Καστρολογοσ

Κάστρα της Ελλάδας
 

Λυκόσουρα, Δήμος Μεγαλόπολης, Νομός Αρκαδίας,Πελοπόννησος

Ακρόπολη Λυκόσουρας

ή Παλιόκαστρο της Στάλας  
★ ★ ★ ★ ★
 <  92 / 1222  > 
  • Φωτογραφιες
  • Δορυφορικη
  •   Χαρτης  
  •  Απεικόνιση 


Τοποθεσία:
Σε λόφο 1 χλμ ΝΑ από το χωριό Λυκόσουρα Αρκαδίας
Περιφέρεια > Νομός: Greek Map
Πελοπόννησος
Ν.Αρκαδίας
Δήμος > Πόλη ή Χωριό:
Δ.Μεγαλόπολης
• Λυκόσουρα
Υψόμετρο:
Υψόμετρο ≈ 640 m 
(Σχετικό ϋψος ≈120 m)
Χρόνος Κατασκευής  Προέλευση
Διαφοροι περίοδοι  
ΑΡΧΑΙΟ
H 
Τύπος Κάστρου  Κατάσταση
Ερείπια Κάστρου  
Ερειπιο
 
 
 
 
 
 
 

Αρχαία ακρόπολη που επισκευάστηκε και χρησιμοποιήθηκε και κατά τον Μεσαίωνα. Βρίσκεται κοντά στο χωριό Λυκόσουρα της Αρκαδίας.


Τοποθεσία & Στρατηγική Σημασία

Το κάστρο βρίσκεται 1 χιλιόμετρο νοτιοανατολικά από το σημερινό χωριό Λυκόσουρα, σε έναν λόφο δίπλα στον αρχαιολογικό χώρο της αρχαίας Λυκόσουρας. Τονίζεται ότι δεν είναι ακριβώς μέσα στον αρχαιολογικό χώρο, αλλά απέχει περί τα 200 μέτρα από αυτόν. Προφανώς ήταν η ακρόπολη της αρχαίας πόλης η οποία εκτεινόταν σε πολλή μεγαλύτερη έκταση, προς τα ανατολικά του λόφου.
Υπάρχει ένα δύσβατο μονοπάτι που συνδέει την κορυφή του λόφου με τον αρχαιολογικό χώρο (αν και η κυρίως πρόσβαση στο κάστρο είναι από την ανατολική πλευρά του, εκεί που υπήρχε η αρχαία πύλη).

Το σημείο βρίσκεται 10 χιλιόμετρα δυτικά της Μεγαλόπολης (σε ευθεία γραμμή) και είναι στο νότιο άκρο της περιοχής που κατά τον Μεσαίωνα ήταν γνωστή ως Σκορτά ή (για τους Φράγκους) Escorta. Ο «Δρόγγος των Σκορτών» ήταν η ονομασία που χρησιμοποιήθηκε τον 13ο και 14ο αιώνα για το ορεινό δυτικό τμήμα της Αρκαδίας, το οποίο είχε στρατηγική σημασία για το Πριγκιπάτο της Αχαΐας καθώς έλεγχε τις διαβάσεις προς τις εύφορες πεδιάδες της Ηλείας και της Μεσσηνίας.
Λόγω της στρατηγικής σημασίας των Σκορτών και ειδικά της συγκεκριμένης περιοχής γύρω από το Λύκαιο όρος (που κάποια εποχή ήταν το σύνορο μεταξύ των Βυζαντινών του Μυστρά και των Φράγκων του Πριγκιπάτου Αχαΐας) υπήρχαν πολλές οχυρώσεις και φρούρια εκεί γύρω, όπως το κάστρο του Αϊ-Γιώργη, το κάστρο Παλάτου, αλλά και 2-3 ακόμα μικρά φρούρια, βόρεια της Λυκόσουρας, που δεν συμπεριλαμβάνονται ακόμα στον Καστρολόγο.


Το Όνομα του Κάστρου

Το κάστρο ταυτίστηκε για πρώτη φορά με την ακρόπολη της Αρχαίας Λυκόσουρας από τον Edward Dodwell, στο έργο του A classical and topographical tour through Greece, during the years 1801, 1805, and 1806. Το γειτονικό χωριό Λυκόσουρα ονομαζόταν παλαιότερα Αστάλα. Το 1926 μετονομάστηκε σε Λυκόσουρα λόγω γειτνίασης με την αρχαία πόλη.
Αστάλα ή Στάλα ήταν η ονομασία του χωριού από τους μεσαιωνικούς χρόνους. Για το λόγο αυτό το κάστρο αναφέρεται και ως Παλιόκαστρο Στάλας.
Σύμφωνα με τον Σφηκόπουλο, το κάστρο αναφέρεται επίσης και ως Παλαιοκράμβανο ή κάστρο του Ντελή Χασάνη (κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας) ή και ως Σιδηρόκαστρο (για άγνωστους λόγους). Τέλος, από πολλούς μελετητές ταυτίζεται και με το κάστρο Αγίου Γεωργίου Σκορτών, για λόγους που θα συζητηθούν στη συνέχεια.


Ιστορία

Η αρχαία Λυκόσουρα ήταν η ιερότερη πόλη των Αρκάδων, το κέντρο μιας προελληνικής και μυστηριακής λατρείας. Σύμφωνα με την παράδοση, η πόλη ιδρύθηκε από το μυθικό βασιλιά Λυκάονα, γιο του Πελασγού.
Την πόλη επισκέφτηκε τον 2ο αι. μ.Χ. ο Παυσανίας, και έκανε ένα παράξενο σχόλιο:

«πόλεων δε, οπόσας επί τη ηπείρω έδειξε γη και εν νήσοις, Λυκόσουρα εστί πρεσβυτάτη, και ταύτην είδεν ο ήλιος πρώτην. Από ταύτης δε οι λοιποί ποιείσθαι πόλεις μεμαθήκασιν άνθρωποι.»

Δηλαδή, «Από όλες τις πόλεις που εμφάνισε η γη στη στεριά και στα νησιά, η Λυκόσουρα είναι η αρχαιότερη, και αυτήν είδε πρώτη ο ήλιος και από αυτήν εδώ έχουν μάθει οι άλλοι άνθρωποι να φτιάχνουν πόλεις.» (Παυσ. Η΄ 38.Ι)

Στην αρχαία πόλη υπήρχαν πολλά ιερά: το μεγάλο ιερό της Δέσποινας, το άλσος της Δέσποινας, λουτρά, βωμός, ιερό του Πάνα, καθώς και ιερό της Αθηνάς. (H Δέσποινα ήταν η δεύτερη κόρη της Δήμητρας, αδερφή της Περσεφόνης.)

Τα αρχαία ιερά χρονολογούνται στον 2ο π.Χ. αιώνα. Σημειωτέον ότι η ακρόπολη είναι αρκετά παλαιότερη, κατά 2-3 αιώνες, πράγμα που σημαίνει ότι κατά τον 2ο αιώνα η πόλη γνώρισε μια περίοδο ριζικής ανακαίνισης, πιθανόν λόγω της ρωμαϊκής κατάκτησης ή ίσως λόγω της αναβίωσης της αρχαίας λατρείας της περιοχής (που απ’ ό,τι φαίνεται ήταν αρκετά ιδιαίτερη).

Κατά τη Βυζαντινή Περίοδο δεν έχουμε πληροφορίες για την πόλη. Πιθανόν να συνέχισε να υπάρχει. Κατά τον 13ο αιώνα φαίνεται πως η ακρόπολη επισκευάστηκε και χρησιμοποιήθηκε ως οχυρό στον πόλεμο μεταξύ Φράγκων και Βυζαντινών.

Το κάστρο σχετίζεται με ένα χαρακτηριστικό επεισόδιο του τέλους του 13ου αιώνα:

Το κάστρο του Αγίου Γεωργίου Σκορτών

Περί το 1290, σύμφωνα με τη γαλλική έκδοση του Χρονικού του Μορέως, ο Πρίγκιπας της Αχαΐας Φλωρέντιος του Αινώ (Florent de Hainaut ή «μισίρ Φλοράς» στο Χρονικό), σύζυγος της κληρονόμου του πριγκιπάτου Ισαβέλλας Βιλλεαρδουίνου (της γνωστής «Ιζαμπώς») κατασκεύασε ένα καινούργιο κάστρο κοντά στη «Μεγάλη Αράχωβα», στον Δρόγγο των Σκορτών: το Κάστρο Αγίου Γεωργίου.
Το 1296 αυτό το κάστρο έπεσε στα χέρια των Ελλήνων. Αυτό έγινε όταν ένας Έλληνας μεταξέμπορος ονόματι Κροκόδειλος θέλησε να πάρει εκδίκηση για μια προσωπική προσβολή από έναν Φράγκο (που του έγινε σε ένα πανηγύρι στα Βέρβενα) και οργάνωσε σχέδιο για την κατάληψη του κάστρου του Αγίου Γεωργίου, για το οποίο εκτίμησε, ορθώς, ότι θα ήταν οδυνηρή απώλεια για τους Φράγκους. Για το σκοπό αυτό εξασφάλισε τη συνεργασία ενός φίλου του που ήταν σιτιστής στο κάστρο και ενός φρουρού που τον δωροδόκησε. Ο Κροκόδειλος συνεργάστηκε με τον στρατηγό του Δεσποτάτου του Μυστρά Λέοντα Μαυρόπαπα ο οποίος είχε υπό τις διαταγές του δύναμη 100 Τούρκων μισθοφόρων. Η επιχείρηση έγινε μια νύχτα με φεγγάρι του καλοκαιριού του 1296 και ήταν απόλυτα πετυχημένη.
Το επεισόδιο αυτό, που ξεκίνησε από ασήμαντες προσωπικές διαφορές, ήταν πολύ σοβαρό καθώς έβαλε τέλος σε μια επταετή περίοδο ειρήνης και έδωσε στους Βυζαντινούς μια οχυρή θέση μέσα στον δρόγγο των Σκορτών.
Ο Πρίγκιπας Φλωρέντιος έσπευσε αμέσως και πολιόρκησε το κάστρο, αλλά παρά τις επίμονες προσπάθειές του δεν μπόρεσε να το ξαναπάρει. Για να πιέσει τους πολιορκημένους έκτισε εκεί κοντά ένα καινούργιο κάστρο, το Beaufort (Μπωφόρ=ωραίο άστρο). Προηγουμένως είχε οχυρώσει και άλλες θέσεις τριγύρω, τις οποίες το Γαλλικό Χρονικό αναφέρει με τα ονόματα Spurte και Malomigny.

Ο Φλωρέντιος πέθανε τον επόμενο χρόνο χωρίς να μπορέσει να ανακτήσει το κάστρο. Αργότερα οι Φράγκοι μπόρεσαν να το πάρουν, αλλά το 1320 το κάστρο κατελήφθη οριστικά από τον Βυζαντινό στρατηγό Ανδρόνικο Ασάν Παλαιολόγο και παρέμεινε σε ελληνικά χέρια για ενάμιση περίπου αιώνα, μέχρι την κατάληψη του από Ενετούς και Οθωμανούς.

Το ερώτημα που προκύπτει για τους μελετητές της μεσαιωνικής ιστορίας του Μοριά είναι: ποιο ήταν το κάστρο του Αγίου Γεωργίου; Και, δευτερευόντως, ποιο είναι το κάστρο Μπωφόρ που έχτισε μετά ο Φλωρέντιος;
Η σύντομη απάντηση είναι: δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα.

Η ταύτιση του κάστρου Αγίου Γεωργίου Σκορτών

Για την ταύτιση του κάστρου του Αγίου Γεωργίου δύο είναι oι επικρατέστερες εκδοχές:
1) Να πρόκειται το Κάστρο στον Ψηλό Aϊ-Γιώργη, που παρουσιάζεται σε ξεχωριστή σελίδα αναλυτικά στον Καστρολόγο ως Κάστρο Αγίου Γεωργίου Σκορτών.
2) Να πρόκειται για το κάστρο της παρούσας σελίδας, το κάστρο της Λυκόσουρας.

Και τα δύο αυτά κάστρα είναι στη νότια άκρη των Σκορτών, αμφότερα είναι κοντά σε χωριό που παλιά λεγόταν Αράχωβα (κοντά στις Άνω Καρυές ο Ψηλός Αϊ Γιώργης και κοντά στις Κάτω Καρυές η Λυκόσουρα) και, τέλος, και στα δύο αυτά κάστρα υπάρχει εκκλησάκι του Αϊ-Γιώργη (όχι ιδιαίτερα ισχυρή ένδειξη, καθώς ο Άγιος Γεώργιος θεωρούνταν ο προστάτης των κάστρων και εκκλησάκια του υπήρχαν σε πολλά κάστρα).
ΟΙ περισσότεροι ιστορικοί θεωρούν ότι το κάστρο Αγίου Γεωργίου του Χρονικού είναι η ακρόπολη Λυκόσουρας, επειδή ήταν πολύ μεγαλύτερο κάστρο και είχε νόημα να του επιτεθεί μια δύναμη 100 ανδρών, ενώ ο Ψηλός Αϊ-Γιώργης είναι πολύ μικρός για να δικαιολογεί όλη αυτή τη φασαρία (οπότε ίσως εκεί να ήταν το Μπωφόρ).
Οι αντενδείξεις σε αυτή τη θεωρία είναι ότι στους πίνακες Hopf του 1377 και του 1391, η Λυκόσουρα αναγράφεται ως ιδιοκτησία συγκεκριμένων Φράγκων αρχόντων, ενώ ξέρουμε ότι εκείνη την εποχή ανήκε από δεκαετίες στους Βυζαντινούς. Επίσης σε μεταγενέστερους χάρτες σημειώνονται ανεξάρτητα το St Zorrzi και η Lycosura (αλλά σε άσχετες θέσεις, ενώ το St Zorrzi μπορεί να είναι άλλο κάστρο).
Κάτι άλλο που προκαλεί σύγχυση είναι η αναφορά των Βέρβενων. Δεν υπάρχει τέτοιο τοπωνύμιο στην περιοχή. Αντίθετα, υπάρχει χωριό Βέρβενα στην ανατολική πλευρά της Πελοποννήσου, στη βόρεια Λακωνία, και μάλιστα πολύ κοντά σε μια Αράχωβα που ήταν σημαντικό πόλισμα (σημ. Καρυές). Κάποιοι (όπως ο αρχαιολόγος Ρωμαίος) έχουν διατυπώσει την υπόθεση ότι ίσως προς τα εκεί βρισκόταν το κάστρο Αγίου Γεωργίου, αλλά το βασικό πρόβλημα με αυτή τη θεωρία είναι ότι η περιοχή δεν έχει καμία σχέση με τα Σκορτά.
Εν τέλει, δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για τη θέση του κάστρου του Χρονικού. Ας κρατήσουμε ότι είναι πιθανό να ήταν στη Λυκόσουρα.


Το κάστρο της Λυκόσουρας αναφέρεται σε χωρογραφικούς πίνακες του Hopf:
Στη λίστα του 1377 ως Lo castello de Scala (in la Scorta) ιδιοκτησίας Janni Misido.
Στη λίστα του 1391 ως Le Stala ιδιοκτησίας Johant Misto & Bertranet Mota.
Στη λίστα του Μουστοξύδη του 1471 εμφανίζεται ως Skalia (αν και ίσως να μην ισχύει η εικαζόμενη παραφθορά από Stala σε Skalia και να πρόκειται για άλλο κάστρο ).

Επιπλέον, αν ισχύει η ταύτιση με τον Άγιο Γεώργιο Σκορτών, το κάστρο εμφανίζεται ως San-Zorzi / Gorzi στη λίστα του 1471 (μαζί με την Skalia που αναφέρθηκε πιο πάνω, οπότε πρόκειται για διαφορετικά κάστρα), ως S. Zorzi Scorta στη λίστα του 1467 και ως S. Zorzi de Scorta στη λίστα του 1463 (σε όλες αυτές τις περιπτώσεις καταγράφεται ως ενετικό).

Το κάστρο έπεσε στα χέρια των Τούρκων περί το 1460. Πρέπει να ανακτήθηκε από τους Ενετούς κατά τον Α’ Ενετοτουρκικό πόλεμο. Το κατέλαβαν οριστικά οι Οθωμανοί μετά το 1471.
Επί Τουρκοκρατίας το κάστρο μάλλον αξιοποιήθηκε καθώς διασώζεται η ονομασία «κάστρο του Ντελή Χασάνι».


Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία

Το κάστρο βρίσκεται σε έναν επιμήκη λόφο στον άξονα βορράς-νότος. Η οχύρωση προστάτευε το επάνω μέρος του λόφου έχοντας αχλαδόσχημη κάτοψη. Το πλατύτερο μέρος του «αχλαδιού» είναι στη νότια πλευρά. Τα τείχη είναι περισσότερο εμφανή στη σχετικά απόκρημνη δυτική πλευρά (φωτο 3,4). Υπάρχουν όμως υπολείμματα τειχών και στις υπόλοιπες πλευρές τα οποία είναι δυσδιάκριτα λόγω της βλάστησης.
Τα τείχη δεν διατηρούνται σε όλο το μήκος της περιμέτρου, ενώ στα περισσότερα σημεία όπου σώζονται διατηρούνται σε χαμηλό ύψος. Σε κάποια σημεία της απόκρημνης δυτικής πλευράς φαίνεται πως δεν υπήρχε ποτέ τείχος.

Οι τρεις πλαγιές του λόφου είναι σχετικά απότομες και δίνουν στοιχειώδη φυσική προστασία. Αυτό δεν ισχύει για την ανατολική πλευρά που κατηφορίζει ομαλά και είναι πολύ ευάλωτη. Εκεί, στο μέσον περίπου της ανατολικής πλευράς ήταν η πύλη του κάστρου. Σήμερα από εκεί αρχίζει ένα μονοπάτι που οδηγεί στα ενδότερα του κάστρου και στο επάνω μέρος του λόφου (φωτο 7).
Σχετικά ευάλωτη είναι και η νότια πλευρά που είναι μεν απότομη, αλλά συνδέεται με ένα ομαλό αυχένα με τα γειτονικά υψώματα.

Στο κέντρο περίπου του λόφου βρίσκεται ένα σύγχρονό εκκλησάκι του Αγίου Γεωργίου. Το εκκλησάκι αυτό αναφέρεται από παλιότερους περιηγητές (του 19ου και των αρχών του 20ου αι.) ότι ήταν ερειπωμένο. Προφανώς, τις τελευταίες δεκαετίες έχουν γίνει εργασίες ανακατασκευής (εκ βάθρων) στο εκκλησάκι.

Τα όρια του κάστρου δεν είναι σήμερα πολύ σαφή, αλλά μπορούμε να εκτιμήσουμε κατά προσέγγιση τις διαστάσεις του: Το μήκος της περιμέτρου της οχύρωσης πρέπει να ήταν περίπου 600 μέτρα που περιέκλειαν μια έκταση 17 στρεμμάτων περίπου. Ήταν δηλαδή ένα αρκετά μεγάλο κάστρο.

Δεν διακρίνεται κανένα ίχνος πύργου στην οχύρωση. Η είσοδος, όπως προαναφέρθηκε, ήταν στο μέσο της ανατολικής πλευράς όπου διακρίνεται ένα άνοιγμα. Κοντά στην είσοδο υπάρχουν ερείπια κινστέρνας (υδατοδεξαμενής, φωτο 9,10) με εσωτερικό επίχρισμα. Στο εσωτερικό υπάρχουν λίγα ακαθόριστα ερείπια και τα ερείπια ενός κτίσματος (φωτο 12,13,14) που λαμβανομένης υπόψη της ιστορίας του κάστρου, μάλλον είναι κατάλοιπο της Τουρκοκρατίας.

Γενικά η οχύρωση δεν είναι σε καλή κατάσταση. Κατά το μεγαλύτερο μέρος πρόκειται για αρχαία τείχη ενώ σε λίγα σημεία, κυρίως στη βόρεια-βορειοδυτική πλευρά (και σποραδικά στα ανατολικά τείχη) διακρίνονται επεμβάσεις και προσθήκες με χρήση κονιάματος που είναι μεσαιωνικές (βυζαντινές ή φράγκικες).

Εκείνο που θα πρέπει να επισημάνουμε είναι ότι η οχύρωση της ακρόπολης Λυκόσουρας δεν ήταν μεγάλων αξιώσεων. Τόσο η αρχαία οχύρωση (που είναι κατώτερη από άλλες αρκαδικές ακροπόλεις) όσο και οι λιγοστές μεσαιωνικές προσθήκες δίνουν την εικόνα ενός κάστρου χωρίς ιδιαίτερα επιμελημένη κατασκευή.

Τα αρχαία τείχη χρονολογούνται στον 4ο αι. π.Χ. ή το νωρίτερο στον 5ο αιώνα. Είναι κατασκευασμένα με το ισόδομο ή το πολυγωνικό σύστημα (όχι από τα καλύτερα δείγματα αυτής της τεχνοτροπίας). Οι μεσαιωνικές προσθήκες δεν μπορούν να προσδιορισθούν χρονολογικά με ακρίβεια και φαίνονται μάλλον πρόχειρες.



Πηγές

  • Έρευνα και φωτογραφίες από τον Peter Barkevics – Οκτώβριος 2025
  • Antoine Bon , La Morée Franque. Recherches historiques, topographiques et archéologiques sur la principauté d’ Achaie (1205-1430), Paris 1969, τόμ. 1, 377-389, 690, 692.
  • Ιωάννης Σφηκόπουλος, Τα μεσαιωνικά κάστρα του Μορηά, Αθήνα 1968, 235-238.
  • Ιστοσελίδα Topoguide - H Αρχαία Λυκόσουρα και το Ιερό της Δέσποινας



Τα δικά σας σχόλια:

Δεν υπάρχουν σχόλια


Στείλτε σχόλιο, παρατήρηση, πληροφορία:

Η απευθείας υποβολή σχολίων μέσα από την ιστοσελίδα έχει απενεργοποιηθεί. Αν θέλετε να στείλετε κάποιο σχόλιο, χρησιμοποιήστε τη φόρμα επικοινωνίας.

Αν το επιθυμείτε, το μήνυμα που θα στείλετε με αυτόν τον τρόπο θα δημοσιευθεί στα σχόλια αυτής της σελίδας.




Πρόσβαση
Είσοδος:
Ελεύθερη πρόσβαση


Γειτονικά Κάστρα
Κάστρο Αετού Μεσσηνίας
Πύργος Ανεμοδουρίου
Κάστρο Αρχαγγέλου Μεσσηνίας
Πύργος Μονής Μπούρα
Κάστρο Προφήτη Ηλία Μεσσηνίας
Κάστρο Φιγαλείας
Παλαιά Μονή Φιλοσόφου
Καστρούλι Αγίου Φλώρου
Κάστρο Γαρδικιού
Κάστρο Καμάρας
Κάστρο Καρύταινας
Καστράκι Κογχυλίου
Κάστρο Κρεμπενής
Κάστρο Κρεπακόρε
Κάστρο Λεονταρίου
Πύργος της Λεβένταινας
Πύργος Λυνίσταινας
Παλαιολόγειο Κάστρο Λογκανίκου
Πύργος Ματζουρανόγιαννη
Κάστρο Μίλα
Κάστρο Παλάτου
Κοκορέικη και Ραφτέικη Πούλια
Κάστρο Σαφλαούρου
Κάστρο Αγίου Γεωργίου Σκορτών
Στομιόκαστρο
Ασκηταριό Παμμεγίστων Ταξιαρχών
Κάστρο Θεισόας