Καστρολογοσ

Κάστρα της Ελλάδας
 

Καστρίτσα, Δήμος Ιωαννιτών, Νομός Ιωαννίνων,Ήπειρος

Ακρόπολη Καστρίτσας

  
★ ★ ★ ★ ★
 <  456 / 1222  > 
  • Φωτογραφιες
  • Δορυφορικη
  •   Χαρτης  
  •  Κατοψη 


Τοποθεσία:
Σε λόφο πάνω από το χωριό Καστρίτσα, λίγο έξω προς ΝΑ από τα Ιωάννινα
Περιφέρεια > Νομός: Greek Map
Ήπειρος
Ν.Ιωαννίνων
Δήμος > Πόλη ή Χωριό:
Δ.Ιωαννιτών
• Καστρίτσα
Υψόμετρο:
Υψόμετρο ≈ 650 m 
(Σχετικό ϋψος ≈250 m)
Χρόνος Κατασκευής  Προέλευση
Διάφορες εποχές  
ΑΡΧΑΙΟ
H 
Τύπος Κάστρου  Κατάσταση
Αρχαία Πόλη  
Μαλλον Κακη
 
 
 
 
 
 
 

Ο επιμήκης λόφος της Καστρίτσας (στον άξονα βορράς-νότος και με υψόμετρο 757μ.) δεσπόζει στο βορειοδυτικό τμήμα τού λεκανοπεδίου των Ιωαννίνων, πολύ κοντά στη νότια όχθη της λίμνης Παμβώτιδας και σε οδική απόσταση μόλις 12 χλμ. από το κέντρο των Ιωαννίνων.
Ο λόφος φιλοξένησε ανθρώπινες δραστηριότητες από την Παλαιολιθική Εποχή ως τις μέρες μας.

Η κατασκευή της οχύρωσης της ακρόπολης χρονολογείται από την Ελληνιστική περίοδο, ενώ χρησιμοποιήθηκε και τροποποιήθηκε και αργότερα, μέχρι και την Πρωτοβυζαντινή περίοδο.


Τοποθεσία & Στρατηγική Σημασία

Ο λόφος είναι σε στρατηγική θέση ελέγχοντας τους αρχαίους οδικούς άξονες προς τη Δωδώνη, την Θεσπρωτία, την Αμβρακία και, αντιστρόφως, προς Μακεδονία και Θεσσαλία.

Η οχύρωση και ο αρχαίος οικισμός δεν βρίσκονται στην κορυφή του λόφου, αλλά πιο χαμηλά, στο βόρειο και βορειοδυτικό τμήμα τού λόφου, σε υψόμετρο μέχρι 650μ. (250μ. από την επιφανεια της λίμνης). Στους βορειοανατολικούς πρόποδες του λόφου, πολύ έξω από το κάστρο, βρίσκεται το σημερινό χωριό Καστρίτσα (παλιά ονομασία: Μπρακμάδι).
Σε απόσταση μερικών εκατοντάδων μέτρων βόρεια και βορειοδυτικά από τον λόφο εκτείνεται η λίμνη Παμβώτιδα, η οποία κατά την Αρχαιότητα είχε μεγαλύτερη έκταση και έφτανε μέχρι τους πρόποδες του λόφου. Είναι δε πολύ πιθανόν ο λόφος της Καστρίτσας να ήταν εκείνη την εποχή νησί!


Ιστορία

Η ακρόπολη της Καστρίτσας ιδρύθηκε από το αρχαίο ελληνικό φύλο των Μολοσσών κατά την Ελληνιστική Περίοδο, και πιο συγκεκριμένα τον 3ο αιώνα π.Χ. Η περίοδος ακμής της ακρόπολης συμπίπτει με την περίοδο του Κοινού των Ηπειρωτών (233 π.Χ. – 168 π.Χ.).

Τα αποτελέσματα των μέχρι στιγμής ερευνών στην ακρόπολη δείχνουν ότι, κατά την περίοδο της ακμής του, ο οικισμός ήταν πυκνοκατοικημένος, με οικοδομικές νησίδες προσαρμοσμένες σε ορθογώνιο πολεοδομικό σχέδιο και στο φυσικό βραχώδες επικλινές έδαφος. Το μεγάλο μέγεθος των κτιρίων και η ποιότητα των κατασκευών, όπως και το γεγονός ότι και μετά τον 1ο αι. π.Χ., στην περιοχή αυτή πάνω στην ακρόπολη χτίζονται νέοι χώροι, όπως βαλανείο, είναι ενδεικτικά του υψηλού επιπέδου ανάπτυξης της πόλης.

Στον λόφο υπήρχε ανθρώπινη κατοίκηση πολύ πριν από τη δημιουργία τής ελληνιστικής ακρόπολης. Στη ΒΔ πλευρά του λόφου (εκτός οχύρωσης) βρίσκεται το Σπήλαιο Καστρίτσας, μία από τις σημαντικότερες παλαιολιθικές θέσεις των Βαλκανίων, το οποίο κατοικήθηκε από το 22000 έως το 9000 π.Χ. (το σπήλαιο σήμερα δεν είναι προσβάσιμο λόγω κατολισθήσεων). Ευρήματα από άλλη θέση στους βόρειους πρόποδες του λόφου χρονολογούνται από τη Νεολιθική περίοδο (5500-3200 π.Χ.) μέχρι το τέλος του 4ου αι. π.Χ.
Η ανθρώπινη παρουσία πιο ψηλά, στην κορυφή του λόφου είναι μεταγενέστερη. Χρονολογείται από το τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού/Πρώιμη Εποχή του Σιδήρου, αλλά η οργάνωση της οχυρωμένης πόλης πραγματοποιήθηκε, όπως αναφέρθηκε, μόλις τον 3ο αι. π.Χ. Ήταν μια εποχή που οι Μολοσσοί, που έως τότε ζούσαν σε μικρούς οικισμούς και χωριά, έκαναν μια προσπάθεια να προσαρμοστούν στο μοντέλο πόλης-κράτους που ίσχυε για τους υπόλοιπους Έλληνες.

Δεν είναι ακριβώς γνωστό ποια ήταν η αρχαία πόλη που βρισκόταν επάνω στον λόφο της Καστρίτσας. Ο αρχαιολόγος Σωτήρης Δάκαρης υποστήριξε ότι πρόκειται για την αρχαία πολη Τέκμων που αναφέρεται από τον Ρωμαίο ιστορικό Τίτο Λίβιο στην εξιστόρηση της κατάκτησης της Ηπείρου. Ο Ν. Hammond ταύτισε τη θέση με την πόλη Ευρυμεναί, βασιζόμενος σε τοπογραφικές παρατηρήσεις σε συνδυασμό με περιγραφές του Διόδωρου Σικελιώτη.

Το 167 π.Χ. η πόλη κατελήφθη από τους Ρωμαίους και καταστράφηκε. Αυτό το εικάζουμε με βεβαιότητα, επειδή είναι γνωστό ότι οι Ρωμαίοι, μετά τη νικηφόρα γι’ αυτούς έκβαση του Γ’ Μακεδονικού Πολέμου και την κατάλυση του Μακεδονικού Βασιλείου (168 π.Χ), την επόμενη χρονιά εισέβαλαν στην Ήπειρο όπου κατέστρεψαν συστηματικά 70 ηπειρωτικές πόλεις (για να εκδικηθούν τα δεινά που υπέφεραν από τον βασιλιά Πύρρο). Έτσι, παρόλο που δεν είμαστε σίγουροι για την ταυτότητα της πόλης και για την αρχαία ιστορία της, μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι δεν ξέφυγε από το εκδικητικό μένος των Ρωμαίων, και καταστράφηκε.

Παρά την καταστροφή εκείνη, η πόλη συνέχισε να υπάρχει και να αναπτύσσεται και τους επόμενους αιώνες. Στον αρχαιολογικό χώρο παρατηρούνται προσθήκες σε κτίσματα και στην οχύρωση, που ανήκουν στην Ύστερη Ρωμαϊκή περίοδο και στην Πρωτοβυζαντινή περίοδο. Πάντως πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν υπάρχουν αναφορές για την πόλη από ιστορικές πηγές για αυτές τις σχετικά πιο πρόσφατες περιόδους.

Η πόλη εγκαταλείφθηκε προς το τέλος του 6ου αιώνα μ.Χ., πιθανότατα λόγω εισβολής από βορρά Αβάρων και Σλάβων. Το σημείο όπου βρισκόταν ο τειχισμένος οικισμός δεν κατοικήθηκε ποτέ ξανά.

Πολύ αργότερα, τον 11ο ή 12ο αιώνα, ιδρύθηκε το μοναστήρι Αγίου Ιωάννη Προδρόμου στις βορειοδυτικές παρυφές της αρχαίας πόλης. Για το χτίσιμο του μοναστηριού χρησιμοποιήθηκε οικοδομικό υλικό από την οχύρωση.

Το μοναστήρι λειτούργησε για αιώνες. Τον 18ο αιώνα καταπατήθηκε και λεηλατήθηκε από τους Τούρκους, οι οποίοι αργότερα, το 1854, χρησιμοποίησαν τους χώρους του μοναστηριού για στρατόπεδο. Κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων οι Τούρκοι κατασκεύασαν οχυρά στον λόφο, υπολείμματα των οποίων βλέπουμε και σήμερα. Μετά το 1913 το μοναστήρι έγινε ελληνικό στρατόπεδο και στη συνέχεια, μετά το 1916, ορφανοτροφείο. Σήμερα είναι γυναικείο μοναστήρι.

Σε απόσταση 100μ. βόρεια της πύλης Ι, βρίσκεται μικρός χριστιανικός ναός αφιερωμένος στον Άγιο Αθανάσιο, ο οποίος εδράζεται πάνω στο αρχαίο τείχος. Ο ναός είχε κατασκευαστεί κατά την οθωμανική περίοδο, αλλά κατεδαφίστηκε στο πλαίσιο οργάνωσης της τουρκικής γραμμής άμυνας της πόλης των Ιωαννίνων, κατά τους βαλκανικούς πολέμους. Μετά την απελευθέρωση, οι κάτοικοι της Καστρίτσας, ξαναέχτισαν το εξωκλήσι στην ίδια θέση.

Έρευνα και εργασίες

Τα ερείπια της ακρόπολης επισκέφθηκαν αρκετοί περιηγητές του 19ου αιώνα. Κατά την παραμονή του στα Ιωάννινα (1809 – 1810), ο Βρετανός στρατιωτικός William Martin Leake (1777 – 1860), ως στρατιωτικός αντιπρόσωπος της Αγγλίας στην αυλή του Αλή Πασά, προχώρησε στην περιγραφή της οχύρωσης, ενώ στο έργο του Travels in Northern Greece (Λονδίνο 1835) δημοσίευσε σκαρίφημα της όψης του τετράπλευρου πύργου της νότιας πλευράς. Από την ίδια περίοδο προέρχεται αντίστοιχη μαρτυρία του Γάλλου πρόξενου François Pouqueville. Τον Ιανουάριο του 1814 επισκέφθηκε την περιοχή ο Άγγλος περιηγητής Thomas Smart Hughes (1786 – 1847). Στο έργο του Travels in Sicily, Greece and Albania (Λονδίνο 1820), παραθέτει, εκτός των άλλων, ένα σκαρίφημα του λογχόσχημου πύργου της νότιας πλευράς.
Σημαντική υπήρξε η συμβολή του Nicholas Hammond, ο οποίος στο έργο του Ήπειρος (1967) προχώρησε στην πρώτη συμβατική αποτύπωση των οχυρωματικών καταλοίπων της ακρόπολης αλλά και σε μία αξιόλογη συγκριτική μελέτη των οχυρώσεων της ευρύτερης περιοχής.

Οι πρώτες, περιορισμένης έκτασης, ανασκαφικές έρευνες πραγματοποιήθηκαν από τον αρχαιολόγο Σωτήρη Δάκαρη, στις αρχές της δεκαετίας του 1950. Αφορμή στάθηκε η διάνοιξη αποστραγγιστικής αύλακας στα ανατολικά του λόφου, κατά την οποία ήρθαν στο φως αρχαία ευρήματα, κάτι που έγινε αφορμή για ανασκαφικές έρευνες. Βασικά, τότε ήταν που η ακρόπολη Καστρίτσας μπήκε στο «ραντάρ» της αρχαιολογικής Υπηρεσίας.
Το 1966-1967 ο ερευνητής του Καίμπριτζ Eric Higgs, σε συνεργασία με τον Σωτήρη Δάκαρη, προέβη σε δημοσίευση σχετικά με τα παλαιολιθικά ευρήματα στη σπήλαιο Καστρίτσας που ήταν κομβικής σημασίας για τη μελέτη της προϊστορίας στην Ελλάδα.
Το 1994, με αφορμή την έναρξη των εργασιών αποτύπωσης του χώρου, η τότε Προϊσταμένη της Εφορείας Αγγέλικα Ντούζουγλη προχώρησε στην έρευνα των κτιρίων Α και Β στα ΝΔ της μονής του Προδρόμου και του κτιρίου Γ στην κορυφή του λόφου.

Θα πρέπει να επισημάνουμε ότι οι έρευνες που έχουν γίνει μέχρι στιγμής στην Ακρόπολη Καστρίτσας περιορίστηκαν κυρίως στο νότιο τμήμα της οχύρωσης (εκεί όπου βρίσκονται τα ερείπια των αρχαίων κτιρίων). Σύμφωνα με την επίσημη ιστοσελίδα της Εφορείας μόνο το ένα πέμπτο της ακρόπολης έχει ερευνηθεί. Άρα το μνημείο παραμένει εν πολλοίς ανεξερεύνητο.

Μεταξύ 2011 και 2015 πραγματοποιήθηκαν έργα προστασίας και ανάδειξης του αρχαιολογικού χώρου, και μερικής αποκατάστασης των αρχαιοτήτων στον λόφο της Καστρίτσας. Οι εργασίες έγιναν σε δύο φάσεις και ο προϋπολογισμός (που εντάχθηκε στο ΕΣΠΑ) ήταν 1.200.000€.


Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Η οχύρωση δεν καλύπτει ολόκληρο τον λόφο, αλλά μόνο ένα μέρος στη βόρεια πλευρά του. Μάλιστα, δεν βρίσκεται στο υψηλότερο σημείο του λόφου, αλλά σε πιο χαμηλό σημείο, εκεί όπου διαμορφώνεται ένα μεγάλο πλάτωμα με πιο δύσκολη πρόσβαση σε σχέση με τον υπόλοιπο λόφο.
Το μέγιστο μήκος του οχυρωμένου οικισμού είναι 1580μ. και το μέγιστο πλάτος 350μ. Η συνολική έκταση είναι 345 στρέμματα. Ο περίβολος διατηρείται στη βόρεια, ανατολική, νότια και σε μέρος της δυτικής πλευράς. Το μήκος του είναι 3.250 μέτρα.

Στη νότια και νοτιοδυτική πλευρά, που αποτελούσαν τις πιο ευπρόσβλητες πλευρές του κάστρου, το τείχος είναι ενισχυμένο με ορθογώνιους πύργους και στη νοτιοανατολική γωνία με έναν ισχυρό λογχόσχημο πύργο. Δεν υπάρχουν πύργοι στις άλλες πλευρές της ακρόπολης.

Ο οχυρωματικός περίβολος είναι χτισμένος στη μεγαλύτερη έκταση του κατά το πολυγωνικό σύστημα. Το ισοδομικό σύστημα παρατηρείται κυρίως σε πύργους, πλησίον των πυλών, σε θλάσεις και στα σωζόμενα τμήματα της δυτικής πλευράς. Το μέσο πάχος του τείχους είναι 3,50μ. (3,60-3,90μ. στη νότια και νοτιοανατολική, 2,10-2,60μ. στη δυτική και βόρεια πλευρά) και το σωζόμενο ύψος εσωτερικά 2,60-2,80μ. και εξωτερικά 2,50-5μ.

Η οχύρωση της Καστρίτσας διέθετε 5 πύλες (3 στην ανατολική πλευρά, 1 στη βόρεια και 1 στη νοτιοδυτική) και 1 πυλίδα στη ΝΔ πλευρά, η οποία φαίνεται ότι σε κάποια μεταγενέστερη φάση σφραγίστηκε. Οι πύλες έχουν τη μορφή διαδρόμου μεταξύ δύο επικαλυπτόμενων τμημάτων του τείχους, και πλαισιώνονται από πύργους ή θλάσεις του τείχους (βλ. φωτο 7).

Η τειχισμένη έκταση διαρθρώνεται σε πολλά διαφορετικά επίπεδα, στα οποία απαντώνται κτίρια οργανωμένα σε ομάδες, που συνθέτουν έναν ενιαίο πολεοδομικό ιστό. Η ανασκαφική έρευνα έχει εστιάσει σε τμήματα της νότιας και νοτιοδυτικής περιοχής της ακρόπολης, όπου εντοπίστηκαν τα οικοδομικά κατάλοιπα 4 κτιριακών συγκροτημάτων, τα οποία έχουν ονομαστεί από τους αρχαιολόγους: Α–Β, Γ–ΣΤ–Ζ–Η–Θ, Ε και Κ. Τα κτίσματα χρονολογούνται από τον 3ο αι. π.Χ. και μετά, και φαίνεται πως κατοικήθηκαν, με μικρές τροποποιήσεις, και τους επόμενους αιώνες.

Τα κτίρια έχουν σχεδόν τετράγωνη κάτοψη και η εσωτερική τους διαρρύθμιση χαρακτηρίζεται από συμμετρική διάταξη δωματίων, στις δύο πλευρές ενός κεντρικού διαδρόμου. Το εμβαδόν τους κυμαίνεται από 120 – 255 τ.μ., ενώ τα συγκροτήματα, Α–Β και Ε καλύπτουν έκταση 515τ.μ. και 1120τ.μ., αντίστοιχα. Οι εξωτερικοί τοίχοι είναι κατασκευασμένοι από μεγάλους ασβεστόλιθους με πολυγωνική τοιχοποιία. Θεμελιώνονται απευθείας στον βράχο, ο οποίος κατά τόπους έχει λαξευτεί γι’ αυτό το σκοπό. Όπως συμπεραίνεται από τα επιμελημένα ασβεστολιθικά κατώφλια που διατηρούνται στην θέση τους, τα κτίρια είχαν ξύλινες, δίφυλλες, εξωτερικές θύρες με άνοιγμα 2,00–2,25μ.

Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της ακρόπολης Καστρίτσας είναι ο ασυνήθιστος πύργος της νότιας πλευράς:
Ο «λογχόσχημος» αυτός πύργος έχει μήκος 24μ., πλάτος 9μ. Σώζεται σε ύψος άνω των 5μ. και εμφανίζει 4 οικοδομικές φάσεις. Οι 3 φάσεις είναι αρχαίες και η 1 βυζαντινή. Η τριγωνική απόληξη (που προέκτεινε τον αρχικώς τετράγωνο πύργο κατά 16μ.) σχετίζεται με την εκτεταμένη χρήση πολιορκητικών μηχανών κατά τους ελληνιστικούς χρόνους, και την ανάγκη αντιμετώπισής τους. Η άποψη αυτή υποστηρίζεται και από την ανεύρεση σιδερένιων αιχμών οξυβελών καταπελτών και λίθινων βλημάτων καταπελτών γύρω από τον πύργο. Εξωτερικά του εντοπίστηκε χαμηλό προτείχισμα από αργούς λίθους.

Στο νότιο (και ψηλότερο) ύψωμα του λόφου της Καστρίτσας δεν έχουν εντοπιστεί, παραδόξως, κατάλοιπα οχύρωσης ή κτιρίων. Το μόνο εύρημα είναι δύο ασβεστολιθικές λιθόπλινθοι μέσα στους θάμνους της ΝΔ άκρης. Φαίνεται να σχηματίζουν γωνία οικοδομήματος. Ίσως εδώ να υπήρχε κάποιο προπύργιο της ακρόπολης.

Η πρόσβαση στην ακρόπολη γίνεται με καινούργιο ασφαλτοστρωμενο δρόμο από την Καστρίτσα, που καταλήγει στο νότιο άκρο της οχύρωσης. Από εκεί έχει οργανωθεί ένα δίκτυο με μονοπάτια εντός του αρχαιολογικού χώρου με ενημερωτικές πινακίδες.



Πηγές

  • Παρασκευή Γιούνη, Υπατία Φάκλαρη, Χάρις Κάππα (2015) ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΚΑΣΤΡΙΤΣΑΣ, ΚΑΣΤΡΙΤΣΑ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ - Συνοπτικός οδηγός του αρχαιολογικού χώρου, Ιωάννινα.
  • Παρασκευή Γιούνη, Υπατία Φάκλαρη, Χάρις Κάππα (2011) ΑΚΡΟΠΟΛΗ ΚΑΣΤΡΙΤΣΑΣ, Συγχρηματοδοτούμενα Έργα. Προστασία- ανάδειξη αρχαιολογικού χώρου Καστρίτσας, ΑΔ 69 (2014), Β1γ’ Χρονικά 2011.
  • Ιστοσελίδα Εφορείας Αρχαιοτήτων Ιωαννίνων (απ’ όπου και η φωτο 1) Ακρόπολη Καστρίτσας
  • Ιστοσελίδα archaiologia.gr - Ακρόπολη Καστρίτσας
  • Νίκος Χοϊνάς (2021), ΟΧΥΡΕΣ ΘΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΑΚΡΟΠΟΛΕΙΣ ΤΗΣ ΜΟΛΟΣΣΙΑΣ, Μεταπτυχιακή εργασία, Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, Φιλοσοφική Σχολή, Ιωάννινα. σελ.86- 91
  • N. G. L. Hammond (1967), Epirus: the geography, the ancient remains, the history and topography of Epirus and adjacent areas, Clarendon P., Oxford.
  • Αγγέλικα Ντούζουγλη, Αρχαιολογικόν Δελτίον, τεύχος 49/Β1-1994, σελ. 363-367
  • Αγγέλικα Ντούζουγλη, Αρχαιολογικόν Δελτίον, τεύχος 50/Β2-1995, σελ. 407-409 (βασικά για ανασκαφή κτιρίου Γ)
  • Βιβλιογραφική έρευνα: Χαράλαμπος Παπαδόπουλος



Τα δικά σας σχόλια:

Δεν υπάρχουν σχόλια


Στείλτε σχόλιο, παρατήρηση, πληροφορία:

Η απευθείας υποβολή σχολίων μέσα από την ιστοσελίδα έχει απενεργοποιηθεί. Αν θέλετε να στείλετε κάποιο σχόλιο, χρησιμοποιήστε τη φόρμα επικοινωνίας.

Αν το επιθυμείτε, το μήνυμα που θα στείλετε με αυτόν τον τρόπο θα δημοσιευθεί στα σχόλια αυτής της σελίδας.




Πρόσβαση
Διαδρομή προς το μνημείο
Ασφαλτοστρωμένος ανηφορικός δρόμος από την Καστρίτσα φτάνει μέχρι τη νότια είσοδο του κάστρου. Εναλλακτικά από τον δρόμο που οδηγεί στο μοναστήρι.
Είσοδος:
Χώρος φυλασσόμενος με περιορισμένο ωράριο. Είσοδος ελεύθερη.


Γειτονικά Κάστρα
Κάστρο Ιωαννίνων
Μονή Κηπίνας
Προμαχώνας Λιθαρίτσια