Σαμουήλ, που είχε προσεταιριστεί τους Σλάβους της Θεσσαλίας, προσπάθησε να την καταλάβει, αλλά δεν μπόρεσε, και την απέκλεισε επί 3 χρόνια εμποδίζοντας τον εφοδιασμό της πόλης και την καλλιέργεια των χωραφιών στον κάμπο. Η Λάρισα ήταν σε καθεστώς πολιορκίας επί σειρά ετών έχοντας οργανώσει πολύ καλά την άμυνά της. Τελικά το 986 οι κάτοικοι υπέκυψαν λόγω πείνας και παρέδωσαν την πόλη. Οι Βούλγαροι μετέφεραν το λείψανο του Αγίου Αχιλλίου από τη Λάρισα σε ναό που χτίστηκε στη Μικρή Πρέσπα, ενώ ο πληθυσμός αναγκάστηκε να μετοικήσει στη σημερινή Βουλγαρία (απ’ όπου λίγα χρόνια μετά επέστρεψε).

Άλλη μια μεγάλη πολιορκία υπέστη η Λάρισα 100 χρόνια μετά, το 1083, από τους Νορμανδούς. Οι Νορμανδοί υπό τον Βοημούνδο (που αργότερα ήταν από τους αρχηγούς της Α’ Σταυροφορίας) είχαν καταλάβει εύκολα κάποιες άλλες πόλεις της Βόρειας Ελλάδας αλλά δυσκολεύτηκαν πολύ στη Λάρισα, την οποία πολιορκούσαν επί 6 μήνες χωρίς αποτέλεσμα. Σε εκείνη την περίσταση η πόλη γλύτωσε, καθώς επενέβη ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Αλέξιος Α’ Κομνηνός που με ένα ευφυές στρατήγημα παρέσυρε τους Νορμανδούς σε ενέδρα και τους κατενίκησε.

Το 1205 η Λάρισα πέρασε στη δικαιοδοσία του Φράγκου «βασιλέα Θεσσαλονίκης» Βονιφάτιου του Μομφερατικού, ο οποίος την παραχώρησε σε συμπατριώτες του Λομβαρδούς σταυροφόρους. Το 1209, μετά τον θάνατο του Μομφερατικού, οι Λομβαρδοί ιππότες στασίασαν εναντίον τού Λατίνου αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης. Μετά από μια σειρά από ήττες, οχυρώθηκαν στη Λάρισα όπου όμως νικήθηκαν και αναγκάστηκαν τελικά να συνθηκολογήσουν.

Η Λάρισα και η γύρω περιοχή χάθηκε για τους Φράγκους το 1212, όταν τα στρατεύματα του δεσποτάτου της Ηπείρου με επικεφαλής τον δεσπότη Μιχαήλ Α’ Κομνηνό Δούκα εισέβαλαν στη Θεσσαλία, νίκησαν τους Λομβαρδούς και κατέλαβαν όλες τις σημαντικές πόλεις (Λάρισα, Δημητριάδα, Βελεστίνο). Στη συνέχεια, ο Μιχαήλ Α’ δώρισε τη Θεσσαλία στον γαμπρό του Κωνσταντίνο Μαλιασηνό.

Από τότε η Λάρισα, με μερικά διαλείμματα, παρέμεινε βυζαντινή (είτε υπό τη δικαιοδοσία των δεσποτάτων είτε υπαγόμενη απευθείας στη Κωνσταντινούπολη) μέχρι την τουρκική κατάκτηση.

Το 1386 οι Οθωμανοί σε μια επιδρομή κατέλαβαν και λεηλάτησαν τη Λάρισα. Σε εκείνη τη φάση δεν εδραίωσαν την κυριαρχία τους στην περιοχή. Επέστρεψαν το 1391, όταν μετά από μια μεγάλη επιδρομή στον Μοριά οι Τούρκοι επιτέθηκαν νίκησαν τον Μανουήλ Άγγελο Φιλανθρωπηνό και ξαναπήραν τη Λάρισα, όπου πλέον παρέμειναν οριστικά.

Επί Τουρκοκρατίας η Λάρισα γνώρισε εμπορική άνθιση, αλλά βαθμιαία αφελληνίστηκε. Όσον αφορά το κάστρο, δεν είναι γνωστό πότε καταστράφηκε, αλλά το πιο πιθανό είναι ότι είχε ήδη υποστεί μεγάλες καταστροφές κατά τις πρώτες επιδρομές των Οθωμανών, ενώ μετά την οριστική επικράτησή τους αφέθηκε στην τύχη του. Η πλήρης εξαφάνισή του οφείλεται μάλλον στη σταδιακή επέκταση του αστικού ιστού, μια διαδικασία που είχε αρχίσει επί Τουρκοκρατίας.


Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Τα απομεινάρια της βυζαντινής οχύρωσης της Λάρισας εντοπίζονται, όπως είπαμε, σε 4 σημεία:


Α. Πλατεία Λαού

Αντιγράφουμε από το Αρχαιολογικόν Δελτίον 56-59/Β2:

οχύρωση πλατείας Λαού
Κάτοψη της ανασκαφής στην πλατεία Λαού

Κατά τα έτη 2003 και 2004 διεξήχθη ανασκαφική έρευνα στο χώρο της πλατείας, στο πλαίσιο του έργου κατασκευής υπόγειου σταθμού αυτοκινήτων από το Δήμο. Σε βάθος 3 μ. από το οδόστρωμα της οδού Βενιζέλου αποκαλύφθηκε το παλαιοχριστιανικό τείχος της πόλης σε δύο τμήματα, μήκ. 9 και 23μ. αντίστοιχα. Το τείχος έχει κατεύθυνση Β-Ν, πλάτος 2,40 μ, και είναι θεμελιωμένο σε τρία επίπεδα, βάθους από 3,80 έως 5,15 μ., ακολουθώντας τη φυσική κλίση του εδάφους προς Ν.
Είναι χτισμένο με αργολιθοδομή με άφθονο ασβεστοκονίαμα με μικρή χρήση τεμαχίων πλίνθων. Στη νότια άκρη του αποκαλύφθηκε ένας πύργος, διαστ. 5✖6 μ., μεταγενέστερος της κυρίως κατασκευής, ενώ σε απόσταση 15μ. προς Α. βρέθηκε το προτείχισμα, πλάτους 1 μ., που φέρει επίσης τετράγωνο πύργο σε μεταγενέστερη φάση. Η ανευρεθείσα οχύρωση, που σώζεται μόνο στη στάθμη της θεμελίωσης, μπορεί να χρονολογηθεί, με βάση τα υποκείμενα στρώματα, από τα τέλη του 5ου αιώνα και εξής, και οι πύργοι την περίοδο του Ιουστινιανού, για τον οποίο είναι γνωστό από τον Προκόπιο ότι ενίσχυσε τα τείχη της πόλης. Κάτω από το τείχος ήλθαν στο φως λείψανα αρχαιότερου οικιστικού συγκροτήματος, μαζί με τμήμα χαλικόστρωτης οδού, που έχουν κατεύθυνση από ΝΔ.-ΒΑ. Στο μεγαλύτερο ποσοστό τους τα λείψανα αυτά είχαν καταστραφεί στα τέλη του 4ου αι. μ.Χ., ενώ μικρά τμήματα επισκευάζονται στον 5ο αιώνα.
Σημαντικό είναι, επίσης, μικρό βαλανείο, διαστ. 10✖13μ., στο οποίο σώθηκαν τρεις χώροι, οι δύο από τους οποίους με κόγχες (θερμές αίθουσες με υπόκαυστα). Το κτίριο καταστράφηκε τον 4ο αιώνα και επισκευάστηκε τον επόμενο, ενώ αργότερα τμήμα του καλύφθηκε από το προτείχισμα της οχύρωσης.
Στη νοτιοδυτική γωνία του οικοπέδου αποκαλύφθηκε η κόγχη της παλαιοχριστιανικής βασιλικής της οδού Κύπρου (5ος αι.), που έχει εντοπιστεί σε παλιότερες ανασκαφικές έρευνες στο αμέσως προς Δ. οικοδομικό τετράγωνο.
Μετά από απόφαση του ΚΑΣ, τα ανευρεθέντα τμήματα οχύρωσης και το λουτρό αποκολλήθηκαν με σκοπό να επανατοποθετηθούν στην πλατεία που θα δημιουργηθεί πάνω από τον υπόγειο σταθμό αυτοκινήτων, ενώ η κόγχη της βασιλικής διατηρήθηκε σε κατάχωση.

Δύο παρατηρήσεις στο παραπάνω:
1) Τα υπολείμματα του τείχους συνυπάρχουν με ερείπια του ρωμαϊκού λουτρού («βαλανείον») που κυριαρχούν στην όψη της πλατείας (φωτο 3,4,5).
2) Επισημαίνεται ότι σύμφωνα με την απόφαση του ΚΑΣ, τα ερείπια στην πλατεία Λαού δεν έμειναν εκεί όπου βρέθηκαν, αλλά αφαιρέθηκαν και μετά την αποπεράτωση κατασκευής τής πλατείας και του πάρκινγκ, επανατοποθετήθηκαν επάνω στην πλατεία (και όχι στο αρχικό σημείο, σε βάθος 3μ.). Εξ όσων γνωρίζουμε, δεν έχει γίνει αλλού τέτοιου είδους παρέμβαση (ίσως στη Θεσσαλονίκη;) και φαίνεται πως ήταν πετυχημένη.


Β. Παπαναστασίου 52

Αντιγράφουμε από το Αρχαιολογικόν Δελτίον 63/Β1:

οχύρωση οδού Παπαναστασίου
Κάτοψη της ανασκαφής στην Παπαναστασίου 52

Κατά τη διάρκεια σωστικής ανασκαφικής έρευνας σε οικόπεδο επί των οδών Παπαναστασίου 52 και Κύπρου στο κέντρο της Λάρισας ανασκάφηκαν τμήματα της παλαιοχριστιανικής οχύρωσης της πόλης. Συγκεκριμένα αποκαλύφθηκαν τα θεμέλια δύο πύργων, καθώς και τμημάτων του τείχους στο οποίο οι πύργοι προσκολλώνται.
Ο πύργος Α8, του οποίου διατηρείται όλο σχεδόν το ανάπτυγμα, είναι ορθογώνιος με εσωτερικές διαστάσεις 4✖4,30μ. και ελαφρά μεγαλύτερη την παράλληλη πλευρά προς το μεσοπύργιο διάστημα. Αντίθετα, από τον πύργο Β, που διατηρείται αποσπασματικά, γνωρίζουμε τη μία μόνο εσωτερική διάσταση, αυτή της προβολής ή της κάθετης πλευράς προς το μεσοπύργιο διάστημα, που είναι ίση με του πύργου Α. Οι ελεύθερες πλευρές των δύο πύργων έχουν πλάτος 1,02μ. και μέγιστο σωζόμενο ύψος από 1,3 έως 1,5μ. στον πύργο Α, που είναι θεμελιωμένος στην ίδια στάθμη με το τείχος, και 0,9μ. στον πύργο Β, που θεμελιώθηκε ψηλότερα από ό,τι το τείχος. Το μεσοπύργιο διάστημα είναι 31,60μ. Για την κατασκευή των θεμελίων των δύο πύργων χρησιμοποιήθηκε αργολιθοδομή με ασβεστοκονίαμα, ενισχυμένη με αρχιτεκτονικά μέλη σε β΄ χρήση.
Τα δύο τμήματα του τείχους που σώθηκαν μαζί με τους πύργους, πλάτους 2,1μ. και συνολικού μήκους 13μ., ακολουθούν κατεύθυνση ΒΔ.-ΝΑ. και είναι θεμελιωμένα σε διαφορετικά βάθη. Το ανατολικό τμήμα διατηρείται έως το ύψος του 1,2μ. από την έδραση του θεμελίου, ενώ το δυτικό έως 1μ.

Παρατήρηση: και εδώ, όπως και στην πλατεία Λαού, τα ερείπια της οχύρωσης αφαιρέθηκαν, και μετά την ολοκλήρωση της ανέγερσης της οικοδομής, επανατοποθετήθηκαν, αλλά, στην περίπτωση αυτή, στο ίδιο σημείο που είχαν βρεθεί.

Γ. Λαπιθών 18

Αντιγράφουμε από το Αρχαιολογικόν Δελτίον 50/Β1:

οχύρωση οδού Παπαναστασίου
Κάτοψη του πύργου στη Λαπιθών 18

Κατά τη διάρκεια εκσκαφικών εργασιών για τη διάνοιξη θεμελίων πολυώροφης οικοδομής αποκαλύφθηκαν λείψανα του αμυντικού συστήματος της παλαιοχριστιανικής πόλης. Εντοπίστηκε και διερευνήθηκε τμήμα του παλαιοχριστιανικού τείχους από αργολιθοδομή με ισχυρό συνδετικό κονίαμα, που έβαινε παράλληλα προς την οδό Λαπιθών (κατεύθυνση ΒΔ.-ΝΑ.). Το πάχος της τοιχοδομίας είναι 2,30, το σωζόμενο μήκος 6,10 και το μέγιστο σωζόμενο ύψος 1,25μ.
Στη δυτική (εξωτερική) παρειά του τείχους είχε προσαρτηθεί τετράγωνος οχυρωματικός πύργος από αργολιθοδομή με συνδετικό κονίαμα και αραιή χρήση σπασμένων πλίνθων, με εξαίρεση τη βάση του ανατολικού τοίχου, που έχει ενσωματώσει μεγάλη ποσότητα αρχαίου υλικού σε β' χρήση. Το πάχος των τοίχων του πύργου είναι 1μ. και το μέγιστο σωζόμενο ύψος από την έδρασή του είναι 3μ.
Από το χαμηλότερο τμήμα της επίχωσης προήλθαν δύο μαρμάρινοι αμφικιονίσκοι παραθύρων και θραύσματα λύχνων της παλαιοχριστιανικής περιόδου, ενώ από τα ανώτερα στρώματα (πρόκειται πιθανότατα για επίχωση που έγινε με τεχνητό τρόπο, όπως σε πολλά σημεία της περιοχής) περισυνελέγη ένα νόμισμα του [αυτοκράτορα] Γρατιανού, καθώς και κεραμική που χρονολογείται από την ελληνιστική περίοδο έως την τουρκοκρατία.
Με βάση τον τρόπο δόμησης, τόσο το τείχος όσο και ο πύργος πρέπει να χρονολογηθούν στην παλαιοχριστιανική εποχή. Όπως όμως προέκυψε από την έρευνα, η προσθήκη του πύργου είναι χρονολογικά υστερότερη από την ανέγερση του τείχους, αφού δεν υπάρχει οργανική σύνδεση μεταξύ τους, ενώ η έδραση του πύργου βρίσκεται κατά 0,40μ. χαμηλότερα. Η εκ των υστέρων προσθήκη του πύργου τεκμηριώνεται ιστορικά και πρέπει να αναχθεί στην ενίσχυση του τείχους της Λάρισας από τον Ιουστινιανό μετά τις σοβαρές βλάβες που αυτό υπέστη κατά την επιδρομή του Θευδερίχου του Αμαλού [του Θεοδώριχου], επί αυτοκράτορος Ζήνωνος, το 482 μ.Χ.
Το τμήμα της οχύρωσης διατηρήθηκε επισκέψιμο στο υπόγειο της οικοδομής.

Παρατήρηση: Θα είναι ενδιαφέρον να επαληθεύσουμε ότι αυτός ο πύργος υπάρχει ακόμα στο υπόγειο της πολυκατοικίας και είναι όντως επισκέψιμος.

Δ. Δήμητρας και Νίκης

Κοντά στη συμβολή των οδών Δήμητρας και Νίκης, σε μικρό ακάλυπτο χώρο επί της Νίκης, ήρθε στο φως τμήμα ρωμαϊκής οδού και τμήμα από το τείχος του 6ου αιώνα. Κατά μήκος της δυτικής πλευράς της ρωμαϊκής οδού αποκαλύφθηκαν αρχιτεκτονικά λείψανα που ανήκουν σε μία στοά. Μέσα στη στοά υπάρχουν ερείπια τεσσάρων μεταγενέστερων (της στοάς) οικιών που χτίστηκαν στα μέσα του 5ου αι. Παράλληλα προς τον δρόμο που προφανώς ήταν έξω και σύριζα από το κάστρο, βρίσκεται το εν λόγω τμήμα του Ιουστινιάνειου τείχους, το οποίο σώζεται σε μήκος 18μ., πάχος 1,10 μ. και ύψος από 0,60 μ. – 0,90 μ.
Στα μέσα του 6ου αι. οι οικίες εγκαταλείφθηκαν καθώς από πάνω τους χτίστηκε η νέα – ιουστινιάνεια – οχύρωση. Ο δρόμος και τα σπίτια σταδιακά καλύφθηκαν από επιχώσεις. Το 12ο αι. εκτός του τειχισμένου χώρου χτίστηκαν σπίτια, όπως υποδηλώνεται από τμήμα μεσοβυζαντινής οικίας δίπλα στον δρόμο.



Πηγές

  • Σταυρούλα Σδρόλια, Αρχαιολογικόν Δελτίον, τευχ. 56-59/Β2/2001-2004, σελ. 600-601 (για τα τείχη στην Πλατεία Λαού)
  • Μαρία Κοντογιαννοπούλου, Αρχαιολογικόν Δελτίον, τευχ. 63/Β1/2008, σελ. 717-719 (για Παπαναστασίου 52)
  • Βασιλική Συθιακάκη, Αρχαιολογικόν Δελτίον, τευχ. 50/Β1/1995 (για Λαπιθών 18)
  • Ιστοσελίδα ΛΑΡΙΣΑ Η ΠΟΛΗ ΜΟΥ - Ιουστινιάνεια οχύρωση
  • Φωτογραφίες 12,13 από Google Maps, χρήστης GEORGE BATRAKOULIS (Μάιος 2018)
  • Πληροφορίες Χαράλαμπος Παπαδόπουλος



Τα δικά σας σχόλια:

Δεν υπάρχουν σχόλια


Στείλτε σχόλιο, παρατήρηση, πληροφορία:

Η απευθείας υποβολή σχολίων μέσα από την ιστοσελίδα έχει απενεργοποιηθεί. Αν θέλετε να στείλετε κάποιο σχόλιο, χρησιμοποιήστε τη φόρμα επικοινωνίας.

Αν το επιθυμείτε, το μήνυμα που θα στείλετε με αυτόν τον τρόπο θα δημοσιευθεί στα σχόλια αυτής της σελίδας.




Πρόσβαση
Είσοδος:
Ελεύθερη πρόσβαση σε τρία από τα τέσσερα σημεία.


Γειτονικά Κάστρα
Μπεζεστένι Λάρισας
Πύργος-Κούλα Παμπούρα