Στείρι, Δήμος Διστόμου-Αράχοβας-Αντίκυρας, Νομός Βοιωτίας,Στερεά Ελλάδα
Κάστρο Στειρίου
| Τοποθεσία: |
| Σε ύψωμα 5 χλμ ΝΑ από το χωριό Στείρι και 1.5 χλμ ΝΑ από τη Μονή Οσίου Λουκά στη Βοιωτία |
| Περιφέρεια > Νομός: | ![]() |
| Στερεά Ελλάδα Ν.Βοιωτίας | |
| Δήμος > Πόλη ή Χωριό: | |
| Δ.Διστόμου-Αράχοβας-Αντίκυρας • Στείρι | |
| Υψόμετρο: | |
|
Υψόμετρο ≈ 390 m (Σχετικό ϋψος ≈80 m) |
| Χρόνος Κατασκευής | Προέλευση | |
| Διάφορες περίοδοι | ΑΡΧΑΙΟ |
|
| Τύπος Κάστρου | Κατάσταση | |
| Ερείπια Κάστρου |
Ερειπιο
|
Λιγοστά ερείπια από την ακρόπολη της αρχαίας πόλης Στείριδος η οποία εξελίχθηκε σε μεσαιωνικό κάστρο, σε λόφο νοτιοανατολικά από την Ιερά Μονή του Οσίου Λουκά στη Βοιωτία, κοντά στο σύγχρονο χωριό Στείρι (5 χλμ νοτιοανατολικά του).
Η ονομασία του λόφου σήμερα είναι «Μπούλιος» ή λόφος «Αγίου Νικολάου».
Ιστορία
Η Στείρις (γεν. Στείριδος) ή (στη νεοελληνική) Στείριδα ή Στίριδα ήταν αρχαία πόλη που βρισκόταν στη θέση Παλιοχώρι, στις δυτικές πλαγιές του Ελικώνα. Το κάστρο της παρούσας σελίδας δεν ήταν ακριβώς στη θέση της αρχαίας πόλης, αλλά λίγο πιο νοτιοανατολικά, εκεί που ήταν η ακρόπολη της Στείριδας.
Αν και η τοποθεσία σήμερα ανήκει στη Βοιωτία, κατά την Αρχαιότητα η Στείρις ήταν πόλη φωκική, μέλος του Κοινού των Φωκέων.
Από τη μυθολογική παράδοση και από τους αρχαίους συγγραφείς μαθαίνουμε ότι ιδρυτής της πόλης υπήρξε ο Αθηναίος Πετεώς, ο οποίος καταγόταν από τον Ερεχθέα και βρέθηκε στην κοιλάδα του Ελικώνα, όταν τον έδιωξε από την Αθήνα, μαζί με τους οπαδούς του, ο βασιλιάς της Αθήνας Αιγέας.
Την αθηναϊκή προέλευση της Στείριδος επιβεβαιώνει και ο περιηγητής Παυσανίας ο οποίος σημειώνει ότι οι περισσότερες πόλεις της Φωκίδας είναι δωρικές πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, μεταξύ των οποίων η Στείρις.
Εικάζεται ότι η ονομασία της πόλης μπορεί να προέρχεται από τη Στειρία που ήταν αρχαίος δήμος της Αθήνας, περίπου στο σημερινό Πόρτο Ράφτη.
Ιστορικά, καταγράφεται η συμμετοχή του στρατού της Στειρίδας σε σημαντικά γεγονότα, όπως το 338 π.Χ. στη μάχη της Χαιρώνειας, το 323 π.Χ. στη μάχη της Κραννώνας κατά τον Λαμιακό πόλεμο και το 279 π.Χ. στην απώθηση των Γαλατών του Βρέννου όταν κινδύνευσε το Μαντείο των Δελφών.
Η πόλη της Στείριδας, αν και υπέστη 3 τουλάχιστον μεγάλες καταστροφές, από τον Ξέρξη το 480 π.Χ., από τον Φίλιππο Β’ το 346 π.Χ. στον τρίτο Ιερό Πόλεμο και το 147 π.Χ. από τους Ρωμαίους, ξαναχτίστηκε, και συνέχισε να υπάρχει κατά τη Ρωμαϊκή και την Πρωτοβυζαντινή Περίοδο.
Η Στείριδα αναφέρεται στον Συνέκδημο του Ιεροκλέους (κατάλογο των πόλεων στα μέσα του 6ου αιώνα μ.Χ.) όπου αναφέρεται ως «Στίρις», μία από τις 79 πόλεις της «Επαρχίας Ελλάδος» επί Ιουστινιανού.
Με άλλα λόγια, η Στείριδα εξακολουθεί να επιζεί τον 6ο αιώνα, όπως συμβαίνει και με τις άλλες γειτονικές φωκικές πόλεις, την Άμβροσσο (Δίστομο), την Αμφισσα, τους Δελφούς κ.ά. Υλικό από την αρχαία πόλη χρησιμοποιήθηκε στο χτίσιμο παλαιοχριστιανικής βασιλικής που έχει ανασκαφεί κοντά το κάστρο, νότια από ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου.
Τελευταία βυζαντινή αναφορά αναφορά της Στείριδας βρίσκουμε στη Notitia Episcopatuum 3 του κώδικα Paris Grec 1555Α (8ος αι. μ.Χ.), όπου γίνεται αναφορά σε επισκοπή Στίπης (εννοώντας Στίρις) υπαγόμενη στη Μητρόπολη Αθηνών.
Η Στείριδα επανεμφανίστηκε στις ιστορικές πηγές πολύ αργότερα, τον 14ο αιώνα, όταν την περιοχή κατείχαν (μετά τη μάχη του Κηφισού το 1311) οι Καταλανοί του Δουκάτου των Αθηνών. Το όνομά της εκείνη την εποχή ήταν lu Estiru ή el Estir. Από την περίοδο αυτή έχουμε αρκετές αναφορές για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του φέουδου:
Σύμφωνα με καταλανικά έγγραφα του 1367, το κάστρο ανήκε μέχρι τότε στον Armengol de Novelles, o οποίος το έβαλε ενέχυρο στον Θηβαίο Bernard Desvilar για 8000 χρυσά υπέρπυρα. Τον τελευταίο σκότωσε ο Roger de Lluria στην Θήβα και απαίτησε από τον Bernard Ballester, που παντρεύτηκε την χήρα του Desvilar, Beatrice, να του παραδοθεί το Στείρι για 2000 υπέρπυρα, τα οποία ουδέποτε κατεβλήθησαν.
Το 1366 το κάστρο δόθηκε από τον Αραγωνέζο βασιλιά της Σικελιάς Φρειδερίκο Γ΄ στον Guillem Frederich d’Aragó, πράξη που ποτέ δεν εφαρμόσθηκε, αφού το 1367 ο ίδιος μονάρχης επικύρωσε την κατοχή του Στειρίου στον Lluria.
Σε δύο μεταγενέστερα έγγραφα του αρχείου της Αραγώνας (με ημερομηνία 31 Απριλίου και 18 Σεπτεμβρίου 1380), ο βασιλιάς Πέτρος ευχαρίστησε τους Έλληνες Dimitri και Μitro, καστελλάνους των Σαλώνων, που έσωσαν το κάστρο Estir από τους Ναβαρραίους (δηλ.την μισθοφορική εταιρεία των Ναβαρέζων που δρούσαν στη Στερεά Ελλάδα για λογαριασμό του Νέριο Ατζαγιόλι).
Λίγο αργότερα πάντως, περί το 1385, το κάστρο χάθηκε οριστικά για τους Καταλανούς, καθώς η εξουσία τους στο Δουκάτο των Αθηνών καταλύθηκε από τον φλωρεντίνο Νέριο Ατζαγιόλι.
Η ιστορία του κάστρου έκτοτε δεν είναι γνωστή. Λογικά θα καταλήφθηκε από τους Τούρκους μετά το τέλος του φράγκικου δουκάτου των Αθηνών το 1460. Στις αρχές της Τουρκοκρατίας πρέπει να εγκαταλείφθηκε.
Περιηγητές του 19ου αιώνα που επισκέφθηκαν την ακρόπολη της Στείριδας κάνουν μνεία της οχύρωσης και της ερειπωμένης εκκλησίας, όπως ο William Leake (1804), ο οποίος ονομάζει την περιοχή Παλαιοχώρα, αλλά έκανε ορθώς την ταύτιση με την αρχαία Στείριδα.
Αργότερα, ο Vischer (1853-1954) αναφέρεται στην ερειπωμένη εκκλησία του Αγίου Νικολάου, της οποίας διακρίνονταν τμήματα από κίονες και άλλα αρχιτεκτονικά μέλη, αλλά και μία επιγραφή που πιθανολογεί ότι αναφέρεται στο κτίσιμο της εκκλησίας στη θέση ναού του Ασκληπιού.
Στον λόφο δεν έχει γίνει κάποια σοβαρή έρευνα, πέρα από μια σωστική ανασκαφή το 1999, όταν μια μπουλντόζα που άνοιγε δρόμο πάνω στον λόφο (!) κατέστρεψε (σχεδόν) την εκκλησία του Αγίου Νικολάου. Λίγο μετά έγινε έρευνα στις επιχώσεις της διάνοιξης και έγινε δυνατή η αποτύπωση της εκκλησίας που διαπιστώθηκε ότι ανήκει στον τύπο του ελεύθερου σταυρού με τρούλο, με διαστάσεις 10,0✖8,50μ. και μέγιστο σωζόμενο ύψος 0,80μ. (ΑΔ 61/Β1-2006).
Δομικά, Αρχιτεκτονικά, Οχυρωματικά Στοιχεία
Από την αρχαία Στείριδα διατηρείται ένα μέρος της οχύρωσης. Στη δυτική και βορειανατολική πλευρά του λόφου δεν υπάρχει οχύρωση καθώς οι απόκρημνοι βράχοι εξασφαλίζουν επαρκή προστασία (φωτο 1,3,11).
Στην ανατολική πλευρά σώζεται οχύρωση χαλαρά δομημένου κυκλικού τείχους από ακατέργαστες πέτρες, ύψους περίπου 1μ. (φωτο 5-8). Στην ίδια πλευρά διακρίνονται επίσης αρκετοί πύργοι, κυρίως τετράγωνοι και ημικυκλικοί.
Διακρίνονται τουλάχιστον 4 οικοδομικές φάσεις στην οχύρωση: μυκηναϊκή, κλασική, παλαιοχριστιανική/βυζαντινή και μεσαιωνική (καταλανικής εποχής).
Στο εσωτερικό της ακρόπολης σώζονται στέρνες, λίθινες γούρνες, ποικίλα οικιστικά κατάλοιπα, αρκοσόλια, τάφοι, επιφανειακά ευρήματα, οικιστικά και εργαστηριακά κατάλοιπα, καθώς και λίγα κατάλοιπα από ναό του Αγίου Νικολάου.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το μονόγραμμα Τ, που ήταν σύμβολο της αρχαίας Φωκίδας και που βρίσκεται χαραγμένο στον φυσικό βράχο, τουλάχιστον σε δύο σημεία (φωτο 12).
Ο ναός του Αγ. Νικολάου, στην κορυφή της ακρόπολης, είχε κατασκευαστεί κυρίως από αρχαίο υλικό σε δεύτερη χρήση (spolia). Μεταξύ του αρχαίου δομικού υλικού του ναού, αποκαλύφθηκε επιγραφή με αφιέρωση στον θεό Ασκληπιό, κάτι που σημαίνει ότι εκεί γύρω προϋπήρχε Ασκληπιείο (θεραπευτήριο).
Το πιο εντυπωσιακό σημείο στον λόφο είναι βασιλικός τάφος της Μυκηναϊκής Εποχής, που είναι λαξευμένος στον βράχο, με ορθογώνιο άνοιγμα εισόδου (φωτο 2). Συμφωνα με τη τοπική παράδοση, εκεί ασκήτεψε ο Όσιος Λουκάς, γι’ αυτό και η περιοχή ονομάζεται «Ασκηταριό».
Η αρχαία πόλη κατείχε σημαντική θέση στην κοιλάδα, αφού έλεγχε τους δρόμους που οδηγούσαν από τα παράλια στην ενδοχώρα. Έλεγχε επίσης μια μεγάλη περιοχή των συνόρων με τη Βοιωτία. Στα νοτιοδυτικά, επικοινωνούσε με τα φωκικά παράλια και τον αρχαίο Μεδεώνα μέσω του φαραγγιού της Κλεισούρας, μήκους 6χλμ, στη δυτική πλευρά του οποίου υπήρχε αρχαίο μονοπάτι, το οποίο μέχρι και την δεκαετία του 1950, ήταν ο κυριότερος δρόμος επικοινωνίας των Στειριωτών και της μονής του Οσίου Λουκά με τον Κορινθιακό κόλπο. Σε κάποιο σημείο του μονοπατιού αυτού υπάρχει το πέτρινο «γεφύρι του μοναχού Λεοντίου» (φωτο 13).
Γύρω από τον λόφο, στην ευρύτερη περιοχή, υπάρχουν κατάλοιπα από διάφορους πύργους και μικρά καστράκια (αρχαία κυρίως) που προστάτευαν τα διάφορα περάσματα του βουνού και την κλεισούρα προς τη θάλασσα.
Λίγο πιο νότια από τον λόφο, στον κόλπο του Αγίου Νικολάου διατηρείται η οχυρωμένη ακρόπολη του Μεδεώνα πάνω από έναν εξαιρετικό φυσικό λιμένα που σήμερα είναι μέρος των εγκαταστάσεων της «Αλουμίνιο της Ελλάδος». Σημειωτέον ότι περί το 200π.Χ. ο αρχαίος Μεδεών ενώθηκε σε συμπολιτεία με τη Στείριδα.
Πηγές
- Φώτης Ντάσιος (1992), «Συμβολή στην τοπογραφία της Αρχαίας Φωκίδας», Φωκικά Χρονικά, τεύχος 4. 72-73.
- Kenneth M. Setton (1975), Catalan domination of Athens, 1311-1388, Vitorium, London.
- Εύη Τσώτα (2013), Αρχαία Στείριδα. Μία αρχαία Φωκική πόλη μέσα στο χρόνο.
- Ιστοσελίδα taxidiotiko-photologio (2023), Αρχαία Στείριδα. Μία αρχαία Φωκική πόλη μέσα στο χρόνο
- Ρουβιό υ Λιούκ Α. (RUBIO-I-LLUCH ANTONIO - 1912). Περί των Καταλανικών Φρουρίων της Ηπειρωτικής Ελλάδος (µτφρ. Μαυράκη Γ.Ν.). Αθήνα: Κουλτούρα [1991].
Τα δικά σας σχόλια:
Δεν υπάρχουν σχόλια
Στείλτε σχόλιο, παρατήρηση, πληροφορία:
Η απευθείας υποβολή σχολίων μέσα από την ιστοσελίδα έχει απενεργοποιηθεί. Αν θέλετε να στείλετε κάποιο σχόλιο, χρησιμοποιήστε τη φόρμα επικοινωνίας.
Αν το επιθυμείτε, το μήνυμα που θα στείλετε με αυτόν τον τρόπο θα δημοσιευθεί στα σχόλια αυτής της σελίδας.
| Πρόσβαση |
|---|
| Είσοδος: |
| Ελεύθερη πρόσβαση |
















