Kastrologos

Castles of Greece
 

The Chronicle of The Morea

The complete Greek text in the contemporary monotonic accentuation system
Based on the Copenhagen manuscript that describes events prior to 1292



xronikon moreos


  ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟΝ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ
Θέλω να σε αφηγηθώ αφήγησιν μεγάλην·
κι αν θέλης να με ακροαστής, ολπίζω να σ᾿ αρέση.
ΠΡΩΤΗ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑ [1096-1099]
§ 2 3Όταν το έτος ήτονε, από κτίσεως κόσμου,
εξάκις χιλιάδες δε κ᾿ εξάκις εκατοντάδες
5και δώδεκα ενιαυτούς, τόσον και ουχί πλέον,
διά συνεργίας και προθυμίας, μόχθου πολλού και κόπου
του μακαρίου εκεινού φρε Πιέρου ερημίτου,Πέτρος ο Ερημίτης (1050 — 1115)
όστις απήλθε στην Συρίαν, να έχη προσκυνήσει
έσω εις τα Ιεροσόλυμα, εις του Χριστού τον τάφο.
10Κι ως ηύρε τους χριστιανούς, ομοίως τον πατριάρχην,
οίτινες εδουλεύασιν εκεί τον άγιον τάφον,
το πώς τους ατιμώνασιν το αβάφτιστον το έθνος,
εκείνοι οι Σαρεκηνοί όπου τον αφεντεύαν·
όταν ελειτούργα κ᾿ ύψωνεν τα άγια ο πατριάρχης,
15με δύναμης τα άρπαζαν κ᾿ ερρίχτασίν τα κάτω,
κι αν ήτον τόσα απότολμος να τους αντιμιλήση,
ευτύς χάμω τον έρριπταν, πολλά τον τιμωρούσαν.
Ιδόντας τούτο ο άγιος εκείνος ο ερημίτης,
μεγάλως εβαρέθηκεν, έκλαψεν ελυπήθην,
20και είπεν προς τους χριστιανούς και προς τον πατριάρχην.
«Ως χριστιανός ορθόδοξος ομνύω σας και λέγω·
αν δώση ο Θεός κ᾿ η δόξα του ν᾿ αποστραφώ στην Δύση,
στον Πάπα τον αγιώτατον κ᾿ εις όλους τους ρηγάδες
βούλομαι ελθείν σωματικώς να τους ειπώ τα βλέπω,
25κι ολπίζω εις έλεος Χριστού να τους παρακινήσω,
να έλθουν με τα φουσσάτα τους εδώ στο μέρος τούτο,
να εβγάλουν τους Σαρεκηνούς εκ του Χριστού τον τάφον».
Λοιπόν θρηνώντας εστράφηκεν και εις την Ρώμην ήλθεν.
Του Πάπα αφηγήσετον τα ήκουσεν και είδεν.
30Κι ο Πάπας, ως το ήκουσεν το πώς τον αφηγάτον,Πάπας Ουρβανός Β’
έκλαψεν σφόδρα, λυπηρά, μεγάλως ελυπήθην·
ευτύς ορίζει, γράφουσιν εις όλα τα ρηγάτα·
γαρδιναλέους απέστειλεν, λεγάτους κ᾿ επισκόπους,γαρδιναλέους=καρδιναλίους
εις το ρηγάτο Φράντσας τε και τόπους τους ετέρους,ρηγάτο=βασίλειο
35ένθα ήσαν οι Χριστιανοί, όπου και αφεντεύαν·
ευχήν και παρακάλεσιν εις αύτους αποστείλει·
είτις απέλθη στη Συρίαν εις του Χριστού τον τάφον,
όσα και αν αμάρτεσεν αφότου εγεννήθη,
να έχη την συμπάθειον ευτύς τώνε φταισμάτων.
40Ως το ήκουσαν οι άπαντες οι αρχηγοί της Δύσης,
ευτύς επήραν τον σταυρόν κ᾿ εις τον Χριστόν ωμόσαν
να απέλθουν να εβγάλουσιν το γένος των βαρβάρων.
Των χριστιανών η ένωσις εγίνοτον μεγάλη·
ογδοήντα οχτώ ευρέθησαν χιλιάδες καβαλλάροι,
45κι οχτακοσίες δεκοχτώ χιλιάδες οι πεζοί τους.
 
ΟΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ ΕΙΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΙΝ ΚΑΙ Μ. ΑΣΙΑΝ
§ 3 Εκ την Κωνσταντινούπολιν εκείθεν απεράσαν·
τον τόπον της Ανατολής, Τούρκοι τον εκρατούσαν.
Ο βασιλεύς γαρ των Ρωμαίων, Αλέξης ο Βατάτζης, Αλέξιος Α’ Κομνηνός [λάθος Χρονικού]
ιδών το πλήθος των Φραγκών, συμβίβασιν εποίκεν,
50όρκον, συνθήκας έποικεν μετά τους κεφαλάδες·κεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
τον τόπον της Ανατολής, όπου ήτον γονικόν του,
αν δώση ο Θεός κ᾿ εβγάλουσιν τους Τούρκους απ᾿ εκείθεν,
εάν του παραδώσουσιν τον τόπον και τα κάστρη,
σωματικώς να απελθή μ᾿ αυτούς εις την Συρίαν,
55να έχη μετ᾿ αυτόν δώδεκα χιλιάδες καβαλλάρους.
Οι Φράγκοι γαρ ως άνθρωποι αληθινοί εις πάντα,
επίστεψαν του βασιλέως τους λόγους κι ώμοσάν του.
Οι Φράγκοι, απείν ωμόσασιν, τους όρκους εβαστάξαν·
περνούν εις την Ανατολήν, τον τόπον εκερδίσαν,
60ευτύς τον επαράδωκαν Αλέξιον τον Βατάτζην,
όπου ήτον τότες βασιλεύς όλης της Ρωμανίας.
Επείν γαρ επαράλαβεν τα κάστρη και τες χώρες,
βουλήν επήρεν δολερή μετά τους άρχοντές του,
το πώς να εύρουν αφορμή, και πώς να έχουν μείνει
65εκ το ταξείδι της Συρίας, και να μη κιντυνέψουν.
Ενταύτα ενώθη ο βασιλεύς μετά τους πριγκιπάδες,
τους κεφαλάδες κι αρχηγούς του Φράγκικου φουσσάτου,
και είπεν ούτως προς αυτούς, ταύτα τους συντυχαίνει·συντυχαίνω=ομιλώ, συνομιλώ
«Πρώτο τον Θεόν ευχαριστώ, δεύτερο εσάς ομοίως,
70όπου με εβοηθήσετε κ᾿ ηπήρα το γονικό μου.
Εν τούτω σας παρακαλώ, να έναι με βουλή σας,
δότε με μήναν τέρμενο όπως διά να μείνω,
τα κάστρη, τα εκερδίσετε, να τα έχω σιταρχίσει,
να ορθώσω τα φουσσάτα μου, να ελθούσι μετ᾿ εμένα·
75ευτύς να ορμήσω, να έρχωμαι ένθα και να σας εύρω».
§ 4 Οι Φράγκοι ως χριστιανοί δόλον ουκ εσκοπήσαν,σκοπίζω=σκέφτομαι
επίστεψαν τον λόγον του και αποχαιρετού τον·
την Αρμενίαν επέρασαν, εις Αντιοχείαν απήλθον·
κι ο βασιλεύς απέμεινεν, απέργωσεν τους Φράγκους,
80τον όρκον όπου ώμοσεν έσφαλε, επάτησέ τον,
και ουκ απήλθεν μετ᾿ αυτούς καθώς τους είχε ομόσει.
Έδε σφάλμα, το έποικεν, ο βασιλεύς εκείνος·
όλοι του κόσμου οι άνθρωποι τον εκατηγορήσαν.
Οι Φράγκοι, όταν απήλθασιν εις την Αντιοχείαν,
85πολλά εκακοπάθησαν έως να την επάρουν.
Αφότου γαρ ηπήρασιν της Αντιοχείας την πόλιν,
εκεί εξεχειμάσασιν μέχρι τον μάρτιον μήνα·
κ᾿ εκείθεν εξεβήκασιν τα μέρη της Συρίας,
κουρσεύοντα, κερδίζοντα τα κάστρη και τες χώρες·
90πολλούς πολέμους έποικα με το έθνος των βαρβάρων,
καθώς εγγράφως ηύραμεν λεπτώς εις το Βιβλίο
της Κουγκέστας, όπου έγινεν ετότες στην Συρίαν.
Και ταύτα γαρ συνοπτικά σε γράφω να μανθάνης,
διατί σπουδάζω να στραφώ εις την αφήγησίν μου.
95Αφότου γαρ εσέβησαν απέσω στην Συρίαν,
εις τα Ιεροσόλυμα εδιέβησαν ολόρθα·
την χώραν επολέμησαν, εσέβησαν απέσω.
ΙΔΡΥΣΙΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΙΕΡΟΥΣΑΛΗΜ [1099]
Επείν γαρ απεσώσασιν εις του Χριστού τον τάφον,
δόξαν και ύμνον έδωκαν τον ποιητήν και πλάστην·
100βουλήν επήραν οι αρχηγοί ποίον να ποίσουν ρήγαν·
πολύ εσυνερίζονταν, δι᾿ ού είχαν μεγάλην δόξαν.
Οι δε όλοι οι φρονιμώτεροι και το κοινό μετ᾿ αύτους
τον Κοτευφρώνεν ντε Μπουλιού εγλέξαν διά ρήγαν.Γοδεφρείδος Μπουγιόν (Bouillon)
δι᾿ ού ήτον φρονιμώτερος, ενάρετος εις όλους·
105αφέντην τον εποίκασιν και ρήγαν της Συρίας.
Εκείνος γαρ, ως φρόνιμος, την αφεντίαν εδέχτη·
το στέμμα γαρ το χρύσινον ουδέν το επαραδέχτη
στην κεφαλήν του κάμ ποσώς να το του έχουν βάλει,
λέγας· Ουκ ήτον άξιος, ουδέ εύπρεπον υπήρχε,
110εκεί όπου εστέψαν τον Χριστόν με ακάνθινον το στέμμα,
να στέψουσιν αμαρτωλόν άνθρωπον με χρυσίον.
Αφόνου γαρ επλάτυνεν των Φραγκών η αφεντίααφεντία=κυριαρχία
εις το ρηγάτο της Συρίας, καθώς σε το αφηγούμαι,
ουδέν εδιάβαιναν ποσώς πέντε ή δέκα χρόνοι,
115εκ το ρηγάτο της Φραγκίας, από την Αγλητέρραν,Αγλητέρρα=Αγγλία
κι από τα άλλα έτερα της Δύσεως τα ρηγάτα,
όσοι αγαπούσαν τον Χριστόν κ᾿ ευσέβειαν εποθούσαν,
να μη περάσωσιν λαός, πλήθος φτωχοί και πλούσιοι,
εις την Συρίαν απέρχονται εις του Χριστού τον τάφον·
120συφάμελοι υπαγαίνασιν εκεί κ᾿ εκατοικούσαν,συφάμελοι=οικογενειακώς
οι μεν διά το προσκύνημα, και άλλοι διά την δόξαν.
 
ΤΑ ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΑ ΤΗΣ Δ´ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑΣ [1201-1202]
§ 5 Παρελθουσών γαρ των χρονών εκατον πληρωμένων.
αφότου εγένετον εκείνο το πασσάτζο,πασσάτζο=πλους
το έτος ετότε έτρεχεν το από κτίσεως κόσμου
125έξι χιλιάδες, λέγω σε, κ᾿ εφτά εκατοντάδες,
και δεκαέξι μοναχούς χρόνους είχεν το έτος,
οι κόντοι εκείνοι ενώθησαν, όπερ εδώ ονομάζω,
κι άλλοι μεγάλοι άνθρωποι ενώ ήσαν εκ την Δύσιν·
όρκον εποίησαν ομού και τον σταυρόν απήραν,
130όπως ομού περάσωσιν εις της Συρίας τα μέρη,
εκείσε εις τα Ιεροσόλυμα, εις του Κυρίου τον τάφον.
Ο πρώτος ήτον ο Παντουής, κόντος ήν της Φιλάντρας·Βαλδουΐνος Α’ κόμης της Φλάνδρας
τον δεύτερον ελέγασιν τον κόντον της Τσαμπάνιας·Θεόβαλδος (Thimbaut de Champagne)
τον τρίτον γαρ ωνόμαζαν τον κόντον της Τουλούζας.[λάθος του Χρονικού-δεν συμμετείχε]
135Το δε το πλήθος του λαού και των φλαμουραρίων,φλαμουράριος=βαθμοφόρος
όπου ήσασιν εις την βουλήν και εις το ταξείδι εκείνο,
ουκ ημπορώ να τους ειπώ διά την πολυγραφίαν.
Βουλήν απήρασιν ομού οι κεφαλάδες όλοι
το ποίον να ποιήσουν κεφαλήν απάνω εις τα φουσσάτα.
140Εν τούτω αποδιαλέξασιν τον κόντον της Τσαμπάνιας,
διατί ήτον ευτροπώτερος κ᾿ εις τ᾿ άρματα επιδέξιος·
εκείνος ήτον νεούτσικος, χρονών εικοσιπέντε·
και διά την παρακάλεσιν όλων των κεφαλάδων
το οφφίκιον επαράλαβε, με προθυμίαν το επήρε.οφφίκιον=αξίωμα
145Ενταύτα απήρασιν βουλήν ότι να απελθούσιν,
ο κατά είς εις τον τόπον του διά να οικονομηθούσι·
εις τον ερχόμενον καιρόν, εις το έμπα του απριλίου,
αμφότεροι να εσμίξουσιν, εις την Συρίαν ν᾿ απέλθουν.αμφότεροι [εδώ]=άπαντες
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΜΗΤΟΣ ΤΗΣ ΚΑΜΠΑΝΙΑΣ
§ 6 Κι αφότου απεχωρίστησαν, στους τόπους τους απήλθαν·
150ουδέν εδιάβησαν ποσώς κανένας μήνας, δύο,
από αμαρτίας εγίνετον κι απέθανεν ο κόντος,
εκείνος ο παράξενος, ο κόντος της Τσαμπάνιας.παράξενος=εξαιρετικός
Θρήνος και θλίψη εγίνετον ς᾿ όλους τους πελεγρίνους·πελεγρίνος=προσκυνητής, σταυροφόρος
κι από την θλίψιν την πολλήν ήλθαν να κιντυνέψουν,
155να αφήκουσιν το πέραμα και το πασσάτζο εκείνο·
έδε αμαρτία όπου εγίνετον, ο θάνατος του κόντου.
§ 7 Εν τούτω, ως ηθέλησε Θεός να γένη το πασσάτζο,
όπως να μη απορήσωσι τόσοι μεγάλοι ανθρώποι,
να μείνουν και αφήσουσι τέτοιον καλόν ταξείδιν,
160είς από αυτούς ευρέθηκεν χρήσιμος καβαλλάρης·
άνθρωπος ήτο ευγενικός, φρόνιμος υπέρ μέτρου,
μισίρ Ντζεφρέ τον έλεγαν, ντε Βιλαρντουή το επίκλην,Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος (ιστορικός)
και μέγας πρωτοστράτορας ήτον γαρ της Τσαμπάνιας.επίκλην=επώνυμο
Εκείνος ήτο ο μαΐστορας και ο πρωτοσύμβουλός του,
165εκεινού του μακαριτού του κόντου της Τσαμπάνιας,
όπου τον εσυμβούλευεν να ποιήσουν το ταξείδιν·
κι ως είδεν γαρ το εριζικόν, τον θάνατον του κόντου,
ανέλαβεν την υπόθεσιν το του πασσάτζου εκείνου.
Ελόγισεν, ως φρόνιμος, ότι αμαρτία ήθελε είσται,
170διά ενός ανθρώπου θάνατον να μείνη το πασσάτζο
κ᾿ η σωτηρία των χριστιανών, ψέγος ήθελεν είσται.ψέγος=ψόγος
§ 8 Απήρεν δύο καβαλλαρίους όπου είχε εκ της βουλής του·
εκ την Τσαμπάνια εξέβηκεν εις την Φιλάντριαν ήλθεν,Φιλάντρια=Φλάνδρα
ηύρεν τον κόντον Παντουήν μεγάλως λυπημένον.Βαλδουΐνος κόμης της Φλάνδρας
175διά την θανήν που εγίνετον στον κόντον της Τσαμπάνιας,κόντος=κόμης
κι αφότου συνεθλίβησαν αμφότεροι οι δύο,
μισίρ Ντζεφρές, ως φρόνιμος, παρηγορά τον κόντον·Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος (ιστορικός)
και τόσον έξευρε να ειπή, τόσην βουλήν να δώση,
ότι εμεταστερέωσεν να γένη το πασσάτζο.
180Κι αφότου εστερεώσασιν ότι να το πληρώσουν,
ο κόντος της Φιλάντριας του έδωκε έναν καβαλλάρην
να υπάη μετ᾿ αυτόν σύντροφος στον κόντον της Τουλούζας.
Ευθέως τον δρόμον έπιασαν κ᾿ εις την Προβέντσαν ήλθαν·Προβέντσα=>Προβηγκία
τον κόντον ηύραν λυπηρόν, εις σφόδρα ήτον θλιμμένος,
185το μεν ήτον διά την θανήν του κόντου της Τσαμπάνιας,
το πλειότερον, ως έλεγε, διά το πασσάτζο εκείνο
όπου ήσαν καταπιάσοντα κι αρτίως εσκανταλίστη.
Και τότε ο μισίρ Ντζεφρές, ως φρόνιμος όπου ήτον,
άρχισε να τον παρηγορά κ᾿ επληροφόρεσέ τον,
190το πώς ο κόντος Παντουής, ο αφέντης της Φιλάντριας,Βαλδουΐνος, κόμης της Φλάνδρας
θέλει και εμεταστερέωσεν να γένη το πασσάτζο.
«Διά τούτο απέστειλεν εδώ τον καβαλλάρη ετούτον
κ᾿ εμέν ωσαύτως μετ᾿ αυτόν, πληροφορίαν σε λέγω,
να σε πληροφορέσωμεν, ας έν᾿ το θέλημά σου,
195εις τόπον όπου ορέγεσαι να εσμίξετε οι δύο,
να γράψωμεν και των αλλών όπου εις τον όρκον είναι,
να έλθουν κ᾿ εκείνοι μετά εσάς να ενωθήτε αλλήλως,
το πράγμα να στερεώσετε το πώς θέλετε πράξει».
Ο κόντος γάρ, ως φρόνιμος, εκείνος της Τουλούζας,
200ακούσων του μισίρ Ντζεφρέ τους λόγους και την πράξιν,
ευθέως εσυγκατέβηκεν κ᾿ εις την βουλήν του εσέβη.
Εν τούτω εδιορθώσασιν το πού να ενωθούσιν.
Τι να σε λέγω τα πολλά πολλάκις να βαρειέσαι;
εις την Μπουργούνια εσμίξασιν αμφότερ᾿ οι κοντάδες·Μπουργούνια=>Βουργουνδία
205βουλήν απήραν ενομού μετά τους πελεγρίνους,
το ποίον να ποιήσουν κεφαλήν εις όλα τα φουσσάτα.
Ο ΒΟΝΙΦΑΤΙΟΣ ΕΚΛΕΓΕΤΑΙ ΑΡΧΗΓΟΣ
Εν τούτω οι φρονιμώτεροι όλων των πελεγρίνων
είπαν κ᾿ εσυμβουλέψασιν να ποιήσουν τον Μπονιφάτσιον·Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός (Monferrato)
μαρκέσης ήτον ντε Μουφαράντ, αφέντης μέγας υπήρχεν,μαρκέσης=μαρκήσιος
210στρατιώτης γαρ εξάκουστος και πρώτος της Ιτάλιας.
Δύναμιν είχεν φοβερήν, φουσσάτα είχε μεγάλα·
η αδελφή του ευρίσκετον ρήγαινα της Φραγκίας.
Ενταύτα επαρακάλεσαν εκείνοι οι δύο κοντάδες,
ομοίως κ᾿ οι άλλοι έτεροι, οι πρώτοι των πελεγρίνων,
215εκείνον τον μισίρ Ντζεφρέ ν᾿ απέλθη στον μαρκέζην,μαρκέζην=μαρκήσιο
να ποιήση τόσον προς αυτόν, να τον παρακαλέση,
όπως να καταδέξεται την ενοχήν να πιάση,ενοχή=διοίκηση
ν᾿ απέλθη μ᾿ αυτούς στην Συρίαν, να ένι πρώτος ᾿ς όλους,
διά κεφαλήν και οριστήν εις όλα τα φουσσάτα.
§ 9 220Οι δύο κοντάδες του έδωκαν προς έναν καβαλλάρην·
υπόσχεσιν του εποιήσασιν εις όσον καταστήση,
να το κρατήσουσιν στερκτον και ου μη το παρατρέψουν.
Εν τούτω ο μισίρ Ντζεφρές απεχαιρέτησέ τους,
απήρεν τους καβαλλαρίους εκείνων των δύο κοντάδων,
225ολόρθα απήλθασιν εκεί όπου ήτον ο Μπονοφάτσος.
Στην Λάτσαν τον ηυρήκασιν, χώρα μεγάλη ένι·Λάτσα=> Μιλάνο Ιταλίας
κι αφότου επεζέψασιν κ᾿ εκατουνέψανέ τους,κατουνέψανε=στρατοπέδευσαν
εις τον μαρκέσην ήλθασιν, γλυκέα τον χαιρετούσιν
εκ μέρους των ευγενικών εκείνων των κοντάδων,
230είθ᾿ ούτως κι από των λοιπών ολών των πελεγρίνων.πελεγρίνος=προσκυνητής, σταυροφόρος
Τα πιττάκια όπου εβάσταζαν, πρώτα του επροσκομίσαν,πιττάκιον=επιστολή
κι απέκει τον εσύντυχεν μισίρ Ντζεφρές εκείνος·
άρχασεν ούτως λέγει του· πώς τον παρακαλούσιν
τον κόντον της Φιλάντριας είπε ομπρός, δεύτερον της Τουλούζας,
235κι απέκει τους ευγενικούς, τους πρώτους του πασσάτζοπασσάτζο=πλους
να καταδέξεται γενεί εις αύτους καπετάνος,
κυβερνητής, διορθωτής εις όλα τα φουσσάτα.
Ως φρόνιμον κ᾿ ευγενικόν οι όλοι τον εκλέξαν,
κ᾿ ελπίζουν εις τα φρόνα του να μη τους έχη λείψει.
§ 10 240Ο μαρκέσης, ως φρόνιμος, ούτως τους απεκρίθη·μαρκέσης = μαρκήσιος
«Ευχαριστώ τους άρχοντες, άπαντες τους κοντάδες,
το πώς εκαταδέχτησαν το οφφίκιον να με δώσουν.
Εγώ γαρ ουκ ημπορώ απόκρισιν να ποιήσω
άνευ βουλής και θέλημα του αφέντου μου του ρήγα,
245οπού έχω αφέντην και γαβρόν, τον ρήγαν της Φραγκίας
ωσαύτως και της ρήγαινας όπου ένι αδελφή μου.
Λοιπόν διά την αγάπην του ομοίως και διά την τιμήν μου,
ας με υπομένουσιν μικρόν έως ού να απέλθω εις αύτους,
να έχω βουλήν κι απολογίαν το τι με θέλουν ορίσει,απολογία=άδεια, έγκριση
250και μετά ταύτα να στραφώ κι απόκρισιν να τους ποιήσω».
Ο ΒΟΝΙΦΑΤΙΟΣ ΕΚΛΕΓΕΤΑΙ ΑΡΧΗΓΟΣ
§ 11 Οικονομήθη παρευτύς εκείνος ο μαρκέσης
από την Λάτσα εξέβηκεν, απέρασεν τα όρη,
όπου χωρίζουν την Φραγκίαν από την Λουμπαρδίαν.Λουμπαρδία=>Λομβαρδία
Τοσούτον γαρ ωδήγεψεν, εις την Φραγκίαν απήλθε·
255εύρεν τον ρήγαν στο Παρίς, την ρήγαιναν ομοίως·Παρίς=Παρίσι
ομού τους εχαιρέτισεν καθώς ήσαν οι δύο.
Χαράν μεγάλην έποικαν το ιδεί τον τον μαρκέσην·
η ρήγαινα τον ερωτά· «Τι θέλεις εδώ, αδελφέ μου;
μεγάλως το θαυμάζομαι το πώς ήλθες ενταύτα·
260ποτέ μου μοναξότερα ουδέν σε είδα να έλθης
εις το ρηγάτον της Φραγκίας διά να μας θέλης ίδει».
Ομού τους αφηγήσετον, λεπτομερώς τους είπεν
τον τρόπον, την υπόθεσιν, διατί ήλθεν εκεί εις αύτους·
το πώς τον εξεζήτησαν οι ευγενικοί κοντάδες,
265όπου ωμόσαν στον Χριστόν εις την Συρίαν να απέλθουν,
«όπως ν᾿ απέλθω μετ᾿ αυτούς εις του Κυρίου τον τάφον
καπετάνος και οδηγός απάνω εις τα φουσσάτα,
Και ουκ ηθέλησα ποσώς απόκρισιν να ποιήσω
άνευ βουλής, θελήματος εσάς όπου έχω αφέντες.
270Εν τούτω ήλθα να ιδώ εσάς, να μάθω τον ορισμόν σας,
πώς ορίζετε εις εμέν απόκρισιν να ποιήσω».
Συντόμως του αποκρίθηκεν ο ρήγας της Φραγκίας
και είπεν ούτως προς αυτόν, ετέτοια τον ελάλει·
«Ευχαριστώ σε, αδελφέ, του Μουφαρά μαρκέσης,Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός (Monferrato)
275εις την βουλήν όπου έποικες κι᾿ ήλθες βουλήν να επάρης
από εμάς τους αγαπάς κι από τους εδικούς σου.
Εν τούτω γαρ με φαίνεται τιμή σου ένι μεγάλη,
όταν σε ανακράζουσιν κ᾿ εξεζητούν δι᾿ αφέντην,
διά κεφαλήν και κύβερνον τέτοι μεγάλοι ανθρώποι·
280τον Θεόν πρέπει να ευχαριστάς ομοίως και το ριζικόν σου.
και ποίησέ το απόκοτα, με προθυμίαν μεγάλην
Εμέν αρέσει με καλά και συμβουλεύω σε το,
επεί λογίζομαι καλά, εξεύρω κ᾿ εγνωρίζω,
ότι διά εμού την αφορμήν το πολεμούν εκείνοι,
285όπως να έχης από εμέν βοήθειαν και φουσσάτα.
Εν τούτω λέγω, αδελφέ, ορίζω κι αγαπώ το·
άνοιξον το λογάρι μου κ᾿ έπαρον όσον θέλεις,λογάρι=χρήμα
όσοι αγαπούσιν, πρόθυμα από όλον το ρηγάτο,
να έλθουν μετ᾿ έσου εις την Συρίαν, θέλω κι ορέγομαί το
290επεί ένι δόξα και τιμή όλων των εδικών σου».
§ 12 Ακούσων γάρ, ως φρόνιμος, εκείνος ο μαρκέσης,
έκλινε το κεφάλιν του, και προσκυνά τον ρήγαν.
Πρώτα θεόν ευχαριστά και δεύτερον εκείνον,
απήρεν όσα του έδωκεν λογάριν και φουσσάτα·
295απηλογίαν του εζήτησεν κι αποχαιρέτισέ τον,
την ρήγαιναν ασπάστηκεν και λέγει προς εκείνην·
«Δέσποινά μου ευχήσου με, ν᾿ απέλθω με την ευχήν σου».
Ενταύτα επήρε, εστράφηκε εκεί οπού ήτον αφέντης,
στον τόπον του ντε Μουφαράντ οπού πολλά επεθύμα·
300Πιττάκια γράφει παρευτύς, μαντατοφόρους στέλνει
στον κόντον της Φιλάντριας τα έστειλε κ᾿ εκεινού της Τουλούζας,
το πώς εστράφη εκ την Φραγκίαν όπου ήτον εις τον ρήγαν,
κ᾿ έχει βουλήν και προθυμίαν να ποίση το του εζητήσαν,
στην συντροφία τους να απελθή εκεί στον άγιον τάφον,
305όπου εσταυρώθη ο Χριστός διά το ανθρώπινον το γένος.
§ 13 Εν τούτω εμαντατοφορήστησαν το πού να εσμίξουν όλοι
όπως να επάρουσιν βουλήν το πόθεν να απεράσουν·
εις το Σαβόη ενώθησαν κ᾿ εκεί βουλήν απήραν·Σαβόη=>Σαβοΐα (Πεδεμόντιο)
αφότου εσυμβουλεύτησαν, ισιάστησαν αλλήλοις
310το πέραμα να ποιήσουσιν από την Βενετίαν.
Ο ΓΟΔΟΦΡ. ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΕΙΣ ΒΕΝΕΤΙΑΝ
§ 14 Ενταύθα επαρακάλεσαν αμφότερ᾿ οι κοντάδες,
ωσαύτως όλοι οι δε λοιποί, οι πρώτοι του πασσάτζο,
εκείνον τον μισίρ Ντζεφρέ, τον πρώτον της βουλής τους,Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος (ιστορικός)
ως άξιος, φρονιμώτερος απ᾿ όλον το φουσσάτον,
315ν᾿ απελθή εκεί εις την Βενετίαν το πέραμα να ορθώση·
προστάγματα του εποίκασιν με κρεμαστές τες βούλλες,
την δύναμίν τους του έδωκαν κ᾿ υπόσχεσιν του εποίκαν,
το όσον ποιήση να στερχτούν, να το έχουσιν πληρώνει.
§ 15 Οι δύο κοντάδες του έδωκαν προς έναν καβαλλάρην·
320άλλον έναν του έδωκεν εκείνος ο μαρκέσης·
είχεν γαρ κι ο μισίρ Ντζεφρές άλλους δύο εδικούς τουΓοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος (ιστορικός)
κι απήρεν τους κ᾿ εμίσσεψεν, επέρασεν τα όρη,
εις το Πιεμούντ εσώσασιν, στου Μουφαρά απεσώσαν,Πιεμούντ=>Πεδεμόντιο Ιταλίας
επέρασαν την Λουμπαρδίαν, στην Βενετίαν εσώσαν,
325τον δούκαν εχαιρέτησαν εκ μέρους του μαρκέση,
και των κοντάδων άλλα δή και από τους άλλους όλους,
τους πρώτους και καλλιώτερους όπου την δόξαν είχαν.
Ατός του ο μισίρ Ννζεφρές του έδωκεν τα πιττάκια·πιττάκιον=επιστολή
μετά ταύτα του ελάλησεν, εκ στόματος του είπεν·
330το πώς τον αξιώνουσιν, ως φίλον κι᾿ αδελφόν τους,
να ποιήση να έχουν πλευτικά, να θέλουσιν περάσειπλευτικά=καράβια
στον άγιον τάφον του Χριστού, εκείσε στην Συρίαν·
διά οχτώ χιλιάδες χρήζουσιν με τα άλογα περάσουν,
και άλλες ογδοήκοντα χιλιάδες οι πεζοί τους.
§ 16 335Ο δούκας γαρ της Βενετίας, μισίρ Αρίγος άκω,Ερρίκος Δάνδολος, Δόγης Βενετίας
ντε Άντουλο το επίκλην του, ούτως τον ωνομάζανεπίκλην=επώνυμο
–άνθρωπος ήτον φρόνιμος, πολλά χαριτωμένος–
τιμητικά αποδέξετον μισίρ Ντζεφρέ εκείνον·
χαράν μεγάλην έλαβε το ακούσει το μαντάτο,
340επεί ελογίστη, εσκόπησεν οτι εκ του πασσάτζου εκείνου
τιμήν και διάφορον πολύν να λάβη η Βενετία.
Ώρισεν κ᾿ εσωρεύτησαν οι μεγιστάνοι όλοι,
είθ᾿ ούτως κι όλον το κοινό της πόλης Βενετίας·
στον Άγιον Μάρκο εσέβησαν, άρχισε να τους λέγη·
345«Άρχοντες, φίλοι κι αδελφοί, συντρόφοι, συγγενείς μου,
θεωρείτε πώς μας αγαπά ο βασιλέας της δόξης·
τιμήν και δόξαν, διάφορον, μας έστειλεν εμπρός μας,
όταν το άνθος της Φραγκίας, οι αφέντες οι μεγάλοι,
ήλθαν παρακαλώντα μας στην χώρα μας απέσω,
350να δώσουν το λογάριν τους κ᾿ ημείς τα πλευτικά μας».
Ακούσοντά το οι άρχοντες, οι πρώτοι της Βενετίας,
είθ᾿ ούτως κι όλον το κοινόν που ήσαν εκεί μετ᾿ αύτους,
τους λόγους και την διδαχήν οπού τους είπε ο δούκας,
μεγάλως το ανεχάρησαν, τον δούκα ευχαριστήσαν
355εις την βουλήν και διδαχήν, όπερ τους εδιατάχτη·
ομού τον επροσκύνησαν, εστέρξαν κι αφιερώσαν,
κ᾿ είπαν ότι να πληρωθή άνευ καμμίας προφάσεως.
Κι αφότου αφιρώσασι κ᾿ εστέρξαν την βουλήν τους,αφιρώνω=διαβεβαιώνω
εκράξαν τον μισίρ Ντζεφρέ και τους καβαλλαρίους,
360που ήσαν εκείσε μετ᾿ αυτόν συντρόφοι μετ᾿ εκείνον·
μισίρ Αρίγο ντε Άντουλος, δούκας της Βενετίας,
απόκρισιν τους έδωκεν, ούτως τους αποκρίθη·
το πώς το πράγμα όπου ζητούν αρέσει της Βενετίας.
ΣΥΜΦΩΝΟΝ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΩΝ ΚΑΙ ΒΕΝΕΤΙΑΣ [1201]
§ 17 Προστάγματα εποιήσασιν, έγραψαν, εβουλλώσαν·
365ούτως τους αφιρώσασι με συμφωνίες μεγάλες
ότι εάν συμβή υπόθεσις κι ουδέν ελθούν οι Φράγκοι
τόσοι όπου να γεμίσουσιν τα πλευτικά καράβια,
τα θέλουν αρματώσουσι οι Βενετίκοι δι᾿ αύτους,
την έξοδον των πλευτικών τα ηθέλαν ενεμείνει,
370άνευ προφάσεως κι αφορμής να την έχουν πληρώσει.
§ 18 Και αφότου εκπληρώσασιν τες συμφωνίες εκείνες,
απηλογίαν απήρασιν οι φράγκοι καβαλλάροι·
τον δούκα απεχαιρέτησαν κι όλους τους Βενετίκους,
εξέβησαν ᾿κ την Βενετίαν, την Λουμπαρδίαν ωδέψαν,
375στο Μουφαράν εσώσασι και τον μαρκέσην ηύραν·Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός (Monferrato)
λεπτώς τον αφηγήσαντο την πράξιν και τον βίον,
κι όσα εκατεστήσασιν μετά τους Βενετίκους.
Ακούσων ταύτα του Μουφαρά εκείνος ο μαρκέσης,μαρκέσης=μαρκήσιος
μεγάλως ευχαρίστησε την πράξιν όπου εποιήσαν.
380Εν τούτω απεχαιρέτησαν οι καβαλλάροι εκείνοι
τον Μπονιφάτσον, σε λαλώ, εκείνον τον μαρκέσην·
επέρασαν της Λουμπαρδίας τα όρη τα μεγάλα,
εις την Φιλάντρα απέσωσαν εκεί όπου ήτον ο κόντος,
εκείνος ο παμφρόνιμος ο Μπαντουής, σε λέγω.Βαλδουΐνος, κόμης της Φλάνδρας
385Λεπτομερώς τους ερωτά την πράξιν όπου εποιήσαν
με το κουμού της Βενετίας, αν ηύραν την όρεξίν τους.κουμού=Ανώτ. Συμβούλιο (Comùn)
κι όσον του επληροφόρεσαν τα έπραξαν και εποίσαν,
σφόδρα του εφάνηκεν καλόν, χαράν μεγάλη εποιήσεν.
§ 19 Ορίζει γράφει παρευτύς εις όλα τα ρηγάτα
390ένθα ήσαν οι άπαντες οι πελεγρίνοι εκείνοι,πελεγρίνος=προσκυνητής, σταυροφόρος
όπου ήσαν επάροντα τον σταυρόν εις την Συρίαν να απέλθουν,
το πώς εκαταστήσασιν μετά τους Βενετίκους,
να ορμώσουσι τα πλευτικά του να έχουσιν περάσει
εις τον ερχόμενον καιρόν, από τον μάρτιον μήναν.
§ 20 395Εν τούτω εξήλθε από αμαρτίας έμποδος εις τους Φράγκους
κι ουδέν ωρμήσαν να απελθούν όλοι εκ την Βενετίαν·
οι Προβεντσάλοι απήρασιν βουλήν μετά τον κόντονΠροβεντσάλοι=Προβηγκιανοί
εκείνον όπου σε λαλώ, τον κόντον της Τουλούζας,
διά το είναι απάνω εις τον αιγιαλόν και είχαν πλευτικά τους
400να έχουν περάσει απ᾿ εκεί διά το είχαν επιδέξιο.
§ 21 Και ερχόμενος ο νέος καιρός, καθώς σε το αφηγούμαι,
της Φιλάντριας ο κόντος και άπαντες εκ της Φραγκίας τα μέρη,
κι ο Μπονιφάνσος του Μουφαρά, εκείνος ο μαρκέσης,
στην Βενετίαν απήλθασι διά να έχουσιν περάσει,
405Κι ως είδαν ότι έλειπεν ο κόντος της Τουλούζας
με τον λαόν του κ᾿ έτερους από τα μέρη εκείνα
κι ουκ ήτον τόσος ο λαός τα πλευτικά γεμίσουν,
σκάνταλον μέγα εγίνετον από τους Βενετίκους,
κι ουκ ήθελαν ν᾿ αφήσουσιν τους Φράγκους να απεράσουν,
410έως να αποπληρώσουσιν τες συμφωνίες όπου είχαν,αποπληρώνω [εδώ]= ξεπληρώνω
την έξοδον των πλευτικών όπου τους επερσεύαν.
Ο δούκας γαρ της Βενετίας, ως φρόνιμος όπου ήτον,
μεγάλως εβλαστήμησε το σκάνταλον εκείνο·
εσκόπησεν κ᾿ εβιάστηκεν το πώς να το ημερώση.
ΟΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ ΕΙΣ ΒΕΝΕΤΙΑΝ ΚΑΙ ΖΑΡΑΝ [1202]
§ 22 415Λοιπόν εκείνον τον καιρόν όπου σε αφηγούμαι,
η πόλις της Τσάρας –ευρίσκετον εκεί εις την Σκλαβουνίαν–Τσάρα=>Ζάρα (Zadar, Κροατία)
ροβολεμένη ευρίσκετον κατά της Βενετίας.ροβολεμένη=επαναστατημένη
Κράζει και λέγει των Φραγκών, ολών των κεφαλάδων,κεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
τον Μπονιφάτσιον, πρότερον τον Μουφαρά μαρκέση,
420όπου ήτον ᾿ς όλους κεφαλή ένοχος του φουσσάτου·ένοχος [εδώ]=διοικητής
δεύτερον πάλε απ᾿ αυτόν τον Παντουήν εκείνον,
τον κόντον της Φιλάντριας, σε λαλώ, όπου ήτον πρώτος ᾿ς όλους·
«Άρχοντες, λέγω προς εσάς, αν θέλετε να λείψη
το σκάνταλον κ᾿ η ταραχή όπου ένι στο φουσσάτο,
425αν θέλετε του να γενή και να το υποσχεθήτε,
την Τσάραν, που εις την Σκλαβουνίαν ενώ μας ροβολεύει,
να πολεμήσετε αυτήν μετά την δύναμίν σας,
και να την παραδώσετε εις του κουμού τας χείρας,κουμού=Ανώτ. Συμβούλιο (Comùn)
ημείς να σας χαρίσωμε την έξοδον ετούτην
430όπου ένι αυτών των πλευτικών οπού σας την ζητούμε».
§ 23 Ενταύθα εσυμβιβάστησαν οι Φράγκοι, το εστεργήσαν·
εποίησαν τες συνθήκες τους και τες συμβίβασές τους·
ο δούκας γαρ της Βενετίας ομού με τον λαόν του
εσέβησαν στα πλευτικά, ᾿ς εκείνα όπου επερσεύαν,
435ωρμώσασι κ᾿ εξέβησαν από την Βενετίαν·
εκεί στην Τσάραν ήλθασιν, επιάσαν τον λιμιώνα,
§ 24 Εν τούτω οι Φράγκοι πρόθυμα, μετά σπουδής μεγάλης,
πεζεύουν εκ τα κάτεργα, την χώραν πολεμούσιν·
από σπαθίου την έπιασαν, της Βενετίας την δίδουν,
440επλήρωσαν τον όρκον τους και την υπόσχεσίν τους.
 
Η ΠΑΡΕΚΚΛΙΣΙΣ ΤΗΣ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΙΑΣ
§ 25 Ενταύθα άρξομαι απ᾿ εδώ, θέλω του να σκολάσωσκολάσω=διακόψω
ετούτο όπου αφηγήσομαι, άλλο να καταπιάσω,
το πώς εγίνη η έμποδος εκεινών των πελεγρίνων,
κι αφήκαν το ταξείδι τους εκείνο της Συρίας,
445κι απήλθαν κ᾿ εκερδίσασιν την Κωνσταντίνου πόλιν.
§ 26 Ετότε εκείνον τον καιρόν, όπου σας αφηγούμαι,
ήτον βασιλέας της πολέου, εκεινής της Κωνσταντίνου,
ο βασιλεύς των Ρωμαίων, κυρ Σάκης ο Βατάτσης·Ισαάκιος Β’ Άγγελος
είχε αυτάδελφον κακόν, Αλέξιον τον ελέγαν·Αλέξιος Γ’ Κομνηνός
450τον βασιλέαν ετύφλωσε, την βασιλείαν απήρεν.
§ 27 Εκείνος γαρ ο βασιλεύς κυρ Σάκης ο Βατάτσης
με του ρηγός, την αδελφήν, εκεινού της Αλαμάνιας,Αλαμάνια=Γερμανία
είχεν υιόν παράξενον, Αλέξιον τον ελέγαν·Αλέξιος Δ’ Άγγελος
το ιδεί ότι ετύφλωσεν εκείνος τον πατήρ του,
455ευθέως εμίσσεψε απ᾿ εκεί στην Αλαμάνια εδιάβη,
εκεί στον θείον του απέσωσεν στον ρήγαν της Αλαμάνιας·
λεπτώς του αφηγήσατο την πράξιν και τον βίον,
το πώς ο θείος του ο ασεβής την βασιλείαν απήρεν.
§ 28 Ο ρήγας γάρ, ως το ήκουσεν, μεγάλως το ελυπήθην·
460εσκόπησεν, ως φρόνιμος, το πώς να τον βοηθήση.
Ο ΑΛΕΞΙΟΣ ΖΗΤΕΙ ΣΥΝΔΡΟΜΗΝ ΤΩΝ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΩΝ
§ 29 Εν τούτω λέγει προς αυτόν· «Υιέ μου και ανεψιέ μου,
το τι σε ποιήσει ουδέν έχω εις τούτο, το με λέγεις·
όμως μαντάτα ήκουσα –συντόμως με τα ηφέραν–
το πώς το πλήθος των Φραγκών που στην Συρία υπαγαίνουν,
465εκεί στον τάφον του Χριστού, στην Βενετίαν εσώσαν.
«Λοιπόν εμένα φαίνεται, αν θέλης ότι να το ποιήσης,
και δυνηθής να υποσχεθής του Πάπα της Ρώμης ετούτο,
ό,τι αν ορίση του λαού, εκείνων των πελεγρίνων,πελεγρίνος=προσκυνητής, σταυροφόρος
ν᾿ αφήσουν το ταξείδιν τους, εκείνον της Συρίας,
470και απέλθουν στην Κωνσταντινούπολιν να σου την παραδώσουν,
να πιάσουν το βασίλειόν σου να έχης την αφεντία σου,
να ποιήσουν πάντας τους Ρωμαίους να σέβωνται τον Πάπαν,
της Ρώμης γαρ την εκκλησίαν να έχουν προσκυνήσει,
να είναι ένα μετά μας εις του Χριστού την πίστιν,
475ούτως ελπίζω και θαρρώ στην βασιλείαν σου να έλθης».
§ 30 Ακούσων ταύτα όπου λαλώ Αλέξιος ο νέος Βατάτσης,Αλέξιος Δ’ Άγγελος
όλα τα υποσχήθηκεν, έταξεν να τα ποιήση.
§ 31 Κι ο ρήγας, ως το ήκουσεν, πρόθυμα να υποσχιέται,
ώρισε γράφουσι γραφάς, πιττάκια εις τον Πάπα·
480μανταταφόρους ώρθωσε και εις αύτον αποστέλνει,
λεπτομερώς του εμήνυσεν όσον λέγω ενταύτα.
Τι να σε λέγω τα πολλά ά λάχη να βαρειέσαι;
Ο Πάπας, ως το ήκουσεν, εχάρηκε μεγάλως·Ιννοκέντιος Γ’ (1198-2016)
ώρισε, έγραψαν παρευτύς εκεί εις τους πελεγρίνους,
485γαρδενάριν απέστειλε, λεγάτον τον εποιήσεν.γαρδενάριν=καρδινάλιο
Ευχήν και παρακάλεσιν απέστειλεν εις όλους,λεγάτος=εκπρόσωπος Πάπα
ότι, εάν αφήσουν της Συρίας εκείνο το ταξείδιν,
να απέλθουν εις την Κωνσταντινούπολιν να βάλουν τον Αλέξην,
του βασιλέως γαρ τον υιόν, εκεινού του κυρ Σάκη,
490εις το σκαμνί της βασιλείας να τον έχουν θρονιάσει,–σκαμνί [εδώ]= θρόνος
όσοι αποθάνουν εις αυτό εκείνο το ταξείδιν,
να έχουν συμπάθειον κι άφεσιν από τες αμαρτίες τους,
ώσπερ να αποθάνασιν εις του Χριστού τον τάφον.
§ 32 Ο γαρδενάρης που λαλώ, εκείνος ο λεγάτος,
495επήρεν τα προστάγματα του αγιωτάτου Πάπα·
ώδεψε από την Λουμπαρδίαν, στην Βενετίαν εσώσεν,
εσέβην εις το κάτεργον, απήλθεν εις την Τσάραν.
Εκ το άλλο μέρος έσωσεν Αλέξης ο Βατάτσης·Αλέξιος Δ’ Άγγελος
ο ρήγας τον απέστειλεν από την Αλαμάνιαν.
500Αφότου αποσώσασιν εκείσε εις την Τσάραν,
εγένετον διαλαλημός ᾿ς όλους τους πελεγρίνους,πελεγρίνος=προσκυνητής, σταυροφόρος
να σωρευτούν κι ακούσωσι τον ορισμόν του Πάπα.
Εν τούτω τους εσύντυχεν εκείνος ο λεγάτος,
του Πάπα τα προστάγματα ώρισεν κι αναγνώσαν.
§ 33 505Λεπτομερώς τους έδειξεν την στράταν της Πολέου,
Το πώς ένι διαφορική πλέον παρά της Συρίας·διαφορικός=πολύτιμος
επεί ένι διά καλλιώτερον τους χριστιανούς να βάλουν
εις ισιασμόν και ομοιότητα, τους Φράγκους με τους Ρωμαίους,
παρά να υπάγουν στην Συρία άνευ καμμίας ελπίδος.
§ 34 510Πολλά εταραχεύτησαν τινές εις τα φουσσάτα,
όπου αγαπούσαν ν᾿ απελθούν εκεί στον άγιον τάφον·
και διά το ισιάστησαν οι καλλιώτεροί τους
να αφήκουν την στράταν της Συρίας, ν᾿ απέλθουν εις την Πόλιν,
εστράφησαν εις την Φραγκίαν τινές πλείστοι κλεράδες·κλεράδες=γραμματικοί
515διά του λεγάτου την διδαχήν, διά την ευχήν του Πάπα,
επέσαν οι άλλοι εις όρεξιν να απέλθουν εις την Πόλιν.
§ 35 Ο δούκας γαρ της Βενετίας ιδών την προθυμίαν,
ωσαύτως όλον το κοινόν της Βενετίας μετ᾿ αύτον,
είπαν κ᾿ εσυμβουλεύτησαν να υπάουν κι αυτοί στην Πόλιν
520αφείν είχαν τα πλευτικά εκείνα τα περσά τους·
επεί αν ηθέλαν να στραφούν στην Βενετίαν οπίσω,
ως εντροπή, κατηγορία, ήτον της Βενετίας.
Εν τούτω εσυμβιβάστησαν, εις τούτο αφιρώσαν,
ότι διά την συμπάθειαν του αγιωτάτου Πάπα,
525και δεύτερον διά την τιμήν όλης της Βενετίας,
να υπάουν κι αυτοί στην συντροφίαν εκεί των πελεγρίνων·
ΟΙ ΣΤΑΥΡΟΦΟΡΟΙ ΕΙΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΙΝ [1203]
§ 36 Και αφότου εσυμβιβάστησαν οι άπαντες του φουσσάτου,
από την Τσάρα εξέβησαν ωρθώσαν και υπαγαίναν·
ολόρθα υπάουν της Ρωμανίας, εσώσαν εις την Πόλιν·
530οι Φράγκοι επεζέψασιν ευθέως εις την στερέαν,
κ᾿ οι Βενετίκοι εστήκασιν απάνω εις τα καράβια.
Της Πόλεως γαρ να σε έχω ειπεί το πώς κείται η χώρα·
ως άρμενον την προσομοιώ, τρίγωνος γαρ υπάρχει,
τα δύο μέρη στην θάλασσαν, το τρίτον στην στερέαν.
§ 38 535Διατί το βάθος του γιαλού ένι βαθύ και μέγα,
τόσον αυτής της θάλασσας ομοίως και του λιμιώνος,
όπου ένι γύρον της Πολέου, ωσάν σε το αφηγούμαι,
όχι τα κάτεργα αλλά δή οι κόκες, τα καράβια,κόκα=είδος πλοίου
ερχόντησαν μέχρι εις την γήν ωσάν να ήσαν βάρκες.
540Οι Βενετίκοι, ως φρόνιμοι τεχνίτες της θαλάσσου,
με πονηρίαν και φρόνεσιν, μετά μεγάλης τέχνης,
γεοφύρια εποιήσασιν απάνω εις τα καράβια·
με τέχνην και με φρόνεσιν τα ερρίπταν εις τους τοίχους,
με τα σκουτάρια και σπαθία εσέβησαν ολόρθα,σκουτάρι=ασπίδα
545απάνω εις τους τοίχους της Πολέου εσέβησαν απέσω.
Οι Φράγκοι γαρ εκ την στερεάν ήτον ο πόλεμός τους·
αλλά ου και ισχύσασι ποσώς να βλάψουσι την Πόλιν.
ΚΑΤΑΛΗΨΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ
§ 39 Τι να σε λέγω τα πολλά ά λάχη να βαρειέσαι;
οι Βενετίκοι εσέβησαν πρώτα στην Πόλι απέσω·
550η Πόλις επιάστη από σπαθίου, ωσάν σε το αφηγούμαι.
Εκείνος ο Αλέξιος ο κακός, ο άπιστος βασιλέας
έφυγεν, ως ημπόρεσεν, απέρασεν εις το Σκουτάρι,
εδιάβη στην Ανατολήν, εξέβη από την Πόλιν.
Εν τούτω τα αρχοντόπουλα όπου ήσαν της Πολέου,
555το ιδεί το πλήθος των Φραγκών που εσέβησαν απέσω,
σπουδαίως γοργόν εδράμασιν στην φύλαξιν όπου ήτονσπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
εκείνος γαρ ο βασιλέας κυρ Σάκιος ο Βατάτσης·
τα σίδερα του εξέβαλαν, εις το παλάτι απήλθαν·
στον θρόνον τον εκάθησαν, ούτως τυφλός ως ήτον.
§ 40 560Οι Φράγκοι γαρ ως έμαθαν περί του βασιλέως
εκράξαν τον μισίρ Ντζεφρέ, τον πρωτοσύμβουλόν τους,
μετά ταύτα άλλους άρχοντας, ευγενικούς ανθρώπους·
λεπτώς τους επαρήγγειλαν στον βασιλέαν ν᾿ απέλθουν,
να επάρουν γαρ και μετ᾿ αυτούς Αλέξιον τον υιόν του·
565να του συντύχουν φρόνιμα την πράξιν και τον βίον,
τες συμφωνίες όπου έποικεν ο υιός του με τον Πάπαν,
αν ένι ότι αρέσουν του και θέλει να τες στέρξη.
Σπουδαίως απήλθαν εις αυτόν εκείνοι οι αποκρισάροι·αποκρισάρης=απεσταλμένος
ηύραν εκεί τον βασιλέα, στον θρόνον εκαθέτον·
570τιμητικά τον χαιρετούν από τους κεφαλάδες·
λεπτώς του αφηγήθησαν τες συμφωνίες εκείνες,
όπου έποικεν ο υιός αυτού μετά τον Πάπα Ρώμης·
αν αγαπά κι ορέγεται να τες έχει στερεώσει.
§ 42 Ενταύθα γαρ ο βασιλεύς κυρ Σάκης ο ΒατάτσηςΙσαάκιος Β’ Άγγελος
575φρόνιμα απεκρίθηκεν, ως βασιλεύς όπου ήτον·
«Άρχοντες, φίλοι κι αδελφοί, όσον εποίησε ο υιός μου,
κι ο αδελφός μου μετ᾿ αυτού, ο ρήγας της Αλαμάνιας,
εγώ το θέλω κι αγαπώ, στέργω το μετ᾿ εκείνους·
ποιήσατε προστάγματα, κ᾿ εγώ να τα βουλλώσω».
580Αφότου γαρ εγίνησαν οι συμφωνίες εκείνες,
περιέστησαν οι αρχηγοί του φράγκικου φουσσάτου,
διά το ήτον έμπα του καιρού, και εσέβαινε ο χειμώνας,
να εξεχειμάσουσιν εκεί εις της Πόλεως την χώραν·
κ᾿ εις τον ερχόμενον καιρόν, εις το έμπα του μαρτίου,
585να έχουν κινήσει ενομού μετά τον βασιλέα,
κ᾿ εις την Συρίαν να απελθούν κατά τες συμφωνίες τους.
Ο ΙΣΑΑΚΙΟΣ ΚΑΙ ΑΛΕΞΙΟΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΕΣ
§ 44 Μετά βουλής και ορισμού κυρ Σάκη του ΒατάτσηΙσαάκιος Β’ Άγγελος
εστέψασιν διά βασιλέαν Αλέξιον τον υιόν του.Αλέξιος Δ’ Άγγελος
Εν τούτω εσυμβουλεύτησαν μετά τον βασιλέα.
§ 45 590Αφότου γαρ εστέψασιν Αλέξιον τον υιόν του
διά αφέντην και βασιλέα όλης της Ρωμανίας,
ουδέν επέρασε ποσώς ένας μήνας σωζάτοςσωζάτος=πλήρης
– καθώς ευρίσκεται από αρχής το γένος των Ρωμαίων
εις δολιότητα πολλήν κ᾿ εις απιστίες μεγάλες –
595τινές από τους άρχοντες, τους πρώτους της Πολέου,
απήλθαν εις τον βασιλέα Αλέξιον τον Βατάτσην,
και λέγουσι ούτως προς αυτόν· «Δέσποτα, βασιλέα,
αφών επρόσταξεν ο Θεός κ᾿ έχεις την βασιλείαν σου,
τί σε ήφερεν, αφέντη μας, εις την Συρίαν να απέλθης;
600το διάστημα ένι πολύ εδώθεν στην Συρίαν,
οι έξοδες, τα πλευτικά πολύ θέλουν κουστίσει·
και άλλο μεγαλιώτερον, πολλάκις και χαθούμεν
στα πέλαγα της θάλασσας, θέλεις εις την στερέαν.
Ετούτοι οι Φράγκοι, όπου θεωρείς, πολλά είν᾿ θεληματάροι.θεληματάροι=πεισματάρηδες
605ομοίως κ᾿ ελαφροκέφαλοι, ότι τους δόξη, κάμνουν·
ας τους αφήκωμε να υπάν εις Θεού την κατάραν,
και ημείς ας απομείνωμεν εδώ στα ιγονικά μας».
Ο βασιλεύς, ως νεούτσικος και απαίδευτος του κόσμου,
γοργόν εσυγκατέβηκεν εις την βουλήν εκείνην.
610Είπαν· «Και πώς να έχη γενεί, να τους αποφληθούμε;»αποφληθούμε=ξεφορτωθούμε
«Ας τους αφήκωμε ακομή κανέναν μήναν πλέον·
τες διοίκησες όπου βαστούν να τες έχουν εξοδιάσει,
κι ούτως να ποιήσωμε εναρχίαν να τους έχωμε εξαλείψει».
Καθώς το εσυμβουλεύτησαν, ούτως και το επληρώσαν.
§ 47 615Αφών επλήρωσε ο καιρός, κανένας μήνας, δύο,
– είχον χωρικόν τον λογισμόν θαρρώντα να προκόψουν –χωρικός [εδώ]=αφελής
τες πόρτες της Πολέου εσφάλισαν και φύλαξες εβάλαν·
τους Φράγκους όπου ευρέθησαν εντός τότε της Πόλης,
εις το σπαθί τους έβαλαν, όλους τους απεκτείναν.
620Έδε ασέβειαν που έποικαν οι ασεβείς Ρωμαίοι
εις χριστιανούς ορθόδοξους κι αληθινούς ανθρώπους,
όπου εκοπίασαν κ᾿ έβαλαν τον βασιλέαν εκείνον
εις το σκαμνί της βασιλείας όπου το είχεν χάσει.
Ο Θεός γαρ ο εύσπλαγχνος, ο δίκαιος εις τα πάντα,
625ευδόκησεν η χάρη του ετότε εις τον φόνον εκείνον,
ότι κανείς ευγενικός από τους πλούσιους Φράγκους,
ουδέν ηυρέθηκεν τινάς εκεί εις την Πόλι απέσω
μόνον και άνθρωποι φτωχοί, τεχνίτες υποχέροι.
Τα γαρ φουσσάτα των Φραγκών όπου έστηκαν απέξω
630της χώρας Πόλεως, σε λαλώ, ωσαν σε το αφηγούμαι,
το ακούσει, ιδεί την ταραχήν, τον σουγλισμόν του φόνου,
τον θόρυβον και τας φωνάς εκεινών που εσκοτώναν,
ευθέως γοργό αρματώνονται πεζοί και καβαλλάροι·
επιάσαν γαρ εκ τους Ρωμαίους, ηρώτησαν το πράγμα,
635το πώς εγίνη η εναρχία, την εποιήσαν οι Ρωμαίοι,
την απιστίαν όπου έποικαν αρτίως εις τον λαόν μας.
Κ᾿ εκείνοι όπου το εξεύρασιν επληροφόρησάν τους
τον τρόπον και την αφορμήν, το εις τι σκοπόν το εποίκαν.
ΠΡΟΣΤΡΙΒΑΙ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΦΡΑΓΚΩΝ
§ 48 Ακούσων ταύτα οι αρχηγοί του φράγκικου φουσσάτου,
640τους Βενετίκους άφησαν την θάλασσαν φυλάττουν,
και πλείστον έτερον λαόν πάλε από την στερέαν·
κι ο άλλος έτερος λαός του πλήθους του φουσσάτου
εδώκαν τα σαλπίγγια τους, τα φλάμουρα εξαπλώσαν,φλάμουρο=σημαία
τα αλάγια εχωρίσασιν, πεζοί και καβαλλάροι.
645Από την Πόλι εξέβησαν, άρχισαν να κουρσεύουν
τους τόπους κι όλα τα χωρία, τα μέρη Ρωμανίας,
μέχρι στην Ανδριανόπολιν εσώσαν κ᾿ εκουρσέψαν·
πέντε ημερών το κάμνουσιν στράταν από την Πόλιν.
Κι αφότου εχορτάσασιν κούρσος και πλήθος κέρδου,κούρσος=λεηλασία, λάφυρα
650εγνώμιασαν και ηύρασιν ότι είχαν πλέον κερδίσει
παρά όπου είχαν στα κάτεργα και εις όλα τα πλευτικά τους·
ενταύθα οπίσω εστράφησαν, ήλθασιν εις την Πόλιν.
§ 49 Ακούσων ταύτα ο βασιλεύς, κυρ Σάκης ο Βατάτσης,Ισαάκιος Β’ Άγγελος
μεγάλως το εβλαστήμησεν, σφόδρα το ελυπήθην·
655ουδέν έξευρεν ποσώς εκ την βουλήν εκείνην
όπου έδωκαν του υιού αυτού Αλέξη του ΒατάτσηΑλέξιος Δ’ Άγγελος
εκείνοι οι θεοκατάρατοι, οι άνομοι δημηγέρτες.
Ώρισεν και εκράξασιν Αλέξιον τον υιόν του·
μεγάλως τον ατίμωσεν, εχόλιασέν τον σφόδρα,
660και λέγει ούτως προς αυτόν μετά δακρύων τους λόγους·
«Ειπές μου, θεοκατάρατε, ουκ είσαι εσύ υιός μου;
πώς το εθυμήθης, άπιστε του Θεού και των αγίων,
την απιστίαν όπου έποικες και την δημηγερσίανδημηγερσία=ανταρσία, ξεσηκωμός
᾿ς εκεινούς όπου σ᾿ έποικαν να είσαι βασιλέας;
665Ούτως σε αρμόζει από τον νυν να σε κρατούν οι πάντες,
ωσάν εκείνον τον άπιστον Ιούδαν τον Σκαριώτην,
όπου έποικεν την προδοσίαν του Κυρίου της Δόξης.
Γοργόν σε ορίζω να με ειπής το ποί σ᾿ εσυμβουλέψαν
να ποίσης τούτο το έποικες, την τόσην απιστίαν;
670ατίμωσες την βασιλείαν, το γένος των Ρωμαίων·
ποίος να πιστέψη από του νυν Ρωμαίου τινός ανθρώπου;»
Εκείνος από του φόβου του κι από στενοχωρίας του,
ουκ είχεν πώς το αρνηθή· είπεν και μαρτυρά τους
εκείνους τους πανάπιστους που τον εσυμβουλέψαν.
675Ώρισε ευθέως ο βασιλεύς κ᾿ ηφέραν τους ομπρός του·
τους οφθαλμούς τους εξέβαλεν, στην φυλακήν τους βάνει·
κι απέκει κράζει δύο άρχοντες, πρώτους του παλατίου.
§ 50 Ορίζει γράφει γράμματα ᾿ς εκείνον τον μαρκέσην
ωσαύτως και εις τους έτερους κοντάδες, κεφαλάδες.
680Εξαφορμίστη προς αυτούς, μεθ᾿ όρκου τους το εμήνα,
ότι ποτέ ουκ ήξευρεν την απιστίαν εκείνην,
όπου έποικεν ο υιός αυτού μετά τους δημηγέρτες.
«Παρακαλώ σας, άρχοντες, το πράγμα να πραΰνη·
ας λείψουσιν τα σκάνταλα, μηδέν γενή το πλείον.
685Εδώ κρατώ τους άπιστους στην φυλακήν απέσω·
τυφλούς τους έχω, επάρετε, ορίσετε ας τους κρίνουν,
ως δημηγέρτες άπιστους του Θεού και των αγίων.
Εγώ γαρ τα προστάγματα όπου έχομε αμφοτέρως,
τες συμφωνίες κι ομόλογα, κρατώ τα αφιρωμένα·
690στέργω να τα πληρώσωμεν άνευ κανενός δόλου.
Το κούρσον όπου εποίκετε και η αιχμαλωσία,
ας ένι εις ανταμοιβήν του φόνου του λαού σας·
ο υιός μου γαρ νεούτσικος κι απαίδευτος του κόσμου,
παρακαλώ σας, άρχοντες, ως αδελφούς και φίλους,
695ας έχη την συμπάθειον σας, μετ᾿ έσας να αποθάνη·
από του νυν και έμπροστεν ως αδελφός σας να ένι·
ας ένι ειρήνη εις εμάς, αγάπη κι ομοτόνια.
Εξεχειμάστε ενομού εδώ στην Πόλιν μέσα,
και εις του καιρού την άνοιξιν να υπάτε της Συρίας·
700ο υιός μου να έλθη μετ᾿ εσάς κατά τες συμφωνίες μας».
Ακούσων ταύτα οι άρχοντες του φράγκικου φουσσάτου,
βουλήν επήραν ενομού, ισιάστηκαν εις τούτο·
εγίνη αγάπη εις αυτούς καθώς ήτον και πρώτον.
Εν τούτω εξεχειμάσασιν, ήλθεν ο μάρτης μήνας·
705οι Φράγκοι ᾠκονομήθησαν να θέλουν υπαγαίνει
εκείσε εις το ταξείδιν τους, εις του Χριστού τον τάφον.
§ 51 Ενταύτα απήλθεν εις αυτούς ο βασιλεύς Αλέξιος
και είπεν ούτως προς αυτούς, επαρακάλεσέ τους·
«Άρχοντες, φίλοι κι αδελφοί, συντρόφοι ηγαπημένοι,
710εσείς εξεύρετε καλά τον φτόνον του διαβόλου,
το πώς μας εσκαντάλισε εις την νεότητά μας.
Λοιπόν εγώ ευρίσκομαι εις όλα μου αρχικάρης,αρχικάρης=άπειρος, αρχάριος
κι ουδέν έχω τα πράγματα όπου μού κάμνουν χρεία,
ούτως ως πρέπει εις θέλημα διά το ταξείδιν ετούτο.
715Και άλλο πάλε σας λαλώ, πληροφορέθητέ το·
από αφορμής του σκάνταλου ετούτου όπου εγινέτον
ου προθυμούσιν οι Ρωμαίοι να εσμίξουν με τους Φράγκους·
διά τούτο λέγω, προς εσάς, αξιοπαρακαλώ σας,
να έχω συμπάθειον από εσάς ημέρες δεκαπέντε
720να ορθώσω τα φουσσάτα μου και να σας καταφτάσω».
§ 52 Οι Φράγκοι γαρ το εστέρξασιν, κινούσιν κ᾿ υπαγαίνουν·
την Ηράκλειαν επέρασαν· πάντα κοντά αναμένουν
εκείνον γαρ τον βασιλέαν Αλέξιον τον Βατάτσην.
Ακούσατε οι άπαντες, Φράγκοι τε και Ρωμαίοι,
725όσοι πιστεύετε εις Χριστόν, το βάφτισμα φορείτε,
ελάτε εδώ να ακούσετε υπόθεσιν μεγάλην,
την κακοσύνην των Ρωμαίων, την απιστίαν όπου έχουν.
Ποίος να θαρρέση εις αυτούς, όρκον να τους πιστέψη,
αφών τον Θεόν ου σέβονται, αφέντη ουκ αγαπούσιν;
730ο είς τον άλλον ουκ αγαπά μόνον με πονηρίαν.
§ 53 Αφών οι Φράγκοι εξέβησαν εκείθεν εκ την Πόλιν,
οκάποιος πλούσιος άνθρωπος, άρχων από την Πόλιν,
Μούρτζουφλον τον ελέγασιν, ούτως είχεν το επίκλην,Αλέξιος Ε’ Μούρτζουφλος
ιδών τον γέρο βασιλέα το πώς τον ετυφλώσαν,Ισαάκιος Β’ Άγγελος
735κι Αλέξιον τον υιόν αυτού το πώς υπήρχε νέος,Αλέξιος Δ’ Άγγελος
ελόγιασεν την βασιλείαν με πονηρίαν να επάρη.
Κράζει τινές του συγγενείς, φίλους τε και γειτόνους,
τσαγδάρους και λιμαρικούς, βουλήν με αυτούς απήρεντσάγδαρος=κακομοίρης, πεινασμένος
Αλέξιον γαρ τον βασιλέα επιάσαν κ᾿ εφονέψαν·Αλέξιος Δ’ Άγγελος
740εις μοναξίαν τον ηύρασιν κ᾿ εθανατώσανέ τον,
εστέψασιν τον Μούρτζουφλον, το στέμμα του εφορέσαν,
ωνομάσαν τον βασιλέα, ούτως τον ευφημήσαν.
§ 54 Ενταύτα γαρ ως το είδασι τινές από την Πόλιν,
ακούσων του παράξενου του βασιλέως τον φόνον,
745βαρκέτταν αρματώσασιν πενήντα δύο κουπίων·
επλέψασιν κι απήλθασιν, εσώσασιν τους Φράγκους,
εκείσε όπου υπαγαίνασιν στα μέρη της Συρίας·
λεπτομερώς τους είπασιν κ᾿ επληροφόρησάν τους,
του βασιλέως τον θάνατον το πώς τον εσκοτώσαν,
750ο Μούρτζουφλος ο άπιστος την βασιλείαν απήρεν.
ΛΙΒΕΛΛΟΣ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
§ 55 Οι Φράγκοι γάρ, ως το ήκουσαν, εθλίβησαν μεγάλως·
απαύτου απήρασιν βουλήν το πώς να έχουν πράξει.
Τι να σε λέγω τα πολλά και να σε τα εμορφίζω;
Ακούσων ταύτα οι άρχοντες του φράγκικου φουσσάτου,
755μεγάλως το εθαυμάστησαν, εις σφόδρα το λυπούνται,
και άρχισαν να λέγουσιν οι φρονιμώτεροί τους,
να καταργίζουν τους Ρωμαίους με την υπόληψίν τους·
«Τις να πιστέψη εις Ρωμαίον εις λόγον είτε εις όρκον;
λέγουσιν ότι είναι Χριστιανοί και στον Θεόν πιστεύουν·
760εμάς τους Φράγκους μέμφονται, λέγουν, κατηγορούν μας,
σκύλους μας ονομάζουσι, ατοί τους επαινούνται·
λέγουν ότι είναι Χριστιανοί και βάφτισμα φορούσιν·
αυτοί και μόνοι λέγουσιν ότι εις Χριστόν πιστεύουν.
Μετά τους Τούρκους κάθονται, πίνουν και εστιάζουν
765και τίποτε ουκ ελέγουσιν ουδέ κατηγορούν τους·
και μετά μας αν φάγουσι στα καύχη καναντίζουν·
στην εκκλησία τους εάν συμβή Φράγκος να λειτουργήση,
σαράντα ημέρες λείπεται άψαλτη η εκκλησιά τους.
Ακούσατε τες αίρεσες, τες έχουν οι Ρωμαίοι·
770ατοί τους γαρ και μοναχοί αλλήλως επαινούνται
κ᾿ εμάς τους Φράγκους μέμφονται, εμάς κατηγορούσιν,
όπου κρατούμε του Χριστού την πίστιν και τον νόμον,
καθώς μας το εδιδάξασιν, εκείνοι οι άγιοι αποστόλοι.
Ο πρώτος γαρ απόστολος ήτον ο άγιος Πέτρος,
775οπού τον εθρόνιασε ο Χριστός πρώτον της οικουμένης·
του παραδείσου τα κλειδία του έδωκεν ατός του·
την εξουσίαν του έδωκε να δέση και να λύση·
όσον ποιήση εις την γήν, εις ουρανούς να στέργη.
Εκείνος γαρ ο απόστολος ως φρόνιμος όπου ήτον,
780και είχεν την χάριν του Χριστού τον ορισμόν του ωσαύτως,
διότι τους χρόνους εκεινούς η πόλις γαρ της Ρώμης
τον κόσμον όλον αφέντευεν, όλην την οικουμένην,
διά να πατάξη τα είδωλα, την απιστίαν των έθνων,
και του Χριστού την εκκλησίαν να αυξήση και στερεώση.
785Εκεί απήλθεν και ᾠκοδόμησεν της εκκλησίας τον θρόνον·
εκεί τον εσταυρώσασι διά του Χριστού την πίστιν.
Απαύτου γαρ εξήλθασιν τινές πλείστοι Παπάδες,
όπου εκρατούσαν το σκαμνί της εκκλησίας της Ρώμης.σκαμνί [εδώ]= Αγία Έδρα
Οι Φράγκοι γαρ και οι Ρωμαίοι πίστιν μίαν εκρατούσαν·
790της οικουμένης οι αρχιερείς, Φράγκοι τε και Ρωμαίοι,
οι πατριάρχαι κ᾿ οι αρχιερείς οι πρώτοι της οικουμένης,
επαίρναν την χειροτονίαν έκαστος από εκείνον,
όπου ήτον Πάπας κι αρχιερεύς εις το σκαμνί της Ρώμης.
Διαβόντα γαρ χρόνοι πολλοί αυτείνοι οι Ρωμαίοι,
795Έλληνες είχαν το όνομα, ούτως τους ωνομάζαν,
– πολλά ήσαν αλαζονικοί, ακόμη το κρατούσιν –
από την Ρώμη απήρασιν το όνομα των Ρωμαίων.
Απ᾿ αύτης της αλαζονείας, την έπαρσιν όπου είχαν
αφήκασιν τον όρδιναν της εκκλησίας της Ρώμης,όρδιναν=τάξη, [εδώ] δόγμα
800και στήκουν ως σχισματικοί, μόνι το καύχος έχουν.
Τηρήσετε, άρχοντες καλοί, την απιστίαν όπου έχουν·
λέγουν ότι είναι Χριστιανοί, και αλήθειαν ου κρατούσιν·
τον όρκον τους ουδέν κρατούν, ουδέ Θεόν φοβούνται·
μόνον το βάφτισμα έχουσι το της χριστιανωσύνης.
805Ιδέ το ορίζουν οι γραφές και τα βιβλία όπου έχουν·
την διδαχήν όπου έποικαν οι δώδεκα αποστόλοι,
οι τέσσαροι ευαγγελισταί όπου μας εφωτίσαν,
την πράξιν όπου έποικαν ετότε εις τον κόσμον,
όταν ήταν ο Χριστός και εις γήν περιεπάτει·
810κι απαύτου πάλε η διδαχή όπου μας εδιδάχτη,
της εκκλησίας τον όρδιναν το πώς να τον κρατώμεν·
όλα τα ελαττώσασιν αφότου εχωρίσαν
από της Ρώμης Εκκλησίας, που ένι καθολική μας,
κι αφήκαν την χειροτονίαν του αγιωτάτου Πάπα,
815κι αλλήλως γαρ χειροτονούν τον Πατριάρχην που έχουν.
Λοιπόν αφότου ου σέβονται την Εκκλησίαν της Ρώμης,
διατί να υπάμε εις την Συρίαν κι ου μη να στραφούμε οπίσω;
να επάρωμεν των άπιστων την αφεντίαν όπου έχουν·
αφότου τον αφέντην τους τον βασιλέαν επνίξαν;
820Κι απ᾿ αυτού γαρ τηρήσετε την ασέβειαν όπου έχουν
τον βασιλέαν όπου είχασιν διά φυσικόν αφέντην,
με φτόνον και δημηγερσίαν, εσφάξαν κι απεκτείναν.δημηγερσία=ανταρσία, ξεσηκωμός
Τις να πιστέψη εις αυτούς, εις όρκον είτε εις λόγον,
να τους κρατήση Χριστιανούς, ως το λαλούν και λέγουν;
825με λόγια είναι Χριστιανοί, το έργον γαρ τους λείπει·
ανάθεμα τον Χριστιανόν όπου να τους πιστέψη.»
Αφότου γαρ εθλίβησαν τον βασιλέαν οι Φράγκοι
κ᾿ είπαν τες παραπόνεσες και των Ρωμαίων τες πράξες,
άρξαν να συμβουλεύωνται το πώς θέλουσιν πράξει.
830Τινές απ᾿ αύτους άλεγαν εις την Συρίαν να απέλθουν,
κι άλλοι, οι φρονιμώτεροι, είπαν κ᾿ εσυμβουλέψαν,
τέτοιαν βουλήν εδώκασιν, ωσάν σε το αφηγούμαι·
«Αφότου οι άπιστοι Ρωμαίοι, εκείνοι οι δημηγέρτες,
τον βασιλέαν εσκότωσαν, τον φυσικόν τους αφέντην,
835όπου έπρεπε να τον κρατούν δεύτερον του Κυρίου,
και ουκ έχουν άλλον φυσικόν να τους έχη αφεντεύει·
περί να υπάμε εις την Συρίαν τα ουκ έχομεν γυρεύει,
ενταύτα στρέμμα ας ποιήσωμεν απέσω εις την Πόλιν,στρέμμα=επιστροφή
και πόλεμον ας δώσωμεν όλοι με τ᾿ άρματά μας.
840Κι αν δώση ο Θεός και πάρωμεν την Κωνσταντίνου πόλιν,
την βασιλεία ας κρατήσωμεν όλης της Ρωμανίας».
Εν τούτω εσυμβιβάστησαν οι κεφαλάδες όλοι·
ωσαύτως όλον το κοινόν του φράγκικου φουσσάτου·
τα πλευτικά τους ώρισαν, τα άρμενα εγυρίσαν.πλευτικά=καράβια
 
ΑΛΩΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ ΥΠΟ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ [1204]
§ 56 845Τι να σε λέγω τα πολλά; κ᾿ εγώ πολλά βαρειόμαι·
εστράφησαν οι Φράγκοι μας εκείσε εις την Πόλιν,
κι αφότου απεσώσασιν εκείσε εις τον λιμιώνα,
την χώραν ετριγύρισαν της γης και της θαλάσσης.
Οι Φράγκοι εμηχανεύτησαν ωσάν κ᾿ οι Βενετίκοι·
850μετ᾿ αύτους ήσαν ενομού ομοίως και οι Προβεντσάλοι
ωσαύτως κ᾿ εκ του Μουφαρά εκείνοι οι Λουμπάρδοι.
Τα τριπουτσέτα εστήσασιν όλα από την στερέαν,τριπουτσέτο=καταπέλτης
τες σύνταξες εχώρισαν, τον πόλεμον αρχίσαν.
Από του πλήθους των τσαγρών άνθρωπον ουκ αφήναν
855να στέκη απάνω εις τα τειχέα της χώρας της Πολέου.
Είχαν και σκάλες ξύλινες, καλά σιδερωμένες·
εις τα τειχέα τες έστησαν διά να σέβουν απέσω.
Οι καβαλλάροι επέζεψαν απάνω εκ τα φαρία·φαρία=πολεμικά άλογα
το ιδεί τες σκάλες, έδραμαν, εσέβησαν απάνω.
860Ούτως, ωσάν σε το λαλώ, επιάστη ετότε η Πόλις,
οι Φράγκοι εσέβησαν εμπρός απέκει εκ την στερέαν,
κ᾿ οι Βενετίκοι πάλε εσέβησαν απάνω εκ τα καράβια,
εκείθεν όπου εστήκασιν τον γύρον της θαλάσσου.
Ιστέον γαρ να εξεύρετε ότι επιάστη η Πόλις,
865ωσάν επιάστη πρότερον από τους Βενετίκους,
εις του νοεμβρίου τες τέσσαρες ημέρες ήτον τότε·
το δε υστερνόν και δεύτερον το πιάσμα της Πολέου,
εις του απριλίου τες τέσσαρες εγίνη πάλε εκείνο.
Από του πλήθους του λαού, του δυνατού πολέμου,
870τινάς ουκ ίσχυσεν ποσώς να φύγη από την Πόλιν.
§ 57 Επιάσαν γαρ τον Μούρτζουφλον τον άπιστον εκείνον,Αλέξιος Ε’ Μούρτζουφλος
των αρχηγών τον ήφεραν διά να τον έχουν κρίνει.
Μεγάλως το εχάρησαν οι ευγενικοί κοντάδες·
όχληση ηγίνη, ταραχή, το τι κρίσιν να πάθη.
§ 58 875Οκάποιος γέρων άνθρωπος ευρέθη εκεί εις την Πόλιν·
άνθρωπος ήτον φρόνιμος, γραμματικός εις σφόδρα·
το ακούσει πώς ηθέλασιν οι Φράγκοι να τον έχουν κρίνει,
εκείνον τον πανάπιστον τον Μούρτζουφλον σε λέγω,
έδραμε εκείσε εις εκεινούς όπου ήσαν κεφαλάδες,
880όπου είχαν γαρ την εξουσίαν εις όλα τα φουσσάτα·
άρχισε λέγει προς αυτούς, επληροφόρησέ τους,
ΘΑΝΑΤΩΣΙΣ ΜΟΥΡΤΖΟΥΦΛΟΥ
το πώς οκάποιος βασιλέας – κυρ Λέον τον ωνομάζαν,Λέων Στ’ ο Σοφός
φιλόσοφος ήτον φοβερός και προφητείες εποίκεν –
πολλά πράγματα έποικε εκείσε εις την Πόλιν·
885άλλα επληρώσαν τον καιρόν όπου έμελλε να έλθουν,
κ᾿ άλλα πάλε αναμένασιν να έλθη ο καιρός τους.
Λοιπόν εκεί πλησίον ομπρός εις την Αγίαν Σοφίαν
έστηκεν κιόνιν φοβερόν, μέγα, ψηλόν υπάρχει·
γράμματα έποικεν γλυπτά, γράφουσιν ως σε λέγω·
890«Απέδω ετούτο το κιόνι οφείλουν εγκρεμνίσαικιόνι=κολώνα, στήλη
τον βασιλέα τον άπιστον της Κωνσταντίνου Πόλης».
Λοιπόν, ως φαίνει, άρχοντες, η προφητεία επληρώθη·
αφών το κιόνι έχετε κι αυτόν τον δημηγέρτην,
πληρώσετε την προφητείαν του φιλοσόφου εκείνου»·
§ 59 895Το ακούσει το οι άρχοντες μεγάλως το εθαυμάσαν.
απήρασι τον γέροντα το κιόνι να τους δείξη·
κι αφών απήλθαν εις αυτό κ᾿ επληροφόρεσάν το
μεγάλως το εθαυμάστησαν και πάλε εχάρησάν το,
διατί ηύραν το επιδέξιόν τους τον άπιστον να κρίνουν,
900ωρίσαν γαρ και ηφέραν τον κ᾿ εκεί τον ανεβάσαν,
από του ύψους του κιονίου κάτω τον εγκρεμνίσαν·Αλέξιος Ε’ Μούρτζουφλος
οι δαίμονες εφάνησαν που απήραν την ψυχήν του.
§ 60 Αφότου γαρ εγίνετον του δημηγέρτη η κρίσις
όλοι οι μεγάλοι άρχοντες, οι πρώτοι του φουσσάτου,
905εις το παλάτι απήλθασιν του βασιλέως εκείνου·
βουλήν απήραν ενομού μικροί τε και μεγάλοι
το πώς να πράξουν αισθητά περί της βασιλείας.
 
ΙΔΡΥΣΙΣ ΛΑΤΙΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ
§ 61 Τα λόγια ήσασιν πολλά έως ού να τα διακρίνουν.
το γαρ εις τέλος, είπασιν, ούτως το εσφαλίσαν·
910ότι αφών υπαγαίνασιν εκείσε εις την Συρίαν,
κι ο Πάπας ο αγιώτατος μετά εντολής μεγάλης
τους ώρισε να αφήκουσι εκείνο το ταξείδιν,
ν᾿ απέλθουν και να βάλουσιν Αλέξιον τον Βατάτσην
εις το σκαμνί της βασιλείας, κ᾿ εκείνοι τον εβάλαν·σκαμνί [εδώ]= θρόνος
915κι απαύτα από τους ίδιους του κ᾿ εκ των Ρωμαίων το γένος,
εσφάξαν και απέκτειναν κ᾿ εθανατώσανέ τον,
κι ουκ ένι άλλος απ᾿ αυτού άξιος της βασιλείας·
«ας το κρατήσωμεν διά εμάς κι ας μείνωμεν ενταύτα,
με δίκαιον την απήραμεν, με του σπαθίου το ξίφος».
§ 62 920Κι αφότου το αφιρώσασιν ούτως, ωσάν το λέγω,
βουλήν απήραν απ᾿ αυτού να ποιήσουν βασιλέα.
Εκλέξαν δώδεκα άρχοντες, άξιους, φρονιμωτάτους·
οι έξι ήσαν αρχιερείς και οι έξι φλαμουριάροι·φλαμουράριος=βαθμοφόρος
συνθήκες όρκον έποικαν, να εκλέξουν βασιλέα
925με πιστοσύνην του Θεού, άνευ τρόπου και δόλου.
Εσέβησαν ᾿ς ένα κελλίν· εκεί τους απεκλείσαν,
έως ότου να κληρώσουσιν τον βασιλέα της Πόλης.
ΤΑ ΠΡΟΚΑΤΑΡΚΤΙΚΑ ΤΗΣ ΕΚΛΟΓΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ
§ 63 Πολλά εταραχεύτησαν αλλήλως με τα λόγια,
διατί ουκ ισιάζονταν ενομού να ποιήσουν βασιλέαν·
930επεί τινές ελέγασιν κ᾿ εις σφόδρα επαινούσαν
τον δούκαν γαρ της Βενετίας, φρόνιμον κ᾿ επιδέξιον,Ερρίκος Δάνδολος, Δόγης της Βενετίας
κ᾿ ελέγαν ότι άξιος ήτον διά βασιλέας.
§ 64 Κι από της τόσης ταραχής όπου είχασιν αλλήλως,
οκάποιος ήλθεν κ᾿ είπε το τον δούκα της Βενετίας.
935Κ᾿ εκείνος, ως πανφρόνιμος κ᾿ εις όλα επιδέξιος,
σπουδαίως απήλθε εις εκεινούς τους δώδεκα φρονίμους,σπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
την θύραν ακριοχτύπησεν διά να τον αφραστούσιν,
και είπεν ούτως προς αυτούς· «Άρχοντες, αφκραστήτε·
οκάποιος λόγους με ήφερεν, ήλθεν κι απέσωσέ τους,
940το πώς οκάποιοι από εσάς, από της αρετής τους,
ως ευγενείς και φρόνιμοι, το θέλημάν τους λέγουν·
λέγουσιν λόγους περί εμού ως διά την βασιλείαν,
ότι είμαι άξιος να γενώ της Πόλης βασιλέας.
Λοιπόν εγώ, ως φρόνιμους φίλους και αδελφούς μου,
945μεγάλως τους ευχαριστώ· ο Θεός να τους το στρέψη,
το είπασιν και λέγουσιν διά εμέν τον αδελφόν τους.
Όμως εγώ από του Θεού την χάριν και την δόξαν
ουδέν ευρίσκω εις εμέν, λέγω στον ενιαυτόν μου,
τοσούτην αδιάκρισιν, να μη το εγνωρίζω,
950ότι εις του κουμού της Βενετίας εξέβησαν ανθρώποικουμού=Ανώτ. Συμβούλιο (Comùn)
γνώσεως μεγάλης και στρατειάς, ωσάν και εις άλλους τόπους.
αλλά τινάς ουκ έφτασεν ποτέ του εις τόσην δόξαν,
το στέμμα το βασιλικόν να του το έχουν φορέσει.
Εν τούτω σας παρακαλώ, ως φίλους κι αδελφούς μου,
955να πάψουσιν τα σκάνταλα, η ταραχή, τα λόγια.
κι όσοι ελαλήσετε διά εμέν να γενώ βασιλέας,
επαίρνω εγώ τους λόγους τους και τες φωνές όπου είπαν,
και θέτω απάνω εις αυτάς κ᾿ εγώ τον εδικόν μου·
και ας μίξωμεν και των αλλών, να ποιήσωμεν ομάδα
960των δώδεκα την εκλογήν, να πληρωθή το πράγμα,
κι ας ποιήσωμεν διά βασιλέαν τον κόντον ΒαλδουβίνονΒαλδουΐνος Α’ (τ.κόμης της Φλάνδρας)
όπου ένι αφέντης φυσικός, αφέντης της Φιλάντριας·φυσικός [εδώ]=νόμιμος
διατό ένι άξιος κι ευγενής, χρήσιμος εις τους πάντας
κ᾿ έντιμος να ένι βασιλέας από όλους του φουσσάτου».
§ 65 965Ακούσων ταύτα οι δώδεκα όπου σας αφηγούμαι,
όπου ήσαν όλοι εκλεχτοί να ποιήσουν βασιλέα,
ενταύτα εσυγκατέβησαν κι όλοι το εστεργήσαν·
απέκει εσηκώθησαν όπου ήσαν μαζωμένοι,
εις το παλάτι απήλθασιν αυτού του βασιλέως·
970ελάλησαν να σωρευτούν οι πάντες του φουσσάτου,
να ακούσουν την απόκρισιν, την είπαν κ᾿ εδιορθώσαν,
του βασιλέως την εκλογήν, το ποίος χρεωστεί να ένι.
§ 66 Κι αφότου εσωρεύτηκαν οι πάντες του φουσσάτου
εις τα παλάτια τα λαμπρά του βασιλέως εκείνα,
975ένας από τους δώδεκα, ο φρονιμώτερός τους,
τον λόγον τους εβάσταξεν, εμφάνισεν το πράγμα,
το πώς με φόβον του Θεού, με προσοχήν μεγάλην,
τον κόντον της Φιλάντριας εκλέξασιν διά βασιλέαν και ρήγαν
της Πόλεως και της βασιλείας όλης της Ρωμανίας.
980Ακούσων ταύτα οι άπαντες, μικροί τε και μεγάλοι,
οι πλούσιοι γαρ κ᾿ οι ευγενικοί, το κοινόν, το φουσσάτο,
εις σφόδρα το αγαπήσασιν, εστέρξαν κι αφιρώσαν,
ο κόντος γαρ ο Παντουής να ένι βασιλέας.
Ηφέρασιν του βασιλέως το στέμμα και τον σάκκον,
985εστέψασιν κ᾿ εντύσαν τον ως βασιλέαν, σε λέγω,
κ᾿ ευφήμησαν κ᾿ εδόξασαν, ως πρέπει κι ως λαχάνει.
§ 67 Κι αφότου τον εστέψασιν κ᾿ εγίνη βασιλέας,
σκάνταλον μέσα εγίνετον και ταραχή μεγάλη
εις τους Λουμπάρδους, σε λαλώ, ομοίως και εις τους Φραγκίσκους,
990όπου αγαπούσαν και ήθελαν να γένη ο μαρκέσης
εκείνος γαρ του Μουφαρά, όπου ήτον καπετάνος
εις τα φουσσάτα και λαόν, καθώς σε το επροείπα.
Ενταύτα ο πανφρόνιμος Δούκας της Βενετίας,
εκείνος ο μισίρ Αρίς, ντε Άντουλο το επίκλην,Ερρίκος Δάνδολος, Δόγης της Βενετίας
995εβάλθη μετά έτερους τα σκάνταλα να εσβύση.
Απήρεν γαρ και μετ᾿ αυτού τον κόντον της Τουλούζας·
τοσαύτα έξευρεν να ειπή, τόσον να τους πραΰνη,
είπεν, εκαθοδήγησεν, ως φρόνιμος όπου ήτον·
«Άρχοντες, φίλοι κι αδελφοί, αφότου εγενέτον
1000η έκλεξις του βασιλέως, κ᾿ εστέφτη κ᾿ επληρώθη
– άσκημον πράγμα κι άπρεπον, κατηγορία μεγάλη –
όσοι το ειπούν κι ακούσωσιν ᾿ς όλην την οικουμένην,
ότι με λόγου κ᾿ εκλογής τέτοιων μεγάλων ανθρώπων
εγένετο η εκλογή κ᾿ εστέφτη ο βασιλέας,
1005κι απαύτου εμενανοήσετε, ως φαίνεται, διά φτόνον.
Ο ΒΟΝΙΦΑΤΙΟΣ ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΤΗΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
Εν τούτω λέγω προς εσάς, αξιοπαρακαλώ σας,
να λείψουσιν τα σκάνταλα, ουδέν ένι τιμή σας·
αφότου εγίνη βασιλέας της Φιλάντριας γαρ ο κόντος,
ας γένη και του Μουφαρά αυτούνος ο μαρκέσηςΒονιφάτιος ο Μομφερρατικός (Monferrato)
1010ρήγας κι αφέντης γονικός της Σαλονίκης πόλης
με όσα διαφέρνει επ᾿ αυτής και οφείλει να αφεντεύη».
Το ακούσει ταύτα ο λαός, μικροί τε και μεγάλοι,
οι πλούσιοι γαρ και το κοινό του φράγκικου φουσσάτου,
στριγγήν φωνήν ελάλησαν, όλοι το επροσκυνήσαν.
1015Κι αφότου το εστεργήθησαν κ᾿ εστέψασι διά ρήγα
τον Μπονιφάτσον, σε λαλώ, εκείνον τον μαρκέσην,
επάψασιν τα σκάνταλα κ᾿ εγένετον ειρήνη.
§ 68 Μετά ταύτα εδιορθώσασιν τους δώδεκα εκείνους,
όπου έκλεξαν τον βασιλέαν, την μερισίαν να ποιήσουν
1020του τόπου της Ανατολής κι όλης της Ρωμανίας,
όσον διαφέρνει της Πολέου της βασιλείας σε λέγω,
προς την ουσίαν και την αξίαν του καθενός και εκάστου,
και τον λαόν όπου είχασιν εις την κουγκέστα εκείνην.κουγκέστα=κατάκτηση
Με κλήρους και με προσοχήν η μερισία εγενέτον·
1025έτυχεν γαρ της Βενετίας το τέταρτον ιμερίδι,
και το ἥμισον του τέταρτου, όγδον το λέγουν άλλοι,
από την χώραν της Πολέου κι όλης της Ρωμανίας,
καθώς το γράφεται ακομή ο Δούκας της Βενετίας
εις τας γραφάς κ᾿ εις την τιμήν της αφεντίας όπου έχει.
ΠΟΛΕΜΟΣ ΦΡΑΓΚΩΝ προς ΒΟΥΛΓΑΡΟΥΣ [1205]
§ 69 1030Λοιπόν ετότε όπου λαλώ, εις τον καιρόν εκείνον
ήτον αφέντης της Βλαχίας και όλης της Ἑλλάδος,
της Άρτας και των Γιαννινών κι όλου του Δεσποτάτου,
κυρ Ιωάννην τον ωνόμαζαν, Βατάτσης είχεν το επίκλη.Ιωάννης Α’ Ασάν Βουλγαρίας ή Ιωαννίτζης
Κι ως ήκουσεν και έμαθεν και επληροφορέθη
1035το πώς οι Φράγκοι απήρασιν την αφεντίαν της Πόλης,
κ᾿ εστέψασιν και βασιλέαν, απήρασιν τα κάστρη,
τες χώρες εμερίσασιν όλης της Ρωμανίας·
ευθέως, σπουδαίως απέστειλεν εκεί εις την Κουμανίαν·σπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
δέκα χιλιάδες ήλθασιν, όλοι εκλεχτοί Κουμάνοι
1040με Τουρκουμάνους εκλεχτούς, όλοι εκαβαλλικεύαν.
Άρματα είχασιν καλά, διαρίχια εφορούσαν·διαρίχια=δόρατα
οι μεν κοντάρια εβάσταιναν κ᾿ οι έτεροι βεργίτες.
Εσώρεψεν και τον λαόν όλης της αφεντίας του,
φουσσάτα επεριεσώρεψεν μεγάλα κι αντρειωμένα
1045κι άρχισε μάχην δυνατήν να πολεμή τους Φράγκους·
ουχί γαρ εις πρόσωπον, να πολεμήση εις κάμπον,
αλλά με τρόπον μηχανίας ωσάν το κάμνουν οι Τούρκοι.
Διαβόντα γαρ ένας καιρός, εγύρισεν ο άλλος·
με πονηρίαν απόστελνεν τους καταπατητάδες
1050του να μαθαίνη αδιάλειπτα τες των Φραγκών γαρ πράξες.
§ 70 Κι ως έμαθεν πληροφορίαν το πού ήτο ο Μπονοφάτσιος,Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός (Monferrato)
ο ρήγας του Σαλονικίου, ούτως τον ωνομάζαν,
τες νύχτες επερπάτησεν έως ού να εφτάση εκείθεν.
Τα εγκρύμματά του έβαλεν εις επιδέξιους τόπους·εγκρύμματα=ενέδρες
1055και όσον εξημέρωσεν κ᾿ επλάτυνεν η ημέρα,
διακόσιους γαρ εδιόρθωσεν όπου ήσαν τα λαφρά τους
κ᾿ εδράμασιν κ᾿ εκούρσεψαν γύρον του κάστρου εκείνου·
το κούρσο επεριμάζωξαν, απήρασι, υπαγαίνουν.κούρσο=λεία, λάφυρα
Το ιδεί οι Λουμπάρδοι όπου ήσασι εκείσε με τον ρήγαν,
1060σπουδαίως απήραν τ᾿ άρματα, πηδούν, καβαλλικεύουν·
ατός του ο ρήγας μετ᾿ αυτούς εξέβηκεν ομοίως
ως άνθρωποι απαίδευτοι της μάχης των Ρωμαίων.
Ομπρός οπίσω εξέβαιναν προς είκοσι και τριάντα·
κ᾿ εκείνοι όπου εκουρσέψασιν κ᾿ εφεύγαν με το κούρσο
1065έως ού να τους προσφέρουσιν απέσω εις τας χωσίας.χωσία=καρτέρι, ενέδρα
Ενταύτα απεχωσιάσασιν γύρωθεν οι χωσίες
και τους Λουμπάρδους άρχασαν να τους θέλουν τοξεύει·
εδείχναν ότι φεύγουσιν εκείνοι οι Κουμάνοι
κ᾿ εγύριζαν οπίσω τους και τα φαρία εδοξεύαν.
1070Οι δε Λουμπάρδοι ως είδασιν μετά τον Μπονοφάνσιον,
εκείνον τον αφέντην τους, του Σαλονικίου τον ρήγα,
το πώς τους ετριγύρισαν κ᾿ εκατεδόξευάν τους,
όλοι ενομού εσωρεύτησαν, να ζήσουν κι αποθάνουν.
Το δε οι Κουμάνοι κ᾿ οι Ρωμαίοι ουκ εζυγώνανέ τους·
1075με τας σαγίττας από μακρά τους εκατεδοξεύαν
κι ούτως τους αποκτείνασιν κ᾿ εθανατώσανέ τους.
Απαύτου δε και έμπροστεν, καθώς σε το αφηγούμαι,
με πονηρίον και μηχανίαν, ως το έχουν οι Ρωμαίοι,
τους Φράγκους εμαχόντησαν, επαίρναν τους και εδίδαν,
1080καθώς το έχουν πανταχού οι μάχες και οι στρατείες,
έως ότου επεράσασιν των τριών χρονών το τέλος.
§ 71 Κι αφότου επληρώθησαν οι τρεις χρόνοι κι απάνω,
ο Βαλτουβής ο βασιλεύς ωρέχτηκεν να απέλθηΒαλδουίνος Α’ (Λατίνος αυτοκρ.)
εκεί εις την Ανδριανόπολιν, χώρα μεγάλη υπάρχει.
1085Κι ωσάν εδιέβηκεν εκεί, καθώς σε το αφηγούμαι,
οκάποιος του το εμηνύτεψεν εκεινού του δεσπότη
του Καλοϊωάννη, σε λαλώ, του αφέντου της Βλαχίας·Ιωάννης Α’ Ασάν Βουλγαρίας ή Ιωαννίτζης
κ᾿ εκείνος, ως το ήκουσεν κι ως το επληροφορέθη,
γοργόν, σπουδαίως, και σύντομα, με προθυμίαν μεγάλην,
1090καταπαντόθε εσώρεψεν όλα του τα φουσσάτα·
εκεί εις την Ανδριανόπολιν σπουδαίως εκατεφτάσεν.
Τι να σε λέγω τα πολλά πολλάκις να βαρειέσαι;
επεί κ᾿ εγώ ωσάν κ᾿ εσέν βαρειώμαι να τα γράφω·
αλλά διά συντομώτερον και διά κοντούς τους λόγους,
1095σε λέγω και πληροφορώ, με αλήθειαν σε το γράφω,
ότι, ωσάν το έποικεν εκείνου του μαρκέση,
του ρήγα του Σαλονικίου, καθώς σε το αφηγήθην,
το εποίησαν και Μπαλτουή, του βασιλέως της Πόλης·
μετά χωσίες και μηχανίες ούτω τους επλανέσαν,
1100εξέβησαν εις την φωνήν και ταραχήν εκείνην
που ελάλησαν και είπασιν ότι ήλθαν τα φουσσάτα
του Καλοϊωάννη, σε λαλώ, εκεινού του δεσπότη.
Πεντακοσίους απέστειλεν εκείνος ο δεσπότης,
όπου έδραμαν κ᾿ εκούρσεψαν τους κάμπους και τους τόπους
1105εκεί εις την Ανδριανόπολιν που ήτον ο βασιλέας.
Ώρισεν γαρ ο βασιλέας τον πρωτοστράτοράν του
και τα σαλπίγγια ελάλησαν, πηδούν καβαλλικεύουν·
Φλαμέγκους είχε εξακοσίους και τριακοσίους ΦράγκουςΦλαμέγκοι=Φλαμανδοί
όπου ήσαν όλοι εκλεχτοί, φαρία εκαβαλλικεύαν,φαρία=πολεμικά άλογα
1110άρματα είχασιν λαμπρά ως τα έχουσιν οι Φράγκοι.
Αϊλλοί ζημία όπου εγένετον εκείνην την ημέραν
᾿ς τέτοιους ανθρώπους βγενικούς απ᾿ το άνθος της Φραγκίας,
το πώς εκαταλύθησαν κι αδίκως αποθάναν,
διατί ουκ έξευραν κάμ ποσώς την μάχην των Ρωμαίων.
1115Ήλθασιν γαρ οι άρχοντες οι Ανδριανοπολίτες
και λέγουσιν του βασιλέως· «Αφέντη μας, δεσπότη,
κράτησον τα φουσσάτα σου μηδέν έβγουσιν έξω·
επεί αυτοί, όπου θεωρείς, ότι ήλθαν και κουρσεύουν,
ως πλάνοι ήλθασι κλεφτώς να μας εξεμαυλίσουν·
1120τα δε φουσσάτα όπου έχουσιν, όλοι είναι χωσιασμένοιχωσιασμένοι=έχουν στήσει ενέδρα
και αναμένουν ως διά εμάς να μας υπάουσι εκείσε.
Αυτούνοι γαρ ου πολεμούν ωσάν εσείς οι Φράγκοι,
εις κάμπον ν᾿ αναμείνουσιν να δώσουν κονταρέας,
αλλά με τα δοξάρια τους φεύγοντα πολεμούσιν.
1125Και πρόσεχε, αφέντη μας καλέ, μηδέν εβγής εις αύτους·
αν μας απήραν πρόβατα, άλογά τε και βοΐδια,
ως δανεικά ας τα επάρουσιν, αν τύχη να τα στρέψουν».
ΠΑΝΩΛΕΘΡΙΑ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ ΕΝ ΑΔΡΙΑΝΟΥΠΟΛΕΙ [1205]
Ακούσων τούτο ο βασιλεύς εκατηγόρησέ το,
χολιαστικά τους ώρισε πλέον να μη το ειπούσιν,
1130διότι πράγμα λέγουσιν, κατηγορίαν μεγάλην.
«Να εβλέπω με τα ομμάτια μου εμπρός μου τους εχτρούς μου
όπου ζημιώνουν, καταλούν, τους τόπους μου κουρσεύουν,
κ᾿ εγώ να στήκω ωσάν νεκρός και να τους υπομένω;
κάλλιον το έχω, θάνατον σήμερον ν᾿ αποθάνω
1135περί να ειπούσιν αλλαχού να με κατηγορήσουν».
Ώρισεν ελαλήσασιν, και είπαν τα σαλπίγγια·
εις τρία αλλάγια εχώρισε τους Φράγκους όπου είχεν,αλλάγι=στρατ. μονάδα
και τους Ρωμαίους εις άλλα τρία κ᾿ εξέβησαν στον κάμπον.
Το ιδεί τους γαρ οι Κούμανοι, εκείνοι όπου εκουρσεύαν,
1140το πώς εξέβησαν ᾿ς αυτούς, εχάρησαν μεγάλως,
έδοξαν ότι φεύγουσιν με το κούρσο όπου είχαν·κούρσο=λεία, λάφυρα
κ᾿ οι Φράγκοι, ως απαίδευτοι της μάχης γαρ εκείνης,
αρχίσαν να τους διώκουσιν διά να τους έχουν σώσει·
κ᾿ εκείνοι πάλε φεύγοντα τους εκατεδοξεύαν
1145τα άλογα και τα φαρία όπου εκαβαλλικεύαν.
Τόσον τους επαράσυραν κ᾿ εξεμαυλίσανέ τους,
ότι τους απεσώσασιν εκείσε εις την χωσίαν·χωσία=καρτέρι, ενέδρα
ευθέως εξεχωσιάσασιν οι Τούρκοι κ᾿ οι Κουμάνοι,
άρχισαν να δοξεύουσιν των Φραγκών τα φαρία.δοξεύω=τοξεύω
1150Οι Φράγκοι γαρ ελόγιασαν πόλεμον να τους ποιήσουν
με τα κοντάρια και σπαθία, ως ήσαν μαθημένοι.
Οι δε Κουμάνοι εφεύγασιν κι ουδέν τους επλησίαζαν,
μόνι με τα δοξάρια τους τους εκατεδοξεύαν
και τόσα εκατεδόξεψαν ότι απεκτείνανέ τους·απεκτείνανε=σκότωναν
1155εψόφησαν γαρ τα φαρία, οι καβαλλάροι επέσαν.απελατίκι=σιδερένιο ρόπαλο
Σαλίβες είχαν τούρκικες ομοίως και απελατίκια·σαλίβα=τσεκούρι
με εκείνα τους εσύχνασαν απάνω εις τα κασσίδια,κασσίδια=κράνη
κι απέκτειναν τον βασιλέαν κι όλα του τα φουσσάτα.συχνάζω=χτυπάω
Έδε ζημία όπου εγίνετον εκείνην την ημέραν·
1160πάσα στρατιώτης ευγενής πρέπει να τους λυπάται
διατό απέθαναν άδικα δίχως να πολεμήσουν.
Οι δε Ρωμαίοι όπου ήσασιν μετά τον βασιλέα
εκεί εκ την Ανδριανόπολιν, ολίγους γαρ ελάβαν,
επείν το ιδεί τον βασιλέα το πώς τον απεκτείναν,
1165έφυγαν, οπίσω εστράφησαν, εσέβησαν στην χώραν·
μαντάτα εσυνεβγάλασιν στην Κωνσταντίνου πόλιν,συνεβγάνω=κομίζω
το πώς εκαταλύσασιν τον βασιλέαν οι Τούρκοι.
§ 72 Ο Δούκας γαρ της Βενετίας ευρέθηκεν εκείσε·
ευθέως φουσσάτα εσώρεψεν, στην Ανδριανόπολη ήλθεν
1170να συμμαχήση τον λαόν, την χώραν να φυλάξη.
§ 73 Ωσαύτως εσυνέβγαλεν σπουδαίως αποκρισάρηναποκρισάρης=απεσταλμένος
εκείσε εις την Ανατολήν εις τον μισίρ Ρομπέρτον,
αυτάδελφον του βασιλέως, του Βαλδουβίνου εκείνου.Βαλδουΐνος Α’ (τ.κόμης της Φλάνδρας)
Χώρες και κάστρη αφέντευεν εκείσε εις την Νύμφον·Νύμφον=> Νυμφαιον Μ.Ασίας
1175είχε φουσσάτα δυνατά, φλαμουριαρίους μετ᾿ αύτον.φλαμουράριος=βαθμοφόρος
Κι ως το ήκουσεν και έμαθεν κι ως το επληροφορέθη
το πώς εκαταλύσασιν τον βασιλέα οι Τούρκοι,
τα κάστρη του εσωτάρχισεν κι απήλθεν εις την Πόλιν.σωταρχίζω=εφοδιάζω
§ 74 Ο Δούκας γαρ της Βενετίας εστράφηκεν εκείσε·
1180καταπαντούθεν εμήνυσε διά τους φλαμουραρίους
τους πρώτους όπου αφέντευαν τότε εις την Ρωμανίαν.
ΔΙΑΔΟΧΟΙ ΤΟΥ ΒΑΛΔΟΥΪΝΟΥ
Κι αφότου εσωρεύτησαν κ᾿ ενώθησαν αλλήλως,
εθρόνιασαν διά βασιλέαν εκείνον τον Ρομπέρτον,Ερρίκος της Φλάνδρας [λάθος Χρονικού]
του βασιλέως τον αδελφόν του Βαλδουβίνου εκείνου.Βαλδουΐνος Α’ (τ.κόμης της Φλάνδρας)
§ 75 1185Εκείνος γαρ ο βασιλεύς ο μισίρε Ρομπέρτος
είχεν υιόν, τον έλεγαν κ᾿ εκείνον Βαλδουβίνον,
όστις εγίνη βασιλέας κ᾿ έχασε την βασιλείαν·
την θυγάτηρ του απόστελνεν διαβών ολίγοι χρόνοι,
του ρόϊ Ραγκού την έστελνεν να επάρη διά γυναίκαν·ρόις Ραγκού=βασιλιάς Αραγωνίας
1190στον Ποντικόν επιάσασιν τα κάτεργα λιμιώνα,
όπου ένι γαρ εις τον Μορέαν, κάστρον λαμπρόν υπάρχει.
Εκεί ευρέθη ο μισίρ Ντζεφρές αφέντης του Μορέως,
όπου ήτον πρώτος αδελφός του πρίγκιπα Γυλιάμου·
με μηχανίαν και φρόνεσιν έπιασεν κ᾿ ευλογήθηνευλογήθη=παντρεύτηκε
1195την θυγάτηρ του βασιλέως εκείνου του Ρομπέρτου.
Και ο βασιλεύς, το ακούσει το μεγάλως το εβαρύνθη.
ύστερον γαρ ισιάστησαν, καθώς το θέλεις μάθει
εδώ εις ετούτο το βιβλίον έμπροστεν ᾿ς άλλην λέξιν.
§ 76 Εν τούτω παύω απ᾿ εδώ, θέλω του να σκολάσω
1200ετούτο όπου αφηγήσομαι, άλλο να καταπιάσω,
να σας ειπώ αφήγησιν, καταλογήν μεγάλην,
το πώς επράξαν οι Ρωμαίοι, αφότου εξεπέσαν
κ᾿ εχάσασιν την βασιλείαν της Κωνσταντίνου πόλης.
Εν τούτω άρξομαι απ᾿ εδώ, αφκράζου να μανθάνης.
 
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΝΙΚΑΙΑΣ
§ 77 1205Τον χρόνον γαρ και τον καιρόν όπου έπιασαν οι Φράγκοι
το την Κωνσταννινούπολιν, ωσάν το αφηγούμαι,
ιδών οι άρχοντες Ρωμαίοι, οι πρώτοι της Ρωμανίας
εκείσε εις την Ανατολήν, που είχαν την παρρησίαν,
εκλέξασιν δι᾿ αφέντην τους και βασιλέα εθρονιάσαν
1210εκείνον τον κυρ Θεόδωρον, Λάσκαριν τον ελέγαν·Θεόδωρος Α’ Λάσκαρις
γαβρός ήτον του βασιλέως κυρ Σάκη του Βατάτση
κ᾿ είχεν την θυγατέρα του ομόζυγον γυναίκα.
§ 78 Κι αφότου τον εστέψασιν κ᾿ εποίησαν βασιλέαν,
τα κάστρη του εσωτάρχισε κ᾿ ερρόγεψεν φουσσάτα,ρογεύω=στρατολογώ (μισθοφόρους)
1215Τούρκους, Κουμάνους, Αλαϊνούς, Ζύχους γαρ και Βουλγάρους.Ζύχοι=Ούζοι (Τουρκική φυλή)
Άρχισε του να μάχεται με προθυμίαν μεγάλην
τους Φράγκους όπου ηυρέσκονταν εις της Νικαίας τα μέρη,
εκείσε εις την Ανατολήν όπου ένι η Φιλαδέλφεια,
όπου ήτον γαρ και αφέντευεν ο μισίρ Ρομπέρτος ντε Φιλάντριας.
§ 79 1220Κ᾿ εδιήρκησεν η μάχη τους χρόνους καν τρεις και πλέον,
έως ού εσκοτώθη ο βασιλεύς αυτός ο Βαλδουβίνος,Βαλδουίνος Β’ (Λατίνος αυτοκρ. Κ/Π)
κ᾿ εστέψασιν διά βασιλέαν εκείνον τον Ρομπέρτον.
ΘΕΟΔΩΡΟΣ Β’ ΛΑΣΚΑΡΙΣ και ΜΙΧ. ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΣ
§ 80 Έζησεν γαρ ο βασιλεύς ο Λάσκαρις εκείνος
χρόνους κ᾿ έτη όσα ηθέλησεν ο Βασιλεύς της Δόξης·
1225κι ωσάν του ήλθεν το κοινό του κόσμου ν᾿ αποθάνη, –
κ᾿ είχεν υιόν μειράκιον, ανήλικος υπήρχεν, –Ιωάννης Δ’ Λάσκαρις
ώρισεν και εκράξασιν κυρ Μιχαήλ εκείνον,Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος
τον Παλαιολόγον, σε λαλώ, τον πρώτον της Ρωμανίας,
ως τίμιον, φρονιμώτερον εις όλους τους Ρωμαίους·
1230πρώτα του επαράδωκεν εκείνον τον υιόν του,
και δεύτερον την αφεντίαν όλης της βασιλείας.
Μεθ᾿ όρκου τα επαράλαβεν όσα του επαρεδώκεν·
πατέρα γαρ του βασιλέως ώρισε να τον κράζουν.
§ 81 Κι όσον εμεταστάθηκεν ο βασιλεύς εκείνος,εμεταστάθηκε=πέθανε
1235ο Παλαιολόγος ώρισεν, τα κάστρη εσωταρχίσαν·
έθεκεν φύλαξες καλές, εις τ᾿ όνομάν του ωμόσαν·
τον όρκον επαράλαβεν όλων των κεφαλάδων,κεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
ωσαύτως γαρ και του κοινού όλης της βασιλείας.
Κι αφότου επαράλαβεν όλην την αφεντίαν,
1240τους άρχοντας ετίμησεν όλης της βασιλείας·
τους μεν γαρ ευεργέτησεν, αλλών χώρας εδώκεν·
κι όσον απεκατέστησεν τες όρεξές τους όλες,
έπνιξεν κ᾿ εθανάτωσεν τον αφεντόπουλόν του,
του Λάσκαρη γαρ τον υιόν, του βασιλέως εκείνου.Ιωάννης Δ’ Λάσκαρις
1245Έδε ανομία και αμαρτία, όπου έποικεν ο άθλιος,
να πνίξη τον αφέντην του, την αφεντίαν να επάρη·
ποίος να το ακούση και να ειπή ότι εις Θεόν πιστεύουν
άνθρωποι όπου ουδέν κρατούν αλήθειαν ούτε όρκον;
τα έθνη γαρ τα αβάφτιστα όρκον αν σε ποιήσουν
1250προς τα συνήθεια όπου έχουσιν, τον νόμον που κρατούσιν,τα συνήθεια=Εθιμικό Δίκαιο
πρώτα να λάβη θάνατον παρά να σε αφιορκήση.
Οι δε Ρωμαίοι, όπου λέγουσιν ότι εις Χριστόν πιστεύουν,
όσον σε ομνύει πλειότερον κι όρκους σε αφιερώνει,
τόσον σε μηχανεύεται διά να σε απεργώση,απεργώνω=εξαπατώ
1255να επάρη από τα ρούχα σου ή να σε θανανώση.
Αϊλλοί και τι κερδίζουσιν να σφάλλουν προς τον Θέον;
και πώς τους απετύφλωσεν η αμαρτία όπου πράττουν,
ότι τους εξωλόθρεψεν από τα ιγονικά τους,
κ᾿ εγένονταν αμάλωτα όλης της οικουμένης.αμάλωτα=αιχμάλωτοι
1260Ποίον άλλο γένος σήμερον ευρίσκεται εις τον κόσμον
να τους πουλούν ως αμάλωτα μόνον και τους Ρωμαίους;
όμως ως πράττει ο κάτε είς ούτως θέλει απολάβει.
Την λέξιν γαρ όπου άρχισα να λέγω και να γράφω,
θέλω να σού αφηγήσωμαι έως ού να την πληρώσω.
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ ΝΙΚΑΙΑΣ
§ 82 1265Αφότου εθανάτωσεν κυρ Μιχαήλ εκείνος,
ο Παλαιολόγος, σε λαλώ, τον αφεντόπουλόν μου,
του βασιλέως γαρ τον υιόν, του Λάσκαρη εκείνου,
και έλαβε την αφεντίαν όλης της βασιλείας,
φουσσάτα επερισώρεψεν, Τούρκους και άλλες γλώσσες,
1270την μάχην επεχείρησε να μάχεται τους Φράγκους
εκείσε εις την Ανατολήν όπου είχε το επιδέξιον.
Εκείνος γαρ ο βασιλεύς ο μισίρε ΡομπέρτοςΡοβέρτος του Κουρτεναί (Λατίνος αυτοκρ.)
ουδέν ήτον εις τον καιρόν ετότε όπου σε λέγω,
διατό ήτον αποθάνοντα ομπρός ολίγους χρόνους·
1275κι αφέντευεν ο Βαλτουής εκείνος ο υιός του,Βαλδουίνος Β’ (Λατίνος αυτοκρ. Κ/Π)
όπου έχασεν την βασιλείαν με την κακήν του πράξιν.
Εν τούτω εσυμβιβάστηκεν αυτός ο Παλαιολόγος
με το κουμού της Γένοβας, τον Γαλατάν τους δίδει,κουμού=Ανώτ. Συμβούλιο (Comùn)
όπου ένι εκείθεν της Πολέου απέκει του λιμιώνος·
1280χώραν εποίκασιν εκεί κι αππλίκιν τους μεγάλο·αππλίκι=κατάλυμα
όρκον, συνθήκας έποικαν μετά τον βασιλέα,
να είναι ακουμέρκευτοι ᾿ς όλην την Ρωμανίαν,ακουμέρκευτοι=φοροαπαλλασσόμενοι
να του βοηθούν με κάτεργα εις όλες του τες μάχης,
να έχουσι την ρόγαν τους και την φιλοτιμίαν τους.ρόγα=μισθός μισθοφόρου
§ 83 1285Κάτεργα εξήντα αρμάτωσε αυτός ο Παλαιολόγος·
έβαλεν και αρχάσασιν μάχην μετά τους Βενετίκους,
διανό ήσαν εις βοήθειαν εκεινού του Βαλδουΐνου·
εκράτησαν τα έμπατα, τες στράτες του πελάγου
του να μη φέρουσιν ποθέν σωτάρχιον εις την Πόλιν.σωτάρχιος=εφοδιασμός
ΑΝΑΚΤΗΣΙΣ ΤΗΣ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ ΥΠΟ των ΕΛΛΗΝΩΝ [1261]
1290Κ᾿ εκείνος πάλε επέρασεν εις της Πολέου τα μέρη
μ᾿ όσα φουσσάτα ημπόρεσεν να έχη περισωρέψει·
την Πόλιν εκατάκλεισε της γης και της θαλάσσης.
§ 84 Κ᾿ ιδών ετούτο οι Ρωμαίοι, όπου ήσαν εις την Πόλιν,
σύντομα εσυμβιβάστησαν μετά τον Παλαιολόγον·
1295όρκον, συνθήκες, έποικαν κ᾿ εμπάσαν τον απέσω.
Κι ως είδε ετούτο ο βασιλεύς εκείνος ο Βαλδουίνος,Βαλδουίνος Β’ (Λατίνος αυτοκρ. Κ/Π)
το πώς τον απιστήσασιν το γένος των Ρωμαίων,
εκείσε εκατέφυγεν μετά τους Φράγκους όλους
όπου ήσασιν γαρ μετ᾿ αυτόν εις τα παλαιά παλάτια·
1300εκεί επολεμούσαν τον οι Τούρκοι κ᾿ οι Ρωμαίοι.
§ 85 Ως είδεν γαρ ο βασιλεύς εκείνος ο Βαλδουίνος
το πώς τον εκατάκλεισαν εις τα παλαιά παλάτια,
– καράβιν είχε εξαίρετον, μέγα, λαμπρόν υπήρχε,
εις αύτο εδιέβηκεν εκεί με τρεις χιλιάδες άλλους·
1305από την Πόλη εξέβησαν, την θάλασσαν επλέψαν,
έσωσαν στην Μονοβασίαν, εκείσε αππλικέψαν·Μονοβασία=Μονεμβασιά
εξέβησαν έξω εις την γήν κ᾿ εις τον Μορέαν εσώσαν.
Εκεί ήτον τότε ο πρίγκιπας εκείνος ο Γυλιάμος·
το μάθει ότι ήλθε ο βασιλεύς ήλθεν εις απαντήν του,
1310πολλά γαρ τον ετίμησεν ως βασιλεύς όπου ήτον.
Ο βασιλεύς εσπούδαζε ν᾿ απέλθη εις την Δύσιν,
ελπίζοντα λογίζοντα να του έχουν βοηθήσει
ο Πάπας με την Εκκλησίαν κι ο Ρήγας της Φραγκίας,
φουσσάτα να του δώσουσιν και συμμαχίαν μεγάλην,
1315οπίσω πάλε να στραφή εκείσε εις την Πόλιν.
 
ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ ΚΩΝ/ΠΟΛΕΩΣ ΚΑΤΑΦΕΥΓΟΥΝ ΕΙΣ ΜΟΡΕΑΝ [1205]
§ 87 Εν τούτω ενεμείνασιν πολλοί από τον λαόν του
εκεί γαρ με τον πρίγκιπα εκείνον τον Γυλιάμον,
εις λογισμόν να τους ευρή εκείσε ο βασιλέας
στο στρέμμα όπου ήλπιζεν του να στραφή απ᾿ εκείθεν.στρέμμα=επιστροφή
1320Εκείνοι γαρ ενέμειναν όπου τους ονομάζω.
Ο πρώτος ο μισίρ Ασελής, ντε Ντουθ είχεν το επίκλην,Ανσελής ντε Τουθ (Ancelin de Toucy)
αυτάδελφος ήτον του Καίσσαρη ετότε της Πολέου,
την μήτηρ του μισίρ Ντζεφρέ εκείνου ντε Ντουρνάη
επήρεν εις γυναίκαν του κ᾿ ενέμεινε εις τον τόπον.
1325Απαύτου ήτο ο μισίρ Βηλές, ντε Ανόε είχεν το επίκλην,Βιλαίν ντ’ Ανοέ (Vilain de Annoi)
όπου ήτον πρωτοστράτορας της Ρωμανίας ετότε·
ο πρίγκιπας ευεργεσίαν την Αρκαδίαν του εδώκεν.
Ενέμειναν οι ντε Μπλαθοί κ᾿ εκείνοι οι ντε Βερήθοι.Μπλαθοί=de Blangy / Βερήθοι=de Versy
Ντε Αμπή ήσαν τέσσαροι αδελφοί, ντε Ανή ήσαν άλλοι δύο.Αμπή=de Chappes / ντε Ανή=d’ Annoi
1330Άλλος ήτον ντε Λεσπηγγάς και πλείστοι άλλοι σιργέντες·le Sir de Lepinasse
ομοίως και άρχοντες Ρωμαίοι· ενέμειναν κ᾿ εκείνοι,σιργέντης=υπαξιωματικός, ακόλουθος
τους οποίους ουκ ονομάζω σε διά την πολυγραφίαν.
§ 88 Ενταύτα θέλω από του νυν να πάψω τα σε λέγω,
τες πράξες όπου επράξασιν οι βασιλείς εκείνοι,
1335ο Παλαιολόγος αλλά δή κι ο Βαλδουβής εκείνος,Βαλδουίνος Β’ (Λατίνος αυτοκρ. Κ/Π)
διατί σπουδάζω να στραφώ εις το προκείμενόν μου,
καθώς το επεχείρησα εις την αρχήν του λόγου,
διά να πληρώσω της αρχής του πρόλογου το τέλος.
ΤΟ ΠΩΣ ΟΙ ΦΡΑΓΚΟΙ ΕΚΕΡΔΙΣΑΝ ΤΟΝ ΤΟΠΟΝ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ
1340Επεί αν είσαι γνωστικός κ᾿ εξεύρεις τα σε γράφω,
και έγροικος εις την γραφήν, τα λέγω να απεικάζης,
πρέπει να εκατάλαβες τον πρόλογον όπου είπα
εις του βιβλίου μου την αρχήν το πώς το εκαταλέξα
ότι δι᾿ αρχήν θεμελίου είπα το της Συρίας,
1345ωσαύτως της Ανατολής, έπειτα της Πολέου,
το πώς τους τόπους εκεινούς εκέρδισαν οι Φράγκοι
όπως να έλθω και φέρω σε και να σε καταλέξω,
το πώς οι Φράγκοι εκέρδισαν ομοίως και τον Μορέαν.
Κι αν έχης όρεξιν να ακούης πράξες καλών στρατιώτων,
1350να μάθης και παιδεύεσαι, ά λάχη να προκόψης.
Ει μεν εξεύρεις γράμματα, πιάσε ν᾿ αναγινώσκης·
εί τε είσαι πάλι αγράμματος, κάθου σιμά μου, αφκράζου·
κ᾿ ελπίζω, αν είσαι φρόνιμος, ότι να διαφορήσης,διαφορίζω=βγαίνω κερδισμένος
επεί πολλοί από αφήγησες εκείνων των παλαίων,
1355όπου ήλθασιν μετά εκεινών, επρόκοψαν μεγάλως.
Εν τούτω άρξομαι απ᾿ εδώ κι αφκράζου τα σε λέγω.
Η ΦΡΑΓΚΙΚΗ ΚΑΤΑΚΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ
§ 89 Ο κόντος ο παράξενος εκείνος της ΤσαμπάνιαςΓουλιέλμος Σαμπλίτης (Guillaume de Champlitte)
όπου σε είπα εις την αρχήν ετούτου του βιβλίου,παράξενος=εξαιρετικός
όπου άρχισεν το πέραμα και το πασσάτζο εκείνοπασσάτζο=πλους
1360μετά τους άλλους έτερους ευγενικούς ανθρώπους
ν᾿ απέλθη εκείσε εις την Συρίαν, εις του Χριστού τον τάφον
εκλέξαν τον διά κεφαλήν και μέγαν καπετάνον
εις τα φουσσάτα όπου είχασιν ετότε οι πελεγρίνοι,πελεγρίνος=προσκυνητής, σταυροφόρος
και έπεσεν κι απέθανεν, καθώς σε το αφηγήθην.
1365Είχεν κι άλλους δύο αδελφούς δευτέρους από αύτον.
§ 90 Κι ωσάν ακούσουν κ᾿ έμαθαν το πώς οι Φράγκοι εκείνοι,
όπου υπαγαίναν στην Συρίαν με θέλημα του Πάπα,
αφήκαν το ταξείδιν τους κι απήλθαν εις την Πόλιν
κ᾿ εκέρδισαν την Ρωμανίαν κ᾿ εγίνησαν αφέντες,
1370βουλήν απήρασιν ομού εκείνοι οι δύο αυταδέλφοι·
να μείνη ένας από αυτούς εκεί εις το ιγονικόν τους,
κι ο άλλος να απέλθη εις Ρωμανίαν διά να κερδίση τόπον.
Λοιπόν ως το έχει εριζικόν η χάρις των ανθρώπων,
κι ουδέν ομοιάζουν οι αδελφοί εις πρόσοψιν και χάριν,
1375ήτον ο υστερνότερος από τους δύο αυταδέλφους,
οκάτι επιδεξιώτερος και φρονιμώτερός τους.
Κ᾿ ισιάστησαν οι δύο αδελφοί, ο πρώτος ν᾿ ενεμείνη
εκείσε εις το κοντάτο του εκείνο της Τσαμπάνιας,Τσαμπάνια=>Καμπανία (Γαλλίας)
κι ο δεύτερος από τους δύο μισίρ Γουλιάμος άκω,
1380είχεν και επίκλην ο λόγου του, τον ελέγαν ντε Σαλούθεντε Σαλούθε = Γουλιέλμος Σταμπλίτης
να εύρη φουσσάτα όσα ημπορεί να επάρη μετά εκείνον,
κ᾿ εκείνος να έλθη εις Ρωμανίαν του να έχη κουγκεστήσει
κάστρη και χώρας τίποτε να τα έχη ιγονικά του.
Ο κόντος γαρ του εξέδωκεν όσον λογάριν είχε,Γοδεφρείδος Βιλλεαρδουίνος (ιστορικός)
1385και είπεν του· «Αδελφούτσικε, αφών εγώ ενεμένω
αφέντης εις τα κάστρη μας κ᾿ εις το ιγονικόν μας,
έπαρε το λογάριν μας και τα κοινά μας όλα
κι άμε με την ευχίτσα μου ομοίως και του πατρός μας,
κ᾿ ελπίζω εις το έλεος του Θεού ότι να ευτυχήσης».
1390Εν τούτω επεριεσώρεψεν κ᾿ ερρόγεψεν φουσσάτα·
εις την Μπουργούνιαν έστειλεν, ήλθαν πολλοί μετ᾿ αύτον,Μπουργούνια=>Βουργουνδία
οι μεν την ρόγαν έπαιρναν κ᾿ ερχόντησαν μετ᾿ αύτον,
άλλοι τινές, όπου ήσασι κ᾿ εκείνοι φλαμουριάροι,φλαμουράριος=βαθμοφόρος
όπου ήσαν πλούσιοι άνθρωποι, ήλθασιν μετ᾿ εκείνον,
1395ο κατά είς διά λόγου του του να έχη κουγκεστήσει.κουγκεστήσει=κατακτήσει
Στην Βενετίαν απόστειλεν τα πλευτικά να ορμώσουν,πλευτικά=καράβια
κ᾿ ευθέως τα οικονόμησαν όσα ηθέλαν κ᾿ εχρήζαν.
 
ΑΦΙΞΙΣ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ ΕΙΣ ΜΟΡΕΑΝ [1205]
§ 91 Τον μάρτιον μήναν ήλθασιν κι απέρασαν απέκει,
κ᾿ εις τον Μορέαν εφτάσασιν εις του μαΐου την πρώτην·
1400εκείσε αποσκάλωσαν στην Αχαΐαν το λέγουν,αποσκαλώνω=αποβιβάζομαι
όπου ένι εδώθεν της Πατρού καν δεκαπέντε μίλια·
ευθέως καστέλλιν έχτισαν όλον με τα πλιθάρια.
Ετότε γαρ όπου λαλώ κ᾿ εις τον καιρόν εκείνον
ο τόπος όλος του Μορέως, όσος και περιέχει
1405το λέγουν Πελοπόννεσον, ούτως τον ονομάζουν,
ουδέν είχεν καταπαντού, μόνον δώδεκα κάστρη.
Λοιπόν αφότου επέζεψαν εκεί εις την Αχαΐαν,
εξέβησαν τα άλογα απ᾿ έσω εκ τα καράβια,
καν δύο ημέρες ενέμειναν έως ού να τα αναπάψουν.
1410Κ᾿ ενταύτα εκαβαλλίκεψαν, απήλθαν εις την Πάτραν·
το κάστρον ετριγύρισαν, ωσαύτως και την χώραν,
τα τριπουτσέτα εστήσασιν γύρω καταπαντόθεν,τριπουτσέτο=καταπέλτης
τους τζαγρατόρους έβαλαν, τον πόλεμον αρχάσαν·τζαγρατόροι=φέροντες βαλλίστρα
κι από του πλήθους του λαού και του θαρσέου πολέμου,
1415από του πρώτου εσέβησαν στην χώραν την απ᾿ έξω.
Κι᾿ αφών την χώραν απήρασιν, εκείνοι γαρ του κάστρου
και ευθέως εσυμβιβάστησαν, το κάστρον επαρεδώκαν
μετά συνθήκας κι αφορμήν να έχουσιν τα εδικά τους,
ο κατά είς το οσπίτι του ομοίως και το εδικόν του.
1420Κι αφών την Πάτραν απήρασι, τες φύλαξες εβάλαν,
το κάστρον εσωτάρχισαν, είθ᾿ ούτως και την χώραν
από λαόν και άρματα, ως έπρεπεν κι αρμόζει·
κι απαύτου οπίσω εστράφησαν εκεί εις την Αχαΐαν.
ΑΦΙΞΙΣ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΩΝ ΕΙΣ ΑΝΔΡΑΒΙΔΑΝ
§ 92 Βουλήν απήραν μ᾿ εκεινούς τους τοπικούς Ρωμαίους,
1425όπου τους τόπους έξευραν, του καθενός την πράξιν,
κ᾿ είπαν κ᾿ εσυμβουλέψαν τους το πώς ένι η Ανδραβίδα,
η χώρα η λαμπρότερη στον κάμπον του Μορέως·
ως χώρα γαρ απολυτή κοίτεται εις τον κάμπον,απολυτή=ατείχιστη
ούτε πύργους, ούτε τειχέα έχει κανόλως ᾿ς αύτην.
§ 93 1430Εν τούτω ωρμήσασιν εκεί, ολόρθα υπαγαίνουν,
εξάπλωσαν τα φλάμπουρα του καθενός φουσσάτου·
κι αφότου επλησιάσασιν εκεί στην Ανδραβίδα,
κ᾿ εμάθασιν οι Ανδραβισαίοι ότι έρχονται οι Φράγκοι,
εξέβησαν με τους σταυρούς ομοίως με τας εικόνας
1435οι άρχοντες και το κοινό της χώρας Ανβραβίδου,
και ήλθαν κ᾿ επροσκύνησαν τον Καμπανέση εκείνον.Καμπανέσης = Γ. Σταμπλίτης (le Champenois)
Κ᾿ εκείνος, ως παμφρόνιμος, καλά τους αποδέχτη,
ώμοσεν κ᾿ υπισκήθη τους να μη τους αδικήση,
ούτε ζημία να λάβουσιν από τα ιγονικά τους,
1440τιμήν, δωρεάς να έχουσιν κ᾿ ευεργεσίας μεγάλας·
όλοι του υπωμόσασιν δούλοι του ν᾿ αποθάνουν.
§ 94 Κι όσον απεκατέστησεν την χώραν Ανδραβίδας,
βουλήν επήρεν μετ᾿ αυτούς το πού να φουσσατέψη.
Εν τούτω εδόθη η βουλή στην Κόρινθον να απέλθουν,
1445διατό ένι κάστρον φοβερόν, το κάλλιον της Ρωμανίας,
και ένι το κεφάλαιον όπερ γαρ αφεντεύει
όλην την Πελοπόννεσον όσον κρατεί ο Μορέας.
Επεί, αν προστάξη ο Θεός και προσκυνήση η Κόρινθος,
όλα τα κάστρη τα έτερα του τόπου του Μορέως
1450άνευ σπαθίου και πόλεμου θέλουσιν προσκυνήσει.
§ 95 Κι αφότου εδόθη η βουλή εκείνη όπου σε λέγω,
ώρθωσεν κι άφηκε λαόν εκεί στην Ανδραβίδα,
και άλλον εις την Αχαΐαν, και τρίτον εις την Πάτραν,
και ώρισεν τα πλευτικά να υπάγουν της θαλάσσου,
1455κ᾿ εκείνος με τον έτερον λαόν γαρ του φουσσάτου
εκ την Βοστίτσαν έδραμεν κ᾿ εδιάβη εις την Κόρινθον.Βοστίτσα=>Αίγιο
Κι αφότου απεσώσασιν εκείσε εις την χώραν,
τον γύρον τέντας έστησαν, επιάσαν τες κατούνες.
Το κάστρον γαρ της Κόρινθος κείται απάνω εις όρος·
1460βουνίν υπάρχει θεόχτιστον και ποίος να το εγκωμιάση;
η χώρα γαρ ευρίσκετον κάτωθεν εις τον κάμπον,
με πύργους γαρ και με τειχέα καλά περικλεισμένη.
§ 96 Λοιπόν ευρίσκετον εκεί ετότε όπου σε γράφω
οκάποιος μέγας άνθρωπος και φοβερός στρατιώτης,
1465κ᾿ είχεν την Κόρινθο αλλά δή το Άργος και Ανάπλι·
ως κεφαλή και φυσικός αφέντης τα υποκράτει
εκ μέρους γαρ του βασιλέως εκείνου των Ρωμαίων,
Σγουρόν τον ωνομάζασιν, ούτως είχεν το επίκλην·
κι ως επληροφορέθηκεν ότι έρχονται οι Φράγκοι,
1470από την χώρα εξήβαλεν γυναίκες και παιδία,
ωσαύτως και τον λίον λαόν όπου άρματα εβαστούσαν,
κι απάνω τους ανέβασεν στο κάστρον της Κορίνθου·
κ᾿ εκείνος γαρ ενέμεινεν εκείσε εις την χώραν
με όσοι εβαστούσαν άρματα διά να την διαφεντέψη.
ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ ΤΗΣ ΚΟΡΙΝΘΟΥ
§ 97 1475Αφότου γαρ απέσωσεν εκείσε ο Καμπανέσης,
ωσάν σε το αφηγήσομαι, στης Κόρινθος την χώραν,
κ᾿ έβαλεν τα φουσσάτα του και περιεγύρισέ την.
Αφήκεν κι αναπαύτησαν εκείνην την ημέραν·
επί της αυρίου γαρ το πρωΐ, ωσάν εξημερώσεν,
1480εδώκαν τα σαλπίγγια τους, τον πόλεμον αρχάσαν.
Τα τριπουτσέτα εσύρνασιν γύρωθεν εις τους πύργους,
κ᾿ οι τζάγρες ουκ αφήνασιν άνθρωπον να προσκύψητζάγρα=βαλλίστρα
έξω εκ τα δόντια του τειχίου να ιδούν το ποίος τοξεύει.
Τες σκάλες όπου είχασιν εστήσαν εις τους τοίχους,
1485κ᾿ ευθέως απέσω εσέβησαν, επιάσασιν την χώραν.
Όσοι επαρεδόθησαν ελεημοσύνην ηύραν·
οι δε που εις πόλεμο έστηκαν από σπαθίου αποθάναν.
Ο Σγουρός γαρ ως φρόνιμος και βέβηλος όπου ήτον,Λέων Σγουρός (ηγεμών Ναυπλίου, Κορινθίας)
έφυγεν και ανέβηκεν εκεί απάνω εις το κάστρον.
§ 98 1490Κι αφότου οι Φράγκοι επιάσασιν την χώραν της Κορίνθου
ο Καμπανέσης ώρισεν, διαλαλημόν εποιήσαν,
ότι όσοι εκ τα περίγυρα των χώρων της Κορίνθου
θέλουν να προσκυνήσουσιν, να τον δεχτούν δι᾿ αφέντην,
να έχουν τιμήν και ευεργεσίαν, αναδοχήν μεγάλην·
1495οι δε πιαστούν εις πόλεμον ελεημοσύνη ου μη εύρουν.
Ακούσων ταύτα οι άρχοντες και το κοινόν ομοίως,
αρχίσασιν να έρχωνται, μικροί τε και μεγάλοι,
από το μέρος Δαμαλά και μέχρι εις το Άγιον Όρος·Άγιον Όρος=> Αγιονόρι Κορινθίας
όσοι το ακούσαν ήλθασιν με προθυμίαν μεγάλην,
1500του Καμπανέση ωμόσασιν δούλοι του ν᾿ αποθάνουν·
κ᾿ εκείνος τους εδέχετον μετά περιχαρίας.
Καταπαντόθε επλάτυνεν ετότε το μαντάτο
το πώς οι Φράγκοι απήρασιν το κάστρον της Κορίνθου
κ᾿ έχουν αφέντη εξάκουστον, τον λέγουν Καμπανέσην.
§ 99 1505Τον χρόνον εκείνον και καιρόν όπου ήλθε ο Καμπανέσης
κ᾿ επέζεψεν στην Αχαΐαν, καθώς σε το επροείπα,
εις του βιβλίου τον πρόλογον, φαίνει με, σε το γράφω,
το πώς γαρ με του πιασμού της Κωνσταντίνου πόλης
χρόνον έναν και μοναχόν ήλθεν ο Καμπανέσης
1510να κουγκεστήση τον Μορέαν, ωσάν το αφηγούμαικουγκεστήσει=κατακτήσει
λοιπόν, καθώς επλάτυνεν κι ακούστη το μαντάτο,
ευρέθηκεν εις την Βλαχίαν αυτός ο Μπονιφάτσος,Βλαχία=> Θεσσαλία (κυρίως)
ο ρήγας του Σαλονικίου, με τα φουσσάτα όπου είχεν·Βονιφάτιος Μομφερρατικός (Monferrato)
ομοίως ευρέθη μετ᾿ αυτόν ο επαινετός εκείνος,
1515τον έλεγαν μισίρ Ντζεφρέ, Βιλαρτουή το επίκλη.Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
Εν τούτω εσυμβιβάστησαν το ακούσει το μαντάτον
ν᾿ απελθούν εις την Κόρινθον, να ιδούν τον Καμπανέσην·
καθώς το απήρασιν βουλήν, ούτως και το επληρώσαν,
και ήλθαν εις την Κόρινθον κ᾿ ηύραν τον Καμπανέσην.
§ 100 1520Χαράν μεγάλην έποικαν, όταν εκείσε εσμίξαν,
διατί επεθυμούσαν πολλά του να ενωθούν αλλήλως.
§ 101 Ενταύτα απήρασιν βουλήν ν᾿ απέλθουν εις το Άργος
απήραν τα φουσσάτα τους κ᾿ εδιάβησαν εκείσε.
Το κάστρον κοίτεται εις βουνί, πολλά ένι αφιρωμένον,
1525η δε του Άργου της πόλεως η χώρα η μεγάλη
μέσα εις τον κάμπον κοίτεται ως τέντα απλωμένη·
το σώσει εδώκαν πόλεμον κ᾿ εσέβησαν απ᾿ έσω.
Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΒΟΝΙΦΑΤΙΟΣ ΕΙΣ ΜΟΡΕΑΝ
Ο Σγούρος γαρ ο επαινετός εκείνος ο στρατιώτης,
όπου εις το κάστρο ευρίσκετον εκείνον της Κορίνθου,
1530το ιδεί το πώς εμίσσεψαν τα φράγκικα φουσσάτα,
την νύχταν εκατέβηκεν κ᾿ εσέβην εις την χώραν
μ᾿ όσον λαόν ημπόρεσεν να επάρη μετ᾿ εκείνον.
Ζημίαν μεγάλην έποικεν, φονοκοπείο στους Φράγκους,φονοκοπείο=σφαγή
όπου εις την χώρα ευρέθησαν πολλ᾿ αποθαρρεμένοι·
1535όσοι γαρ ευρέθησαν υγιείς εις τα κορμιά τους
και έφτασαν κι αρματώθησαν, πόλεμον τους εδώκαν,
οι δε όπου ήσαν αστενείς κ᾿ εκοίτονταν εις ζάλην,
όλους εσφάξασιν ευτύς, ουδ᾿ έναν ελεήσαν.
§ 102 Τη νύχτα εκείνη παρευτύς έσωσεν το μαντάτο
1540στον Καμπανέσην, σε λαλώ, εκεί όπου ήτον στο Άργος·
πολλά το εθλίβη λυπηρά διά τους αρρωστημένους
όπου τους εκατέσφαξαν απ᾿ έσω εις τα κρεββάτια·
την χώραν του Άργου άφηκεν καλά σωταρχισμένην·σωταρχίζω=εφοδιάζω
καλοί στρατιώτες έμειναν διά να την φυλάττουν,
1545κ᾿ εκείνος στρέμμαν έποικεν εκείσε εις την Κόρινθον.στρέμμα=επιστροφή
Κι αφότου εστράφηκεν εκεί, άργησε με τον ρήγαν,
εκείνον του Σαλονικίου, τον μισίρ Μπονιφάτσον.
§ 103 Ημέρας γαρ καν έξι, οχτώ ενέμεινεν εκείσε.
Ο ρήγας τότε εζήτησεν απηλογία να επάρη.
1550Ενταύτα του εζήτησεν ο Καμπανέσης χάριν,
βοήθειαν γαρ και πρόβλεψιν να ποιήση εις εκείνον,πρόβλεψις [εδώ]=περιποίηση
να του βοηθήση τίποτε από την βασιλείαν του.
Κι εκείνος γαρ ως ευγενής και ρήγας όπου ήτον,
του έδωκεν κ᾿ εχάρισεν της Αθηνού το ομάντζο·ομάντζο=φεουδαρχικό δικαίωμα
1555Μέγαν Κύρην τον έλεγαν, ούτως τον ωνομάζανΌθων Α’ Ντελαρός
εκείνον όπου αφέντευεν ετότε την Αθήναν·
εκ των Ἑλλήνων το είχασιν το όνομα γαρ εκείνο·
ωσαύτως γαρ του έδωκε τα τρία ομάτζια του Ευρίπου,
της Ποντενίτσας αλλά δή το εκράτει ο μαρκέσης,Ποντενίτσα=>Μενδενίτσα
1560να τα κρατούσιν από αυτόν κι᾿ αφέντη να τον έχουν.
Ο αφέντης γαρ της Αθηνού εκ την Μπουργούνιαν ήτον·Μπουργούνια=>Βουργουνδία
οι δε του Ευρίπου, όπου λαλώ, εκείνοι οι τρεις αφέντες
εκ την Βερούναν ήσασιν, από την Λουμπαρδίαν.Βερούνα=>Βερόνα
Ώρισε ο ρήγας κ᾿ έγραψαν να ελθούσιν προς εκείνον·
1565κι αφότου ήλθασιν εκεί όπου ήτο ο Καμπανέσης,
ατός του τους επαράδωκεν να τον έχουν αφέντη·
κι απαύτου απεχαιρέτησεν κ᾿ εδιάβη την οδόν του.
ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΜΠΑΝΕΣΗ και ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΥ
Εκείνος γαρ ο μισίρ Ντζεφρές, όπου ήλθεν μετ᾿ εκείνονΓοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
τον ρήγαν του Σαλονικίου, ως ήλθε να μισσέψη,
1570είπε ούτως προς αυτόν κ᾿ επαρακάλεσέ τον
να έχη συμπάθειον από αυτόν, κ᾿ εκείσε να ενεμείνη
μ᾿ εκείνον τον αφέντην του, τον είχε φυσικόν του,
τον Καμπανέσην, σε λαλώ, όπου πολλά επεθύμα
να τον ιδή και ενωθή και μείνη μετ᾿ εκείνον.
§ 104 1575Κι αφότου γαρ εμίσσεψεν του Σαλονίκη ο ρήγας
κ᾿ ενέμεινε ο μισίρ Ντζεφρές, ως φρόνιμος όπου ήτον,
τους άρχοντες ερώτησεν, τους τοπικούς Ρωμαίους,
όπου τους τόπους έξευραν τα κάστρη και τας χώρας
όλης της Πελοπόννησος όσον κρατεί ο Μορέας,
1580του να του διερμηνέψωσιν του καθενός την πράξιν·
κι όσον ερώτησεν καλά κ᾿ επληροφόρεσάν τον,
τον Καμπανέσην έκραξεν και λέγει προς εκείνον·
«Αφέντη, εγώ ως ξενοτικός άνθρωπος γαρ του τόπου,
ερώτησα τους άρχοντες, όπου είναι μετά σένα·
1585κι ως επληροφορέθηκα από αύτους την αλήθειαν,
είδα με τα ομμάτια μου το κάστρον της Κορίνθου,
του Άργου και του Αναπλίου, την δύναμιν όπου έχουν.
Αν θέλης να καθέζεσαι να τα παρακαθίσης,παρακαθίζω=πολιορκώ
εχάσες το επεχείρησες, απεργωμένος είσαι·απεργώνω=εξαπατώ
1590διατό είν᾿ τα κάστρη δυνατά, καλά σωταρχισμένα,σωταρχίζω=εφοδιάζω
κι ουδέν τα δύνεσαι ποσώς με πόλεμον επάρει·
αλλά ως επληροφορέθηκα από καλούς ανθρώπους,
από την Πάτραν κ᾿ έμπροστεν μέχρι εις την Κορώνην
οι χώρες είναι απλώτερες, κάμποι γαρ και δρυμώνες,
1595ν᾿ απέρχεσαι ελεύτερα με όλα σου τα φουσσάτα.
Κι αφών κερδίσης τα χωρία και να σε προσκυνήσουν,
τα κάστρη αν ενεμείνουσιν, έως πότε να βαστάζουν;
Όρισε γαρ τα πλευτικά να υπάγουν της θαλάσσου,πλευτικά=καράβια
κ᾿ ημείς ας υπαγαίνωμεν όλοι από της στερέας·
1600κι αφότου σώσωμεν εκεί όπου έχεις τον λαόν σου,
τον τόπον όπου εκέρδισες, στον εριζικόν σου ελπίζω
κ᾿ εις του Θεού το έλεος του να έχης διαφορήσει».διαφορίζω=βγαίνω κερδισμένος
ΥΠΟΤΑΓΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΑΡΧΟΝΤΩΝ
§ 105 Ακούσων ταύτα ο ευγενικός εκείνος ο Καμπανέσης,
μεγάλως ευχαρίστησεν τον πρωτοστράτοράν του·
1605ώρισεν κ᾿ εσωτάρχισαν την χώραν της Κορίνθου·
φουσσάτα άφηκε καλά τον τόπον να φυλάττουν·
κι ως τον είπε ο μισίρ Ντζεφρές κ᾿ εκαθοδήγησέ τον,
ούτως και επληρώθηκεν κ᾿ εις τον Μορέαν απήλθαν.
Από την Πάτραν ήλθασιν, στην Ανδραβίδα εσώσαν,
1610εκεί όπου ήσαν οι άρχοντες, του κάμπου του Μορέως.
Και τότε ο μισίρ Ντζεφρές, ως φρόνιμος όπου ήτον,
εσώρεψεν τους άρχοντες και λέγει προς εκείνους·
«Άρχοντες, φίλοι κι αδελφοί, απάρτε και συντρόφοι,
εσείς θεωρείτε, εβλέπετε τον αφέντην ετούτον,
1615όπου ήλθε εδώ εις τους τόπους σας όπως να τους κερδίση·
μηδέν σκοπήσετε, άρχοντες, ότι διά κούρσον ήλθεν,κούρσο=λάφυρα
να επάρη ρούχα και ζώα και να μισέψη απέδω·
ως φρόνιμους που σας θεωρώ πληροφορίαν σας λέγω·
θεωρείτε τα φουσσάτα του, την παρρησίαν όπου έχει.
1620αφέντης ένι, βασιλέας, και ήλθε να κερδίση.
Εσείς αφέντη ουκ έχετε του να σας συμμαχήση·
κι αν δράμουν τα φουσσάτα μας, τον τόπον σας κουρσέψειν,
να αιχμαλωτίσουν τα χωρία και να σφαγούν οι ανθρώποι
ύστερον τι να ποιήσετε, όταν σας μετανοήση;
1625λοιπόν εμέναν φαίνεται διά καλλιώτερόν σας
να ποιήσωμεν συμβίβασιν, να λείψουν και οι φόνοι,
τα κούρση κ᾿ η αιχμαλωσία από τα ιγονικά σας,
κ᾿ εσείς όπου είστε φρόνιμοι κ᾿ εξεύρετε τους άλλους,
όπου είναι, λέγω, συγγενείς, φίλοι σας και συντρόφοι,
1630πράξιν να ποιήσετε εις αυτούς του να έχουν προσκυνήσειν».
§ 106 Ακούσων ταύτα οι άρχοντες, όλοι το επροσκυνήσαν
απόστειλαν καναπαντού τους αποκρισαρίους τους,
ένθα έξευραν ότι ήσασιν φίλοι και συγγενείς τους·
το πράγμα τους εδήλωσαν κ᾿ επληροφόρησάν τους·
1635αφροντισίαν τους έστειλαν από τον Καμπανέσην·αφροντισία=απαλλαγή υποχρεώσεων
όσοι βούλονται απελθείν του να έχουν προσκυνήσει,
τα ιγονικά τους να έχουσιν κι άλλα πλείον να τους δώση·
όσοι το αξιάζουν κι ωφελούν τιμήν μεγάλην να έχουν.
Κι ως το ήκουσαν οι άρχοντες και το κοινόν ομοίως,
1640αρχίσαν και ερχόντησαν κ᾿ επροσκυνούσαν όλοι·
κι αφότου εσωρεύτησαν εκεί εις την Ανδραβίδα,
το αρχοντολόγι του Μορέως, όλης της Μεσαρέας,
εποίκασιν συμβίβασιν μετά τον Καμπανέσην,
ότι όλα τα αρχοντόπουλα, όπου είχασιν προνοίες,
1645να έχουσιν ο κατά είς, προς την ουσίαν όπου είχεν,
την ανθρωπέαν και την στρατείαν, τόσον να του ενεμείνη,
και τ᾿ άλλο το περσότερον να μερίζουν οι Φράγκοι·
και οι χωριάτες των χωριών να στέκουν ωσάν τους ηύραν.
§ 107 Άρχοντες έξι εβάλασιν και άλλους έξι Φράγκους,
1650όπερ εμοιράσασιν τους τόπους και προνοίες.πρόνοια=φέουδο
§ 108 Κι όσον απεκατέστησεν ετούτο όπου σε λέγω,
ήλθεν ο πρωτοστράτορας μισίρ Ντζεφρές εκείνοςΓοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
εις την βουλήν όπου ήσασιν, λέγει του Καμπανέση·
«Αφέντη, πρέπει να σκοπάς και να έχης καταλάβει,
1655το πώς ευρίσκεσαι μακρέα από τα ιγονικά σου·
φουσσάτα έχεις εδώ πολλά όπου είναι εις έξοδόν σου·
τα πλευτικά κουστίζουσιν πλειότερον των φουσσάτων·πλευτικά=καράβια
διά τούτο λέγω προς εσέν και συμβουλεύω σε το·
του να μη χάνης τον καιρόν και τον λαόν όπου έχεις.
1660Εγώ επληροφορέθηκα από τους άρχοντές σου·
εδώ σιμά μας ευρίσκεται του Πονδικού το κάστρον,Πονδικόν=>Ποντικόκαστρο
που ένι απάνω στον αιγιαλόν, εκεί ας απελθούμεν,
απαύτου ένι η Αρκαδία και απέκει η Κορώνη,
κι οκάτι ολίγον προς εκεί ένι η Καλαμάτα.
1665Αυτά τα κάστρη τέσσαρα, όπου είπα κι ονομάζω,
που είναι απάνω στον αιγιαλόν και λέγω ετούτο, αφέντη·
έως ού έχομεν τα πλευτικά, ας απελθούμε εκείσε,
τα κάστρη αυτά να επάρωμε, όπου έχουν τους λιμιώνες,
εις το μέρος που μας βολεί και μας ένι επιδέξιον».
ΑΛΩΣΙΣ ΚΑΣΤΡΟΥ ΠΟΝΤΙΚΟΥ
§ 109 1670Ακούσων ταύτα ο ευγενικός εκείνος ο Καμπανέσης
και όλ᾿ οι άλλοι οι έτεροι οι πρώτοι της βουλής του,
επαίνεσαν τον μισίρ Ντζεφρέ, τον λόγον του εστέρξαν·
ώρθωσαν τα φουσσάτα τους, ομοίως τα πλευτικά τους·
στον Πονδικόν εσώσασιν κ᾿ επολεμήσανέ τον.Πονδικόν=>Ποντικόκαστρο
1675Το κάστρον ήτον αχαμνόν, από σπαθίου, το απήραν
και φύλαξιν εβάλασιν καλόν λαόν απέσω.
§ 110 Κι αφότου εσωτάρχισαν του Πονδικού το κάστρον,
τα πλευτικά του εκίνησαν και της θαλάσσου υπάουν·
κ᾿ εκείνος γαρ εκ την στερέαν στην Αρκαδίαν εσώσεν·Αρκαδία=>Κυπαρισσία
1680ηύραν το πέλαγος κακόν, ουδέν είχεν λιμιώναν
να πιάσουσιν τα πλευτικά κι ανάπαψιν να έχουν.
Ενταύθα απήρασιν βουλήν το κάστρο μη πολεμήσουν
ετότε, εκείνην την φοράν όπου ήλθασιν εκείσε,
αλλ᾿ έως ού έχουν τα πλευτικά, να απέλθουν εις τα κάστρη,
1685πού είναι απάνω στον αιγιαλόν, να έχουσι λιμιώνες.λιμιώνες=λιμάνια
Όμως τινές εκ τον λαόν από τα πεζικά τους
εδράξασιν, με πόλεμον εσέβησαν στον μπούρκον·μπούρκος=οικισμός έξω από κάστρο
κι όσους έφτασαν με το σπαθί απέθαναν ευθέως·
κι όσοι ημπόρεσαν και έφυγαν εσέβησαν στο κάστρον.
1690Ενταύτα ωρμώσασιν κ᾿ υπάουν ολόρθα εις την Μεθώνην·
το κάστρον ηύραν έρημον, όλο ήτον χαλασμένο·
το είχασιν χαλάσασειν ομπρός οι Βενετίκοι,
διατό εκρατούσαν οι Ρωμαίοι εκεί τα πλευτικά τους,
κ᾿ εμπόδιζαν κ᾿ εκούρσευαν τα ξύλα των Βενετίκων.
§ 111 1695Και απαύτου εκίνησαν κ᾿ υπάουν στο κάστρο της Κορώνης,
κ᾿ ηύραν το κάστρον αχαμνόν από τειχέα και πύργους·
εις βράχον σπηλαίου εκείτετον, αφιρωμένο ήτον·
το σώσει δε τα πλευτικά τον γύρον το εγυρίσαν.
Οι καβαλλάροι και πεζοί τον πόλεμον αρχάσαν·
1700τα τριπουτσέτα εστήσασιν κ᾿ εκεί τους εσυχνάσαν·τριπουτσέτο=καταπέλτης
απάδεια ουκ είχασιν ποσώς εις τα τειχέα να στήκουνσυχνάζω=χτυπάω
εκείνοι γαρ οι Κορωναίοι όπου ήσαν εις το κάστρον·
το ιδεί το πλήθος του λαού, του πολέμου το θάρσος,
ελάλησαν κ᾿ εζήτησαν συμπάθειον να τους ποιήσουν,
1705το κάστρον να τους δώσουσιν, μόνον να τους ομόσουν
να έχουσιν τα οσπίτια τους ομοίως τα ιγονικά τους.
Ο πρωτοστράτωρ το ήκουσεν μισίρ Ντζεφρές εκείνος·
ευθέως τους υπωμόσατο, ο πόλεμος επάψεν·
οι Φράγκοι απέσω εσέβησαν, το κάστρο επαραλάβαν·
1710σωτάρχισιν εβάλασιν απ᾿ έσω και λαόν τους.
ΑΛΩΣΙΣ του ΚΑΣΤΡΟΥ της ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
§ 112 Επί της αυρίου εμίσσεψαν, στην Καλομάταν ήλθαν.
Το κάστρον ηύραν αχαμνόν, ως μοναστήριν το είχαν·
το σώσει το επολέμησαν, από σπαθίου το απήραν.
§ 113 Με συμφωνίες το έδωκαν κ᾿ εκείνοι ωσάν κ᾿ οι άλλοι.
1715Ως το έμαθαν γαρ οι Ρωμαίοι απ᾿ έσω από το Νίκλι,Νίκλι=>Τεγέα
εκείνοι της Βελίγοστης, της Λακοδαιμονίας,
όλοι ομού εσωρεύτησαν, πεζοί και καβαλλάροι·
εκ των ζυγών των Μελιγών ήλθαν τα πεζικά τους·
ήλθαν του Λάκκου τα χωρία, στον Χρυσορέαν εσώσαν,
1720ακούσασιν κ᾿ εμάθασιν το πώς ήλθαν οι Φράγκοι,
και περπατούν εκ τα χωρία κ᾿ επαίρνουσιν τα κούρση,κούρση=λεία,λάφυρα
και είπαν κ᾿ ελογίσαντο να τους έχουν ζημιώσει.
Εκείσε επαρεσύρθησαν, το λέγουν Κηπησκιάνους,
όπου το κράζουν όνομα στον Κούντουραν ελαιώνα.ελαιώνας Κούνδουρα=>στη Μεσσηνία
1725Ήσαν χιλιάδες τέσσαρες, πεζοί και καβαλλάροι.
Οι Φράγκοι γαρ ως το εμάθασιν πάλε από τους Ρωμαίους,
όπου ήσασιν γαρ μετ᾿ αυτούς κ᾿ εξεύρασιν τους τόπους,
εκεί τους επαρέσυραν, ήλθαν και ηύρανέ τους
και πόλεμον εδώκασιν οι Φράγκοι κ᾿ οι Ρωμαίοι.
1730Κ᾿ οι Φράγκοι γαρ ουκ ήσασιν, πεζοί και καβαλλάροι,
μόνοι εφτακόσιοι μοναχοί, τόσους τους εγνωμιάσαν.
Με προθυμίαν αρχάσασιν τον πόλεμο οι Ρωμαίοι,
διατί ολίγους τους έβλεπαν, ύστερα εμετενοήσαν.
Τι να σε λέγω τα πολλά και τι το διάφορόν μου;
1735τον πόλεμον εκέρδισαν ετότε εκείν᾿ οι Φράγκοι·
όλους εκατασφάξασιν, ολίγοι τους εφύγαν.
Αυτόν και μόνον τον πόλεμον εποίκαν οι Ρωμαίοι
εις τον καιρόν που εκέρδισαν οι Φράγκοι τον Μορέαν.
ΗΤΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΕΝ ΜΕΣΣΗΝΙΑ
§ 114 Κι αφότου εκερδίσασιν την Καλομμάτα οι Φράγκοι
1740κ᾿ είδαν τον τόπον έμνοστον, απλήν, χαριτωμένον,απλής=ευρύχωρος (με άπλα)
τους κάμπους γαρ και τα νερά, το πλήθος των λιβαδίων.
Ο Καμπανέσης ώρισεν ολών των πλευτικών του
ο κατά είς να απέρχεται εκείθεν, όπου ήτον·
διό τον επληροφόρεσαν οι άρχοντες οι Ρωμαίοι,
1745ότι ουδέν του εκάμασιν τίποτε χρεία απάρτι.απάρτι=από τούδε
Ώρισεν γαρ κ᾿ εβγάλασιν απ᾿ έσω εκ τα καράβια
σωτάρχιον, άρματα πολλά, ομοίως και τζαγρατόρους.τζάγρα=βαλλίστρα
Κι᾿ όσον επαραδιάβασεν τα μέρη Καλλομάταςσωτάρχιος=εφοδιασμός
κι ανάπαψεν τα άλογα, ομοίως και τον λαόν του,
1750βουλήν απήρεν πού να υπάη, πού να καβαλλικέψη.
Εις τούτο είπαν οι Ρωμαίοι, οι πρώτοι της βουλής του,
να απέλθουν στην Βελίγοστην κι απέκει εις το Νίκλι,
διατό είναι χώρες προεστές εις όλον τον Μορέαν·
στον κάμπον κοίτονται κ᾿ οι δύο, ευθέως τες θέλουν πάρει·
1755κι απαύτου πάλε ν᾿ απελθούν στην Λακκοδαιμονίαν.
Και τότε ο πρωτοστράτορας, μισίρ Ντζεφρές εκείνος,
είπεν και εσυμβούλεψεν στην Αρκαδία να απέλθουν,
το κάστρον γαρ να επάρουσιν, ο τόπος να πλαταίνη,
να στείλουν κ᾿ εις το Αράκλοβον όπου κρατεί τον δρόγγον,
1760όπου τα λέγουν τα Σκορτά, μικρόν καστέλιν ένι,Σκορτά=> ορεινή δυτ. Αρκαδία
αλλά εις τραχώνιν κάθεται, πολλά ένι αφιρωμένον·τραχώνι=απόκρημνος βράχος
λέγουν οκάποιος το κρατεί από τους Βουτζαράδες,
Δοξαπατρήν τον λέγουσιν, μέγας στρατιώτης ένι·
«κι αφών επάρωμεν κι αυτό και να πλατύνη ο τόπος,
1765ενταύτα ας απερχώμεθα εκεί εις τους άλλους τόπους».
Ούτως ως το εσυμβούλεψεν μισίρ Ντζεφρές εκείνος,Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
το έστερξεν του να γενή ατός του ο Καμπανέσης.
Ώρισεν κ᾿ ελάλησασιν όλα τους τα σαλπίγγια,
κ᾿ ευθέως εκαβαλλίκεψαν, εκίνησαν κ᾿ υπάγουν.
§ 115 1770Στην Αρκαδίαν εσώσασιν ώραν μεσημερίου·
επιάσαν τες κατούνες τους στον κάμπον ετεντώσαν,κατούνα=στρατόπεδο
το κάστρον εζητήσασιν, κ᾿ εκείνοι ουδέν το δίδουν,
διατί το κάστρον κοίτεται απάνω γαρ στο σπήλαιον
κ᾿ είχαν και πύργον δυνατόν από γαρ των Ἑλλήνων·
1775σωτάρχειον είχαν δυνατήν, ήλπιζαν να βαστάξουνσωτάρχειον [εδώ]=αποθήκη τροφίμων
την μάχην και τον πόλεμον, να μη παραδοθούσιν.
Η μέρα εκείνη επέρασεν, η άλλη εξημερώνει.
ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΤΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ ΤΗΣ ΑΡΚΑΔΙΑΣ
§ 116 Ο Καμπανέσης ώρισεν, τα τριπουτσέτα εστήσανΑρκαδιά=>Κυπαρισσία
και άρχισαν να πολεμούν εκεί απάνω εις το κάστρον.
1780Εκ το ένα μέρος έδερναν μετά των τριπουτσέτων,τριπουτσέτο=καταπέλτης
κι από την ράχην κ᾿ έμπροστεν ήσαν οι τζαγρατόροι.τζαγρατόροι=φέροντες βαλλίστρα
Κι ως είδασιν οι Αρκαδινοί όπου ήσαν εις το κάστρον,
τον πόλεμον τον δυνατόν ότι ουκ ημπορούν βαστάζει,
στριγγήν φωνήν ελάλησαν, ο πόλεμος να πάψη·
1785συμβίβασιν εποιήσασιν το κάστρον να παραδώσουν·
κ᾿ ευθέως ο πρωτοστράτορας μισίρ Ντζεφρές εκείνος
ώρισεν των αρχηγών τον πόλεμον να πάψουν.
Οι Αρκαδινοί εζητήσασιν συμπάθειον να τους ποιήση,
αφροντισίαν να έχουσιν με τα υποστατικά τους·αφροντισία=απαλλαγή υποχρεώσεων
1790όρκον εδώκασιν ευτύς κ᾿ εδώκασιν το κάστρον.
§ 117 Κι αφότου επαράλαβεν το κάστρο ο Καμπανέσης,
ουδέν αργήσασιν εκεί μόνι και δύο ημέρας·
κι᾿ ούτως εσώσασιν εκεί οκάποι αποκρισάροι·αποκρισάρης=απεσταλμένος
πιττάκια εβασταίνασιν, εκ την Φραγκίαν τα ηφέρναν,πιττάκιον=επιστολή
1795του Καμπανέση τα έδωκαν κ᾿ επροσκυνήσανέ τον·
εκ στόματος τους ερωτά· «λέγετε τα μαντάτα».
Κ᾿ εκείνοι ως ήσαν λυπηροί μετά δακρύων του λέγουν·
«Αφέντη μας, εγνώριζε, απέθανε ο αδελφός σου,
όπου ήτον πρώτος αδελφός, ο κόντος της Τσαμπάνιας.
1800Οι άρχοντες του τόπου σου, όλοι οι φλαμουριάροι,φλαμουράριος=βαθμοφόρος
ωσαύτως όλον το κοινόν όπου ένι ιγονικόν σου,
παρακαλούν και προσκυνούν σύντομα εκεί να απέλθης·
ουκ έχουσι γαρ φυσικόν αφέντη, μόνον εσέναν.
«Αυτός ο ρήγας της Φραγκίας, όπου κρατείς απ᾿ αύτον,
1805πολλά αγαπά και βιάζεται γοργόν να καταλάβης·
οι συγγενείς σου κ᾿ οι άπαντες ευγενικοί της Δύσεως,
όλοι σε γράφουν και ζητούν σύντομα εκεί να απέλθης».
§ 118 Ακούσων ταύτα ο ευγενικός εκείνος ο Καμπανέσης,Γουλιέλμος Σαμπλίτης (Guillaume de Champlitte)
ως φρόνιμος νεούτσικος μεγάλως ελυπήθη,
1810έκλαψε εις σφόδρα, σε λαλώ, εις θλίψιν μεγάλην εμπήκεν,
ώρισεν γαρ κ᾿ εκράξασιν τους πρώτους του φουσσάτου,
εκείνον τον μισίρ Ντζεφρέ τον πρωτοσύμβουλόν του,Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
κ᾿ ελάλησεν ως φρόνιμος και λέγει προς εκείνους.
§ 119 «Άρχοντες, φίλοι κι αδελφοί, συντρόφοι, στρατιώται,
1815τον Θεόν εβγάνω μάρτυρα στην θλίψιν όπου έχω
διά την θανήν γαρ εκεινού του αφέντη κι αδερφού μου.
Δεύτερον πάλιν θλίβομαι, έχω μεγάλην έννοιαν
ετούτο όπου εκατάπιασα κ᾿ ήλθα στην Ρωμανίαν,
να λάβω δόξαν και τιμήν και τόπον να κερδίσω·
1820κι όσον το εκατάπιασα κ᾿ έτρεχα εις το τέλος,
εχάσα την ελπίδα μου κ᾿ εγκρεμνοβόλισά την
και ήλθε με το ενάντιον εν γαρ δισσοίς τοίς τρόποις.
Όμως ως ήκουσα από αρχής εκ τους παλαιούς ανθρώπους,
και λέγουν και διατάσσουν μας – όσοι γαρ δυστυχούμε –
1825υπομονήν να έχωμεν κι ούτως να διαφορούμεν·
διά τούτο λέγω προς εσάς, όλους παρακαλώ σας
του να με συμβουλέψετε ως πρέπει και τυχαίνει,
να ποιήσω πράγμαν εύπρεπον να πρέπη της τιμής σας,
κ᾿ εσάς όπου είστε μετ᾿ εμέν να μην κατηγορήσουν».
§ 110 1830Ενταύτα εδόθη η βουλή κ᾿ εγίνετον ετούτο·
να ένι ο πρωτοστράτορας μισίρ Ντζεφρές εκείνος,
να έχη μετ᾿ αύτον δύο αρχιερείς και δύο φλαμουριαρίους
και άλλους πέντε άρχοντες, τους τόπους να ιμερίσουν,
να δώσουσιν του καθενός προς την ουσίαν όπου έχει,
1835προς τον λαόν και τα άρματα όπου είχεν στο φουσσάτο.
 
ΤΑ ΠΡΟ ΤΗΣ ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΚΑΜΠΑΝΕΣΗ
§ 121 Εν τούτω εκάτσαν ενομού εκείνοι οι δέκα μόνοι
κ᾿ εκατέγραψαν τον λαόν, τους πρώτους του φουσσάτου.
Λοιπόν αφότου εγράψασιν τους τόπους κ᾿ ημερίσαν,
εκείνοι οι δέκα όπου λαλώ, ηφέρασιν τα εγράφου,
1840του Καμπανέση τα έδωκαν κ᾿ επροσκομίσανέ τα.
§ 122 Κι αφότου τα αναγνώσασιν κ᾿ εφανερώσανέ τα,
όλοι τους επαινέσασι και ατός του ο Καμπανέσης·
διότι γαρ ουκ έγραφεν στην μερισίαν εκείνην
τίποτε διά τον μισίρ Ντζεφρέ τον πρωτοστράτοράν του,
1845μεγάλως το εθαυμάστηκεν, είπεν κ επαίνεσέ τον,
τες τάξες και την φρόνεσιν, τες χάριτες όπου είχεν.
§ 123 Εν τούτω τον ελάλησεν· «μισίρ Ντζεφρέ», τον λέγει,Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
– εις τον εμφανές τον έκραξεν και φανερά τον είπεν –
«εγώ εξεύρω εις πληροφορίαν, με αλήθειον σε το λέγω,
1850«εσύ επεχείρησες αρχήν και την βουλήν εδώκες
ετότε εκείνον τον καιρόν του αφέντη κι αδελφού μου
διά το πασσάτζο της Συρίας κ᾿ ετέθη καπετάνος.πασσάτζο=πλους
Κι ως ήλθεν από αμαρτίας κι απέθανε ο αδελφός μου
ουδέν υπόμεινες ποσώς να μείνη το πασσάτζο,
1855κι απήλθετε εις την Ρωμανίαν κι απήρατε την Πόλη·
όλα γαρ τα καμώματα κ᾿ οι πράξες οι μεγάλες,
εσύ τες εσυμβούλεψες κι αποκατέστησές τες,
κι ως έμαθες ότι ήλθα εγώ εδώ εις τον Μορέαν,
την μοίραν όπου σε έρχετον να επάρης της κουγκέστας,κουγκέστα=κατάκτηση
1860τον βασιλέα τον Βαλδουβή και τους συντρόφους όλους,Βαλδουίνος Β’ (Λατίνος αυτοκρ. Κ/Π)
όλους τους ελευτέρωσες και ήλθες εις εμέναν.ελευτερώνω [εδώ]=εγκαταλείπω
§ 124 Κ᾿ ήθελεν είσταιν αμαρτία, κατηγορία μεγάλη
εάν ου σε ευεργέτησα ως πρέπει και λαχαίνει.
Εν τούτω θέλω, δίδω σε να έχης διά ιγονικόν σου
1865την Καλομμάτα κι Αρκαδίαν μετά την περιοχήν τους».
§ 125 Με δαχτυλίδιον γαρ χρυσόν ευθέως τον ρεβεστίζει·ρεβεστίζω=απονέμω τίτλο φέουδου
κι αφότου ερεβεστήθηκεν κ᾿ έποικέν του το ομάντζιο,ομάντζιο=φεουδαρχικό δικαίωμα
τότε τον εμετάκραξε και λέγει προς εκείνον.
«Μισίρ Ντζεφρέ, από του νυν άνθρωπος μου είσαι λίζιος,λίζιος=υποτελής
1870αφών κρατείς τον τόπον σου από την αφεντία μου
κι αρμόζει να είσαι προς εμέν αληθινός εις πάντα,
κ᾿ εγώ πάλε να αποθαρρώ τα πάντα μου εις εσένα.
Λοιπόν αφότου οφείλω υπάει εκείσε εις την Φραγκίαν,
παρακαλώ κι ορίζω σε διά την εμήν αγάπην,
1875τον τόπον, όπου εκέρδισα εδώ εις τον Μορέαν,
να παραλάβης και κρατής διά εμέν να τον φυλάττης·
εις τέτοιον τρόπον κι αφορμήν δίκαιός μου να είσαι μπάϊλος,
του να κρατής την αφεντίαν, ώσπερ εγώ ατός μου.
Κ᾿ ει μεν με αρέσει και φανή να στείλω άλλον δίκαιόν μου
1880εκ τους εμούς τους συγγενείς απ᾿ έσω εις χρόνον ένα,
τον τόπον και την αφεντίαν να του την παραδώσης,
κ᾿ εσύ τότες γαρ να κρατής τον τόπον σου απ᾿ εκείνον.
Ει δε περάση ο καιρός, το τέρμενο του χρόνου,
κι ουδέν απέλθη εδώ κανείς την αφεντίαν να επάρη,
1885θέλω γαρ και ορέγομαι κ᾿ εδώ σε το στερεώνω,
να μείνης κύριος απ᾿ εμού, αφέντης κληρονόμος».
ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΚΑΜΠΑΝΕΣΗ ΕΙΣ ΓΑΛΛΙΑΝ
§ 126 Ενταύτα γαρ και ο μισίρ Ντζεφρές, ως φρόνιμος όπου ήτον,Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
τον Καμπανέση προσκυνά, είπεν κ᾿ ευχαριστά τονΓουλιέλμος Σαμπλίτης (Guillaume de Champlitte)
διά την τιμήν και έπαινος, άπερ του εμαρτύρα,
1890και δεύτερον διά την δωρεάν όπου έποικεν εις αύτον·
το γαρ παλιάτζο του Μορέως, την αφεντίαν του τόπου,
αυτός τα επαράλαβεν, ως το είπε ο Καμπανέσης·
ώρισε, έγραψαν τα χαρτία, τες συμφωνίες εκείνες·
μεθ᾿ όρκου γαρ τα έποικαν κ᾿ ενταύτα τα εβουλλώσαν
1895οι φλαμουριάροι κ᾿ οι αρχιερείς, οι πρώτοι του φουσσάτου.
§ 127 Κι όσον τες εκατέστησαν τες συμφωνίες εκείνες,
ο Καμπανέσης ώρθωσε κ᾿ εμίσσεψε κ᾿ εδιάβη·
ουδέν ηθέλησε ποσώς να επάρη μετ᾿ εκείνον
μόνον και δύο καβαλλαρίους και δώδεκα σιργέντες·σιργέντης=υπαξιωματικός, ακόλουθος
1900με κάτεργον απέρασεν, της Βενετίας απήλθεν
κι εδιάβη ολόρθα εις την Φραγκίαν εκείσε εις την Τσαμπάνιαν,Τσαμπάνια=>Καμπανία (Γαλλίας)
κ᾿ ενέμεινε ο μισίρ Ντζεφρές αφέντης εις τον τόπον.
Ο ΓΟΔΟΦΡ. Α’ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΒΑΙΛΟΣ ΜΟΡΕΩΣ
§ 128 Αφότου γαρ ενέμεινεν μισίρ Ντζεφρές εκείνοςΓοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
μπάϊλος κι αφέντης του Μορέως, καθώς σε αφηγούμαι,
1905στην Ανδραβίδα ώρισε να σωρευτή ο λαός του,
όπου ήτο ετότε εις το σκαμνί της αφεντίας όπου ήτον·σκαμνί [εδώ]= έδρα
και όσον εγίνη η ένωσις μικρών γαρ και μεγάλων,
είπεν κ᾿ ηφέραν το βιβλίον, όπου ήτο η μερισία
εγράφως γαρ του καθενός, το τι του επαρεδόθη
1910να έχη και νομεύεται παρά του Καμπανέση.
Εν τούτω ηυρέθησαν εκεί όπου ήσαν προνοιασμένοι.
Ο πρώτος όπου έγραφεν ήτο ο μισίρ Γαρτιέρης,Γκωτιέ ντε Ροζιέρ (Gauthier de Rosières)
ντε Ροζήερες ήτον το επίκλην του, ούτως τον ωνομάζαν·
είχεν εικοσιτέσσαρα καβαλλαρίων τα φίε,φίε=φέουδα, φέουδο
1915στην Μεσαρέαν του εδόθησαν· κάστρον εποίκε εκείσε,
κι ωνόμασε την Άκοβαν· ούτως την ονομάζουν.
Απαύτου εδόθησαν ομοίως του μισίρ Ούγκου εκείνου
ντε Μπρίερες ήτον το επίκλην του εις των Σκορτών τον δρόγγον·Ούγος ντε Μπρυγέρ (Hugues de Briel/Bruyères)
εικοσιδύο καβαλλαρίων τα φίε τον εδώκαν.
1920Το παραλάβει τες προνοίες έχτισε κάστρο εκείσε,
Καρύταιναν τ᾿ ωνόμασαν, ούτως το λέγουν πάλε.
Εκείνος υιόν εγέννησε, μισίρ Ντζεφρέ εκείνονΓοδεφρείδος ντε Μπρυγέρ (Geoffroy de Bruyères)
αφέντην της Καρύταινας, ούτως τον ωνομάζαν,
όπου ήτον εις την Ρωμανίαν εξάκουστος στρατιώτης.
1925Απαύτου πάλε έγραφεν τρίτος μπαρούς εκείνοςμπαρούς=βαρώνος
μισίρ Γυλιάμο τον έλεγαν, το επίκλη είχε Αλλαμάνος·Γουλιέλμος Αλαμάνος (Guillaume Alamane)
η Πάτρα γαρ του έγραφεν να έχη και αφεντεύη
με όλην της την διακράτησιν του εδόθη να την έχη.
ΔΙΑΝΟΜΗ ΤΩΝ ΦΡΑΓΚΙΚΩΝ ΦΕΟΥΔΩΝ [1209]
Απαύτου εδόθη η μπαρουνία μισίρ Μαΐου εκείνου·Ματθαίος ντε Μον (Mathieu de Mons)
1930ντε Μούς είχεν το επίκλην του, ούτως τον ωνομάζαν·
το κάστρον της Βελίγοστης καβαλλαρίων τεσσάρων
τα φίε να τα υποκρατούν και φλάμουρον βαστάζη.φλάμουρο=σημαία
Απαύτου πάλε έγραφεν άλλος μισίρ ΓουλιάμοςΓουλιέλμος ντε Μορλαί (Guillaume de Morlay)
να έχη το κάστρον του Νικλίου κι αυτό με έξι φίε.
1935Άλλος πάλε από αυτού έγραφεν στο βιβλίον·
μισίρ Γγιούν τον έλεγαν ντε Νιβηλέ το επίκλην·Γκυ ντε Νιβελέ (Guy de Nivelet)
έξι φίε του εδόθησαν να έχη εις την Τσακωνίαν·
κάστρον έχτισεν εκεί, το ωνόμασεν Γεράκι.
Τον μισέρ Ότον ντε Ντουρνά επρόνοιασεν ωσαύτωςΌθων ντε Τουρνέ (Othon de Turnay ή Durnay),
1940να έχη τα Καλάβρυτα και φίε δέκα και δύο.
Απαύτου έγραφεν ομοίως ο μισίρ Ούγκος ντε ΛέλεΟύγος Α΄ ντε Σαρπινύ (Charpigny) ή ντε Λιλ
να έχη οχτώ καβαλλαρίων φίε εις την Βοστίτσαν·Βοστίτσα=>Αίγιο
αφήκεν το επίκλην του, ντε Τσερπηνή ωνομάστη.
Του μισίρ Λούκα εδόθησαν τέσσαρα φίε και μόνον,
1945των Λάκκων την περιοχήν να έχη των Γριτσένων.Γρίτσενα=> [ίσως] κοντά στην Καλαμάτα
Του μισίρ Ντζά γαρ ντε Νουηλή ο Πασαβάς του εδόθηΖαν ντε Νεϊγύ (Jean de Neuilly ή Nully)
και τέσσαρα φίε να κρατή, φλάμουρον να βασταίνη,
να ένι πρωτοστράτορας, να το έχη ιγονικόν του.
Του μισίρ Ρουμπέρτου ντε Τρεμουλά τέσσαρα φίε του εδώκαν·Ρομπέρ ντε Λα Τρεμουάιγ (de la Trémoille ή Demolay)
1950την Χαλανδρίτσαν έχτισεν κ᾿ ελέγαν τον αφέντην.
Του Αγίου Ιωάννου του Οσπιταλίου τέσσαρα φίε του εδώκαν·Οσπιταλίου=τάγμα Αγίου Ιωάννη Ιεροσολύμων
του Τέμπλου άλλα τέσσαρα φλάμουρον να σηκώνη·Τέμπλο=τάγμα Ναϊτών
είθ᾿ ούτως γαρ εδόθησαν κι αυτών των ΑλλαμάνωνΑλλαμάνοι [εδώ]=Τεύτονες Ιππότες
τέσσαρα φίε του να κρατούν στα μέρη Καλομμάτας.
1955Του μητροπολίτη της Πατρού μετά τους κανονίκουςκανονίκος=ιερωμένος
οχτώ φίε καβαλλαρίων του έδωκαν να έχη·
ο επίσκοπος της Ώλενας τέσσαρα φίε του εδώκαν,
και της Μεθώνης αλλά δή κ᾿ εκείνου της Κορώνης
προς τέσσαρα τους έδωκαν μετά τους κανονίκους·
1960είθ᾿ ούτως της Βελίγοστης κ᾿ εκείνος του ΑμυκλίουΑμύκλι=>Νικλί (Τεγέα)
όλοι προς τέσσαρα είχασιν συν της Λακοδαιμονίας.
Ετούτοι όλοι, όπου με ακούεις και λέγω κι ονομάζω,
ευρέθησαν εις τον καιρόν του Καμπανέση εκείνου
εγράφου εις το ρουντζέστρο του, όπου ήσαν προνοιασμένοι.ρουντζέστρο=κατάστιχο, κτηματολόγιο
1965Οι καβαλλάριοι, όπου είχασιν προς ένα φίε ο καθένας,
και οι σιργέντες αλλά δή, όπου ήσαν προνοιασμένοι,σιργέντης=υπαξιωματικός, ακόλουθος
ουδέν τους ονομάζομεν διά την πολυγραφίαν.
§ 129 Κι αφότου αναγνώσασιν εκείνο το ροντζένστρο,
εζήτησε ο μισίρ Ντζεφρές βουλήν των κεφαλάδων,
1970ωσαύτως και των αρχιερέων, εκείνων των επισκόπων,
το πώς να καταστήσουσιν και πώς να κατορθώσουν
την πράξιν και την αφορμήν, το πώς θέλουν δουλεύει
εκείνοι, όπου είχαν τες προνοίες, όπερ τους επρονοιάσαν,
διά να βασταίνουν άρματα, τον τόπον να φυλάττουν·
1975επεί αν ουδέν φυλάγεται ο τόπος, που εκερδίσαν
με τα άρματα και την στρατείαν, πάλιν τον θέλουν αχάσει.
ΑΙ ΦΕΟΥΔΑΛΙΚΑΙ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΤΙΜΑΡΙΟΥΧΩΝ
Εν τούτω με κοινής βουλής και διάκρισης μεγάλης
είπασιν κ᾿ εδιόρθωσαν και περιεστήσανέ το·
ότι όσοι γαρ και είχασιν προς τέσσαρα τα φίε,φίε=φέουδα
1980φλάμουρα να βασταίνουσιν και φλαμουριάροι να είναι,
να οφείλη έχει ο κατά είς μετά το φλάμουρόν τουφλάμουρο=σημαία
καβαλλάρη ένα μετ᾿ αυτόν και δώδεκα σιργέντες,
κι όσοι κρατούσιν κ᾿ έχουσιν απάνω των φίε τεσσάρων,
να δίδουν κ᾿ εκπληρώσουσιν διά το καθένα φίε
1985σιργέντες δύο εις άλογα ή έναν καβαλλάρην.
Κ᾿ οι καβαλλάροι όπου κρατούν προς ένα φίε ο καθένας,
ατός του οφείλει και χρεωστεί δουλεύει διά το χρέο του·
ωσαύτως και τους λέγουσιν σιργέντες της κουγκέστας,σιργέντες κουγκέστας=οι πρώτοι κατακητές Μ.
ο κατά είς να εκπληρή δουλείαν με το κορμί του.
§ 130 1990Είπασιν δε κ᾿ εδιώρθωσαν διά το ήσαν εις την μάχην,
το μεν διά να φυλάττουσιν εκείνα όπου εκερδίσαν,
και το άλλο να κερδέζουσιν εκείνα γαρ τα ουκ έχουν,
ότι να στήκεται η δουλεία τον χρόνον όλον λέγω,
εις τέτοιον τρόπον κι αφορμήν ωσάν το καταλέγω.
1995Ότι εκ τους μήνας δώδεκα, όπου έχει ο χρόνος όλος,
να εκπληρώνη ο κατά είς τους τέσσαρους γαρ μήνας
εις γαρνιζούν καθολικήν, ένθα αρέσει του αφέντη·γαρνιζού=συνοριακή φρουρά
τους δε τους άλλους τέσσαρους να απέρχεται εις φουσσάτο,
ένθα χρήζει και βούλεται του προνοιατόρου ο αφέντης·προινιατόρος=φεουδάρχης
2000το δε το τρίτον του χρονού, τους τέσσαρους γαρ μήνας,
οφείλει ο προνοιάτορας να ένι όπου θέλει.
Διά τούτο γαρ όπου είπασιν, να δουλεύη όλον τον χρόνον,
ένι διά την προτίμησιν του αφέντη, όπερ ένι,
από τους μήνας δώδεκα να επαίρνη όποιους θέλει.
§ 131 2005Οι δε επίσκοποι κ᾿ η Εκκλησία, το Τέμπλο κι Οσπιτάλια,Οσπιτάλι=τάγμα Αγίου Ιωάννη
ουδέν οφείλουσιν εκπληρείν εις γαρνιζούν δουλείας·Τέμπλο=τάγμα Ναϊτών
το δε εις αρμάτων συμμαχίας κ᾿ εις κούρση κ᾿ εις πολέμους,
ένθα ο αφέντης του χρειαστή και χρείαν του τόπου, κάμνει,
οφείλουν είσται πανταχού ωσάν κ᾿ οι προνοιατόροι.
2010Ωσαύτως επερίστησαν κ᾿ ετούτο το κεφάλαιον·
ότι οι προεστοί κ᾿ οι επίσκοποι όλων των εκκλησίων
φλάμουρα να βαστάζουσιν εις αφορμήν της μάχης·
το δε εις βουλήν της αφεντίας κ᾿ εις κρίσεις γαρ του τόπου
οφείλουν είσται γαρ αυτοί ωσάν κ᾿ οι φλαμουριάροι,
2015άνευ γαρ των φονικών κρίσεών τε κ᾿ υποθέσεων,
όπου ουκ έπρεπεν καν ποσώς να κρένουν οι επισκόποι.
§ 132 Κι αφότου απεκατέστησαν τα όσα σε αφηγούμαι,
ώρισεν ο μισίρ Ντζεφρές μικρούς τε και μεγάλους,
όλοι να οικονομηθούν του να έχουν φουσσατέψει,
2020τους τόπους όπου επρονοιάστησαν να τους έχουν κερδίσει,
κ᾿ εκείνους όπου ουκ είχασιν να θέλουν κουγκεστήσει.κουγκεστήσει=κατακτήσει
Και όσον εφουσσάτεψαν, ωρθώσαν και υπαγαίναν
με την βουλήν γαρ των Ρωμαίων, όπου εξεύραν τους τόπους,
ολόρθα εις την Βελίγοστην εκεί τους απεσώσαν·
2025εις χαμοβούνι εκοίτετον το κάστρο εκείνο ετότε·
με πόλεμον το επήρασιν, ολίγοι επροσκυνήσαν.
ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΤΟΥ ΝΙΚΛΙΟΥ ΕΙΣ ΤΟΥΣ ΦΡΑΓΚΟΥΣ
Απαύτου ολόρθα εδιάβησαν εκείσε εις το Νίκλι·Νίκλι=>Τεγέα
εκείνο εις κάμπο εκοίτετον· το ιδεί γαρ τα φουσσάτα,
τα φράγκικα και των Ρωμαίων, όπου ήσαν μετ᾿ εκείνους,
2030οι άρχοντες γαρ του Αμυκλίου τους πύργους αφιρώσανΑμύκλι=>Νικλί (Τεγέα)
με τον λαόν και άρματα όπου είχασιν μετ᾿ αύτους.
Οι τοίχοι ήσαν υψηλοί, όλοι με το χορήγι·με χορήγι=ασβεστωμένοι
εστάθησαν εις πόλεμον με προθυμίαν μεγάλην,
ημέρας τρεις εκράτησαν τον πόλεμον του κάστρου
2035κι ουδέν ηθέλησαν ποσώς του να παραδοθούσι.
Ιδών τούτο ο μισίρ Ντζεφρές, ώρισε και ηφέραν ξύλα,
να ποιήσουν σκρόφες αλλά δή ομοίως και τριπουτσέτα·σκρόφα= είδος πολεμικής μηχανής
ώμοσεν γαρ στον όρκον του απέκει ου μη μισσέψη
έως ού να επάρη από σπαθίου το κάστρον του Νικλίου,
2040κ᾿ ει μεν το επάρη από σπαθίου, ψυχήν μη ελεημονήση.
Ακούσων ταύτα οι Ρωμαίοι όπου ήσαν με τους Φράγκους,
όπου είχασιν γαρ συγγενούς εκεί απέσω εις το κάστρον,
σύντομα τους εμήνυσαν κ᾿ επληροφόρεσάν τους,
ότι εάν το κάστρο ου δώσουσιν και να παραδοθούσιν,
2045και πιάσουν το από σπαθίου, όλοι είναι αποθαμένοι.
Κι ως το ήκουσαν οι άπαντες εκείνοι οι Νικλιώτες,
βουλήν απήρασιν ομού, το κάστρο επαραδώκαν,
με συμφωνίες το έδωκαν να έχουν τα ιγονικά τους.
Και όσον επαράλαβεν ο μισίρ Ντζεφρές το Νίκλι,
2050ώρισεν κ᾿ εσωταρχίσαν το, ως έπρεπεν κι αρμόζει·σωταρχίζω=εφοδιάζω
κ᾿ εν τούτω εμίσσεψε απ᾿ εκεί κ᾿ εδιάβηκεν ολόρθα
εκείσε εις την Λακοδαιμονία, χώρα ήτον μεγάλη,
με πύργους και καλά τειχέα, όλα με το χορήγι·
πολλά γαρ αφιρώσασιν να μη παραδοθούσι.
2055Ημέρες πέντε εποιήσασιν οι Φράγκοι εκεί τον γύρον
με πόλεμον αδιάλειπτον, ημέραν γαρ και νύχταν,
τα τριπουτσέτα εστήσασιν, τα ήφεραν εκ το Νίκλι·τριπουτσέτο=καταπέλτης
κι ωσάν τους απεκτείνασιν κ᾿ εχάλασαν τους πύργους,
με βίαν επαραδόθησαν, με συμφωνίες και όρκον,
2060να έχουσιν τα οσπίτια τους και τες προνοίες όπου είχαν.
Κι αφότου επαρεδόθησαν οι Λακοδαιμονίτες,
εκείσε απέσω αππλίκεψεν μισίρ Ντζεφρές ατός του·αππλικεύω=εγκαθίσταμαι, καταλύω
ώρισεν τα φουσσάτα του κι αρχάσαν να κουρσεύουν
το μέρος γαρ της Τσακωνίας και μέχρι εις το Έλεος,
2065κ᾿ εκείσε εις τα Βάτικα κ᾿ εις την Μονοβασίαν.
Ενταύτα ήλθαν οι άρχοντες της Λακοδαιμονίας,
ωσαύτως γαρ του Αμυκλίου, όπου είχαν τες προνοιές τους,
εκείσε εις την Τσακωνίαν κ᾿ εις τους ετέρους τόπους,
όπου τους εκούρσευαν εκείνα τα φουσσάτα.
2070Και λέγουν του μισίρ Ντζεφρέ, είπαν, παρακαλούν τον,Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
να ορίση τα φουσσάτα του, να πάψουσιν τα κούρση,κούρση=λεηλασίες
να προσκυνήσουν τα χωρία, αφέντην να τον έχουν.
Κ᾿ εκείνος, ως παμφρόνιμος, άκουσε των αρχόντων,
και ώρισεν κ᾿ εστράφησαν οπίσω τα φουσσάτα.
2075Εν τούτω ορίζει, κ᾿ ήλθασιν οι πρώτοι της βουλής του,
εκείνοι όπου επρονοιάζασιν τες χώρες των στρατιώτων·
εγράφως γαρ τα εβάλασιν απέσω εις το ριτζένστρο
τα όσα εκερδίσασιν κι όσα εκουγκεστήσαν,
αφότου γαρ εμίσσεψεν εκείνος ο Καμπανέσης.
ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΣ ΦΡΑΓΚΩΝ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΩΝ
2080Έκραξεν γαρ τους άρχοντας, τους πρώτους του Μορέως,
κ᾿ ερώτησέ τους ακριβώς να τον πληροφορέσουν
το τι κάστρη ενεμένουσιν όπου ουκ επροσκυνήσαν.
Κ᾿ εκείνοι του απεκρίθησαν κ᾿ επληροφόρεσάν τον·
«Τέσσαρα κάστρη αφέντη μας, σε λείπουσιν ακόμη·
2085το πρώτον ένι η Κόρινθος, το δεύτερον το Ανάπλι,
το τρίτο ένι η Μονοβασία, το τέταρτον το Άργος·
πολλά είν᾿ τα κάστρη δυνατά, καλά σωναρχισμένα·
με πόλεμον ουκ ημπορείς ποτέ σου να τα επάρης.
Λοιπόν αν θέλη ο αφέντης μας, τα κάστρη να τα επάρη,
2090κ᾿ ημείς, το γένος των Ρωμαίων, δούλοι σου να αποθάνουν,
τούτο ζητούμεν, λέγομεν, μεθ᾿ όρκου να μας το ποιήσης
εγγράφως, να νό έχωμεν ημείς και τα παιδιά μας·
από του νυν και έμπροστεν, Φράγκος να μη μας βιάση
ν᾿ αλλάξωμεν την πίστιν μας διά των Φραγκών την πίστιν,
2095μήτε από τα συνήθειά μας, τον νόμον των Ρωμαίων».
§ 133 Ακούσων ταύτα ο μισίρ Ντζεφρές καλώς το αποδέχτη,Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
μεθ᾿ όρκου τους το εστερέωσεν, εγράφως τους το εποίκεν.
§ 134 Κι αφότου απεκατέστησεν μισίρ Ντζεφρές εκείνος
τα πάντα όλα πράγματα Φραγκών τε και Ρωμαίων,
2100του καθενός την όρεξιν και τα προνοιάσματά τους,προνοιάσματα=φέουδα
τόσα τον αγαπήσασιν μικροί τε και μεγάλοι
διατό ήτον καλοϋπόληπτος, εις όλους δικαιοκρίτης,
§ 135 Ότι βουλήν απήρασιν οι φρονιμώτεροί τους,
το πώς να του έμεινε η αφεντία του τόπου του Μορέως,
2105διατό ήτον άνθρωπος καλός, φρόνιμος εις τους πάντας
«περί να έλθη εκ την Φραγκίαν οκάποιος ρουχολόγοςρουχολόγος=κλέφτης
απαίδευτος κι αδιάκριτος και να μας σκανταλίζη».
Εν τούτω ήλθαν εις αυτόν, τους λόγους του απεσώσαν·
εκείνος γαρ εδειλίασε πολλά την αμαρτίαν
2110κι ουκ ήθελεν ουδέ ποσώς αυτό να το ποιήση·
όμως τόσα τον είπασιν, τόσα τον εβιάσαν,
ότι τον εξηλώσασιν από την διάκρισίν του·
εσυγκατέβη να γενή, το πράγμα να πληρώση.
ΠΡΟΣΠΑΘΕΙ ΝΑ ΣΦΕΤΕΡΙΣΘΗ ΤΗΝ ΕΞΟΥΣΙΑ
§ 136 Εν τούτω εσκοπήσασιν το πώς να διορθώσουν,
2115με ποταπήν υπόθεσιν να έχουν εμποδίσει
εκείνον, όπου ετύχαινεν να έλθη εκ την Φραγκίαν,
να εμποδιστή με τίποτε τρόπον να μη αποσώση
εντός του τέρμενου εκεινού που έστησε ο Καμπανέσης.Γουλιέλμος Σαμπλίτης (Guillaume de Champlitte)
Ενταύτα ο μισίρ Ντζεφρές, ως γνωστικός όπου ήτον,Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
2120καβαλλάριν απέστειλεν όπου είχε ισόψυχόν του,
κ᾿ εδιάβηκεν στην Βενετίαν ολόρθα εις τον Δούκαν.
Φιλίαν κι αγάπην είχασιν κ᾿ εγνωριμίαν μεγάλην,
δωρήματα του απέστειλεν, αξιοπαρακαλεί τον
να ποιήση πράξιν τίποτε και έμποδος να γένη
2125᾿ς εκείνον όπου ετύχαινεν να στείλη ο Καμπανέσης.
Ωσαύτως γαρ απέστειλεν κι άλλον εις την Φραγκίαν
εις φίλους γαρ και συγγενείς όπου είχεν στην Τσαμπάνιαν.Τσαμπάνια=>Καμπανία (Γαλλίας)
§ 137 Ενταύτα γαρ αφήνω εδώ να γράφω και να λέγω
διά εκείνον τον μισίρ Ντζεφρέ διά να σε καταλεξω
2130περί εκείνου του ευγενικού του κόντου της Τσαμπάνιας,
το πώς εκατευόδωσεν, αφότου απήλθε εκείθεν,
όταν εδιάβη εις την Φραγκίαν εκεί εις το ιγονικόν του.
§ 138 Αφότου γαρ εμίσσεψεν εκείνος ο ΚαμπανέσηςΓουλιέλμος Σαμπλίτης (Guillaume de Champlitte)
από τον τόπον του Μορέως κ᾿ εδιάβη εις την Φραγκίαν,
2135᾿ς την Τσαμπάνιαν απέσωσε, όπου πολλά επεθύμα.
Καλά τον αποδέχτησαν εκείνοι οι εδικοί του
κι αφότου αναπαύτηκεν καν δεκαπέντε ημέρες,
εμίσσεψεν κ᾿ εδιάβηκεν στον ρήγαν της Φραγκίας.
Εις το Παρίς τον ηύρηκεν μετά τους άρχοντές του·
2140εωρτίαζαν την Πεντηκοστήν, καθώς το έχουν οι Φράγκοι·
χαράν μεγάλην έποικεν ο ρήγας γαρ του κόντου,
διατί τον είδε κ᾿ έποικεν στρέμμα εκ την Ρωμανίαν,Ρωμανία=δυτική Βυζαντινή επικράτεια
ωσαύτως κι όλοι οι ευγενικοί δουκάδες και κοντάδες,
όπου ήσασιν συντρόφοι του ομοίως και συγγενείς του.
§ 139 2145Κι όσον εκαταχάρησαν εκείσε γαρ αλλήλως,
το ομάντζιο εποίησεν του ρηγός ως διά το ιγονικόν του,ομάντζο=φεουδαρχικό δικαίωμα
κι᾿ απηλογίαν εζήτησεν, εις την Τσαμπάνια εστράφη.Τσαμπάνια=>Καμπανία (Γαλλίας)
Κι όσον ήλθεν στον τόπον του κ᾿ εσέβηκεν αφέντης,
διορθώνοντα τον τόπον του και τες υπόθεσές του,
2150μήνες οχτώ επεράσασιν, τόσους τους εγνωμιάσαν.
Κ᾿ ενταύτα εθυμήθηκεν τες συμφωνίες όπου είχεν
με εκείνον τον μισίρ Ντζεφρέ διά του Μορέως τον τόπον·
ελπίδαν είχεν δυνατήν και θάρρος μέγα εις αύτον,
ότι του στείλει του κανείν από τους εδικούς του
2155να τον δεχτή ως αφέντη του τον τόπον να του παραδώση.
§ 140 Εν τούτω απήρε την βουλήν μετά τους εδικούς του
το ποίον να στείλη εις τον Μορέαν διά αφέντη και δίκαιόν του.
Οκάποιον είχε εξάδελφον, τον έλεγαν Ρομπέρτον·
άνθρωπος ήτον νεούτσικος, εξαίρετος εις πάντα.
2160Κράζει και ρεβεστίζει τον ο κόντος της Τσαμπάνιας·ρεβεστίζω=απονέμω τίτλο φέουδου
από τον τόπον του Μορέως την αφεντίαν του εδώκεν.
§ 141 Ώρισεν και εγράψασιν όλα τα προβελέγκια,προβελέντζι (προβελέγγιο)=τίτλος φέουδου
ωσαύτως τα παραδοτικά, τα ετύχαινεν να επάρη·
λογάριν του έδωκεν πολύ και φαμελίαν μετ᾿ αύτον,λογάρι=χρήμα
2165καβαλλαρίους γαρ τέσσαρους κ᾿ είκοσι δύο σιργέντες.σιργέντης=υπαξιωματικός, ακόλουθος
Εκ την Τσαμπάνια εξέβηκε εις το έβγα του νοεβρίου.
§ 142 Κι όταν ήλθε εις του Σαβώε τα όρη να απεράση,Σαβώε όρη=βουνά Σαβοΐας (Άλπεις)
τα χιόνια ηύρεν δυνατά, πολλά πηχτά εις τα όρη
όπου χωρίζουν την Φραγκίαν από την Λουμπαρδίαν,Λουμπαρδία=>Λομβαρδία
2170κι ουδέν ημπόρεσεν ποσώς του να έχη απεράσει.
Εν τούτω άργησεν εκεί έναν μήναν και πλέον,
κι όταν ημπόρεσε να ελθή τα όρη να απεράση,
εξήλθεν εκ την Λουμπαρδίαν, ωδήγεψεν και ήλθεν,
στην Βενετίαν απέσωσεν εις το έβγα του ιανουαρίου,
2175ελπίζοντα του να εύρη κάτεργον να απεράση.
ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑΙ ΤΟΥ ΡΟΒΕΡΤΟΥ
§ 145 Ο δούκας γαρ της Βενετίας ως το επληροφορέθη
ότι ο Ρουμπέρτος ήλθε εκεί, ο εξάδελφος του κόντου –
εκ την Τσαμπάνιαν έρχεται να απέλθη εις τον Μορέαν –
κράζει τον αμιράλην του και μυστικώς του είπεναμιράλης=ναύαρχος
2180το πράγμα, την υπόθεσιν να τον έχη εμποδίσει,
να μη του δώση πλευτικόν εις τον Μορέαν ν᾿ απέλθη.πλευτικά=καράβια
Ο δούκας γαρ τον έκραξε εκείνον τον Ρουμπέρτον,
τιμήν μεγάλην του έποικεν και φιλοπροσωπίαν
να αποθαρρέση εις αυτόν, να τον έχη απεργώσει,απεργώνω=εξαπατώ
2185και τόσα τον εκράτησε με τα καλά του λόγια,
με τρόπους γαρ και αφορμές και πρόφασες ομοίως,
ότι άργησε εις την Βενετίαν καν δύο μήνες και πλέον.
Απαύτου δε του έδωκεν κάτεργο αρματωμένον,
το ετύχαινεν να απελθή εκείσε εις την Κρήτην.
§ 144 2190Και ώρισε τον κόμιτα, του κατέργου τον κύρην,κόμιτας [εδώ]=πλοίαρχος
εις τους Κορφούς διαβαίνοντα εκεί να τον αφήκουν.Κορφούς=>Κέρκυρα
Λοιπόν ωσάν σε το λαλώ εγένετον το πράγμα.
§ 145 Κι ως το ήφερεν το κάτεργον εις του Κορφού το κάστρον,
ο κόμιτας τον έκραξεν εκείνον τον Ρομπέρτον
2195και λέγει του· «τό κάτεργον έσπασεν απέ κάτω,
και χρήζομαι να ευτειαστή να το καλαφατίσω·
λοιπόν, καλέ μου αδελφέ, τα ρούχα σου ας εβγάλουν
να ελαφρωθή το κάτεργον, να το καλαφατίσω».
Και εκείνος λογιζόμενος ᾿ς αλήθειαν του το λέγει,
2200ώρισεν και εξέβαλαν τα ρούχα του εις το κάστρον,
κ᾿ εκείνος γαρ αππλίκεψεν εις το ξενοδοχείον.αππλικεύω=εγκαθίσταμαι, καταλύω
§ 146 Κι όταν επέρασε ο καιρός της νύχτας γαρ το πλείον,
κ᾿ ελάλησεν ο πετεινός, εκείνοι του κατέργου
εδώκαν την συρίστρα τους κ᾿ ευθέως πάντα υπαγαίνουν.
§ 148 2205Και όταν εξημέρωσεν κ᾿ εννόησεν ο Ρομπέρτος,
εξύπνησεν και είπαν του το κάτεργον εδιάβη.
Κι ως το έμαθε εις πληροφορία άρχισε να λυπάται·
ενταύτα εγνώρισεν καλά δημηγερσίαν του εποίκαν,δημηγερσία=ανταρσία, ξεσηκωμός
κι όσο το επληροφορέθηκεν κι απείκασε τον δόλον,
2210εγύρεψεν και ηύρηκεν βάρκαν του να ναυλώση·
κι ο καπενάνιος των Κορφών, διατό ήτον ξενιασμένος
απ᾿ τον αφέντη του Μορέως τον μισίρ Ντζεφρέ εκείνον,
ώρισε και εκράξασιν της βάρκας τον αφέντην.
Ορίζει, επροφωνέθη τον απάνω εις το κορμί του
2215να μην περάση κάμποσως εκείνον τον Ρομπέρτον.
Εκείνο γαρ το κάτεργο, όπου εις την Κρήτη εδιάβη,
έρριξεν έναν άνθρωπον στον άγιον Ζαχαρίαν
εκεί όπου ένι σήμερον η χώρα της Κλαρέντζας·
από τον δούκα εβάσταζεν εκείνον της Βενετίας
2220πιττάκια εις τον μισίρ Ντζεφρέ τον αφέντην του Μορέως,πιττάκιον=επιστολή
δηλοποιούντα, γράφοντα δι᾿ εκείνον τον Ρομπέρτον,
το πότε εκατέλαβεν εκεί εις την Βενετίαν
και πώς τον εμποδίσασιν μήνας δύο και πλείον,
και πώς πάλε τον έρριξεν εις των Κορφών την νήσον
2225το κάτεργο της Βενετίας, όπου εις την Κρήτη εδιάβη.
§ 147 Στην Ανδραβίδα ευρέθηκεν ο μισίρ Ντζεφρές ετότε·Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
κι ως του ήφερε ο Βενέτικος εκείνα τα πιττάκια,
τιμήν μεγάλην του έδωκεν κ᾿ εφιλοδώρησέ τον,
κράζει τον κιβιτάνον του εκείνον της Ανδραβίδας·κιβιτάνος=φρούραρχος (chevetain)
2230λεπτώς του επαρήγγειλεν το πώς οφείλει ποιήσει
όταν περάση γαρ και ελθή εκείσε ο Ρομπέρτος.
Κ᾿ εκείνος γαρ εξέβηκεν από την Ανδραβίδα·
εις το Βλιζίρι εδιέβηκεν διά να περιαναμένηΒλιζίρι (Le Glisiere)=>Περιστέρι Ηλείας [ίσως]
έως ου να μάθη τίποτε περί γαρ του Ρουμπέρτου.
§ 149 2235Αφότου γαρ εγνώρισεν εκείνος ο Ρουμπέρτος
τον τρόπον της δημηγερσίας, οπού τον απεργώσαναπεργώνω=εξαπατώ
οι Βενετίκοι, σε λαλώ, ωσάν σε το αφηγούμαι,
εβιάστηκεν πολλά να ευρή βάρκαν του να απεράση,
να καταλάβη εις τον Μορέαν στο τέρμενον όπου είχεν,
2240που κατά τύχη απέρχετον βάρκα από την Πούλιαν.
Επραγματεύτη, εσέβηκεν εκεί απέσω στην βάρκαν,
και ήφερέν τον έως εκεί στον άγιον Ζαχαρίαν.
§ 150 Ερώτησε να του ειπούν πού ευρίσκεται ο μπάϊλος,
κι οκάποιος του αποκρίθηκεν, στην Ανδραβίδα ένι.
2245Σιργέντην ένα απέστειλε άλογα να του φέρη·σιργέντης=υπαξιωματικός, ακόλουθος
το πεζοδρόμι εδιάβηκεν έως ου να σώση εκείσε·πεζοδρόμι=πεζοπορεία
ουκ ηύρεν τον μισίρ Ντζεφρέ, αλλού ήτον διαβασμένος.
§ 151 Τον κιβιτάνιον ηύρηκεν της χώρας Ανδραβίδας.
Ενταύτα τον ελάλησεν κ᾿ είπεν του τα μαντάτα,
2250το πώς στον άγιον Ζαχαρίαν ευρίσκεται ο Ρομπέρτος,
ο εξάδελφος και συγγενής του κόντου της Τσαμπάνιας,
«όπου ήλθε να ένι αφέντης σας, εσάς των Μοραΐτων·
άλογα να του στείλετε, να αποσώση ενταύτα».
§ 152 Κι ο κιβιτάνος παρευτύς, το ακούσει το μαντάτο,
2255απήρεν όλον τον λαόν όπου είχεν μετ᾿ εκείνον,
τους άρχοντας και βουργησέους όλης της Ανδραβίδας·βουργήσης=αστός
άλογα απήρεν μετ᾿ αυτόν όσα του έκαμναν χρεία
κ᾿ εκείσε ολόρθα εδιάβηκεν στον άγιον Ζαχαρίαν·
χαράν μεγάλη εποίκασιν ως είδαν τον Ρομπέρτον
2260και πρόβλεψιν του εδείξασιν ότι πολλά αγαπούσανπρόβλεψις [εδώ]=περιποίηση
να έλθη, να ένι αφέντης τους, να ζήσουν μετ᾿ εκείνον.
Εν τούτω τον επήρασιν μετά χαράς μεγάλης·
στην Ανδραβίδα ήλθασιν, εκεί τον αππλικέψαν.
§ 153 Εκείνος γαρ περιχαρίαν, σπλάγχνος έδειξε μέγα,
2265και όλους απεδέχετον κ᾿ εκαλολόγιζέ τους,
σκοπώντα και λογίζοντα, του να τους έχη δούλους,
κ᾿ εκείνοι πάλε αφέντην τους να έχουσιν εκείνον.
§ 154 Ενταύτα ευρέθη οκάποιος κ᾿ επληροφόρεσέ τον
τον τρόπον και τες συμφωνίες, όπου είχε ο ΚαμπανέσηςΓουλιέλμος Σαμπλίτης (Guillaume de Champlitte)
2270μ᾿ εκείνον τον μισίρ Ντζεφρέ, τον μπάϊλον του Μορέως·Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
επεί αν περάση ο καιρός το τέρμενον του χρόνου,
να εσμίξη τον μισίρ Ντζεφρέ, την αφεντίαν να επάρη,
εχάσε γαρ τον κόπον του και τα ήλθεν να γυρεύη.
Ακούσων ταύτα ο ευγενικός εκείνος ο Ρομπέρτος,
2275του κιβιτάνου εζήτησεν άλογα να του δώση,
όπως ν᾿ απέλθη σύντομα εκείσε εις τον μπάϊλον,
ωσαύτως να έχη κι οδηγόν διά να τον οδηγέψη.
§ 155 Κι ο κιβιτάνος ήτον χρεία να κάμη το θέλημάν του.
Άλογα του ηύρε όσα ήθελεν και συντροφίαν ομοίως·
2280ατός του εδιέβη μετ᾿ αυτόν έως εις το Βλιζίρι,Βλιζίρι (Le Glisiere)=>Περιστέρι Ηλείας [ίσως]
λέγοντα και λογίζοντα να εύρουν εκεί τον μπάϊλον.
Εκείνος γαρ ο μισίρ Ντζεφρές, το ακούσει το μαντάτο,
ότι ο Ρουμπέρτος έσωσεν στον άγιον Ζαχαρίαν,
ευθέως εξέβη απ᾿ εκεί, στην Καλομμάτα εδιάβη·
2285και πάλε απέκει, ως έμαθεν ότι έρχεται ο Ρομπέρτος,
εμίσσεψεν κ᾿ εδιάβηκεν μετά την φαμελίαν του
ολόρθα στην Βελίγοστην, το μεσημέρι εσώσαν.
§ 156 Εκείνοι γαρ όπου ήσασιν μ᾿ εκείνον τον Ρουμπέρτον,
ολόρθα τον εδιάβασαν εκεί στην Καλομάτα,
2290κι απέκει απήραν τα άλογα κ᾿ εστράφησαν οπίσω.
§ 157 Ο δε Ρουμπέρτος έμεινεν εκείσε μοναχός του·
τον κιβιτάνον έκραξεν του κάστρου της Καλομάτας,
παρακαλεί και λέγει του άλογα να του δώση,
να απέλθη στον μισίρ Ντζεφρέ, τον μπάϊλον του Μορέως.
2295Κ᾿ εκείνος, ως ημπόρεσεν, άλογα του εδώκεν,
ομοίως του έδωκεν οδηγούς όπου τον ωδηγέψαν.
§ 158 Κ᾿ εδιέβη εις την Βελίγοστην, ουκ ηύρε εκεί τον μπάϊλον·
στο Νίκλι γαρ του είπασιν ότι ένι διαβασμένος.Νίκλι=>Τεγέα
Οι δε οι Καλαματιανοί εστράφησαν οπίσω,
2300εγύρισαν στα σπίτια τους εκεί στην Καλομάταν.
Ο δε Ρουμπέρτος έμεινεν ωσάν απορημένος,
διατί άλογα ουκ ηύρεσκεν να επάρη μέτ᾿ εκείνον.
§ 159 Όμως, ως ημπόρεσεν, εκείνος ο κιβιτάνος
ηύρεν κ᾿ έδωκέν του άλογα, κ᾿ εδιάβη εις το Νίκλιν.
2305Κι αφότου γαρ απέσωσεν στο Νίκλιν ο Ρουμπέρτος,
μαντατοφόροι απήλθασιν στην Λακκοδαιμονίαν,
όπου ήτον ο μισίρ Ντζεφρές κ᾿ επληροφόρεσάν τον,
το πώς στο Νίκλι απέσωσεν του κόντου της Τσαμπάνιας
ο εξάδελφος, τον λέγουσιν Ρομπέρτον τον ονομάζουν.
§ 160 2310Και ο μισίρ Ντζεφρές, ως φρόνιμος, το ακούσει το μαντάτο,
ευθέως απήρε μετ᾿ αυτόν μικρούς τε και μεγάλους,
όσοι γαρ ευρέθησαν εκεί εις την συντροφίαν του,
και ήλθεν εις συναπαντήν εκείνου του Ρουμπέρτου·
μετά τιμής και πρόβλεψης εσυναπάντησέ τον,πρόβλεψις [εδώ]=περιποίηση
2315χαράν μεγάλην του έδειξεν εις το εμφανές των πάντων.
Κι αφότου απεσώσασιν στην Λακκοδαιμονίαν,
ώρισεν κι αππλικέψαν τον στης αφεντίας τα οσπίτια.αππλικεύω=εγκαθίσταμαι, καταλύω
§ 161 Εκείνος γαρ ο εξάδελφος του κόντου της Τσαμπάνιας,
ως έχοντα τον λογισμόν την αφεντίαν να έχη,
2320επί της αυρίου το πρωΐ, ως έλαμψεν η ημέρα,
ώρισε και εκράξασιν μισίρ Ντζεφρέ τον μπάϊλον,
και είπεν ούτως προς αυτόν· να ποιήση και έλθουν εκείνοι,
οι πρώτοι και καλλιώτεροι, όπου ήσαν μετ᾿ εκείνον,
να ιδούσιν τα προστάγματα του κόντου της Τσαμπάνιας
2325τους ορισμούς, όπου ήφερεν μετ᾿ αύτον απ᾿ εκείνον.
Η ΚΟΥΡΤΗ ΣΥΝΕΡΧΕΤΑΙ ΔΙΑ ΤΗΝ ΥΠΟΘΕΣΙΝ ΡΟΒΕΡΤΟΥ
§ 162 Εντούτω ο μισίρ Ντζεφρές τον ορισμόν του εποίκεν·Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
και όσον εσωρεύτησαν εκείσε πάντες, όλοι,
κ᾿ εκάθισαν διά ν᾿ αφκραστούν, τα έγραφεν ο κόντος.
§ 163 Έναν κλέρην εσήκωσεν, όπου ήφερεν μετ᾿ αύτονκλέρης=γραμματικός
2330τα προβελέγγια, όπου ήφερεν, ώρισε ν᾿ αναγνώση.προβελέντζι (προβελέγγιο)=τίτλος φέουδου
Κι αφότου γαρ τα ανάγνωσε κ᾿ ενεφάνισε τους λόγους,
το πώς ο κόντος του έδωκεν την αφεντίαν του τόπου,
όλης της Πολυπόνεσσος, όσον κρατεί ο Μορέας.
§ 164 Κι απαύτου πάλιν έδειξεν κι ανάγνωσέν τα ομοίως,
2335προστάγματα και ορισμούς ᾿ς όλους τους κεφαλάδες,κεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
του να δεχτούν δι᾿ αφέντην τους εκείνον τον Ρομπέρτον.
§ 165 Κι όσον επαναγνώστησαν τα έγγραφα εκείνα,
σηκώνεται ο μισίρ Ντζεφρές εις το εμφανές των πάντων,
και χαμηλά επροσκύνησεν τους ορισμούς του κόντου·
2340κ᾿ ευθέως ορίζει κ᾿ ήφεραν τα προβελέγγια όπου είχαν,
τες συμφωνίες και έγγραφα, όπου είχε από τον κόντον,
το πώς τον επαράδιδεν τον τόπον του Μορέως,
να τον φυλάττη και κρατή, δίκαιός του να ένι μπάϊλος·
κι απέσω εις το τέρμενον χρόνου και μίας ημέρας,
2345αν έλθη ο κόντος ή άλλος τις από τους συγγενούς του,
τον τόπον και την αφεντίαν να του την παραδώση.
Εί τε περάση ο καιρός, το τέρμενον του χρόνου,
κι ουδέν απέλθη από εκεινούς, ωσάν σε το αφηγούμαι,
να μείνη ο τόπος κ᾿ η αφεντία, να ένι κληρονόμος
2350εκείνος ο μισίρ Ντζεφρές, άνευ καμμίας προφάσης.
§ 166 Κι αφότου αναγνώστησαν τα έγγραφα εκείνα,
οι συμφωνίες όπου έποικεν ο κόντος της Τσαμπάνιας,
ενταύτα εσηκώθηκεν μισίρ Ντζεφρές εκείνος
και λέγει προς τους αρχιερείς και τους φλαμουραρίους·φλαμουράριος=βαθμοφόρος
2355«Άρχοντες, εσείς ακούσετε του αφέντου μου του κόντου
τες συμφωνίες και ορισμούς, όπου μ᾿ επαρεδώκεν.
Εν τούτω λέγω προς εσάς, παρακαλώ κι ορκίζω
στον όρκον, όπου εποίκετε στον κόντον κ᾿ εις εμέναν,
ως χριστιανοί φοβούμενοι τον Θεόν και την αλήθειαν,
2360να ειπήτε και να κρίνετε έσω στο δίκαιο απάνω.
Ωσαύτως γαρ παρακαλώ κ᾿ ετούτον τον Ρουμπέρτον,
ως ευγενήν κι αφέντην μου, στο δίκαιον να σταθούμε.
να κρίνετε το δίκαιον, ως πρέπει και αρμόζει.
Μηδέν θελήση ο αφέντης μου, άδικον να ποιήση,
2365αλλά με φόβον του Θεού μας κρίνετε τους δύο».
Ακούσων ταύτα ο ευγενής εκείνος ο Ρουμπέρτος,
ευθέως εσυγκατέβηκεν κ᾿ είπε να το τηρήσουν·
κι ως το διακρίνουν και ειπούν με του Θεού τον φόβον,
εκείνος γαρ να νό δεχτή και να το προσκυνήση.
§ 167 2370Ακούσων ταύτα οι αρχιερείς κι όλοι οι καβαλλάροι,
επιάσαν κι αναγνώσασιν τα έγγραφα εκείνα,
εξ αρχής γαρ λεπτομερώς, με προσοχής μεγάλης.
Εν τούτω ελογαρίασαν το τέρμενον του χρόνου
και ηύραν, ότι επέρασεν ημέρας δεκαπέντε
2375το τέρμενον, που ετύχαινεν να σώση ο Ρουμπέρτος,
να παραδώση το έγραφα του κόντου της Τσαμπάνιας,
του μπάϊλου του, μισίρ Ντζεφρέ, τον τόπον να του δώση.
Η ΚΟΥΡΤΗ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ΤΗΝ ΑΠΑΙΤΗΣΙΝ ΤΟΥ ΡΟΒΕΡΤΟΥ
Ενταύτα εκράξασιν τους δύο και λέγουν προς εκείνους·
«Άρχοντες, ημείς ευρίσκομεν στα έγραφα του κόντου,
2380όπου έποικε τες συμφωνίες, όπου είδαμεν ενταύτα·
στες όποιες ένι η βούλλα του και εμάς ολών μετ᾿ αύτου·
το πώς με τρόπον κι αφορμήν και συμφωνίες μεγάλες
άφηκεν τον μισίρ Ντζεφρέ δίκαιόν του εδώ εις τον τόπον,Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
Λοιπόν, αφών με συμφωνίες του άφηκεν την τόπον,
2385κ᾿ επέρασε το τέρμενον, εσύ δίκαιον ουκ έχεις·
επεί ένθα είναι οι χριστιανοί ᾿ς όλην την οικουμένην,
τον νόμον και τες αγωγές, οι συμφωνίες τες κλειούσιν».
§ 168 Ενταύτα γάρ, ως το ήκουσεν εκείνος ο Ρουμπέρτος,
από της θλίψεως και πικρίας, όπου είχεν η καρδία του,
2390ουδέν ημπόρεσε ποσώς απόκρισιν να στρέψη.
Εκείνος δε ο μισίρ Ντζεφρές ολόρθα εσηκώθη·
με πρσοχήν, πραότητα όλους ευχαριστά τους,
ως το έχουν γαρ το σύνηθος των αφεντών οι κούρτες,κούρτη=συνέλευση αρχόντων
κ᾿ ευχαριστούσιν εκεινούς όπου το δίκαιον κρένουν.
2395Αφών κρίσις εδόθηκεν κ᾿ απόφασις ομοίως,
να μείνη του μισίρ Ντζεφρε η αφεντία του τόπου
όλης της Πολυπόνεσος, τον λέγουσιν Μορέαν,
τιμήν μεγάλην έποικεν εκείνου του Ρουμπέρτου,
και είπεν ούτως προς αυτόν· «Αφέντη κι αδελφέ μου,
2400πρόσεχε, μη το βαρυνθής, το έδωκεν η κρίσις·
ότι το δίκαιον το απαιτεί, ούτως το έχει ο κόσμος.
Αν θέλης γαρ και προθυμάς μετ᾿ έμου να ενεμείνης
εδώ εις τον τόπον του Μορέως, να σ᾿ έχω ως αδελφόν μου,
κι όσον κερδίσωμε ενομού, να επαίρνης το σε πρέπει».
2405Κ᾿ εκείνος από θλίψεως του ουδέν το εκαταδέχτη.
§ 169 Ενταύτα ο μισίρ Ντζεφρές κάλεσμα μέγα εποίκεν,
κ᾿ εκάλεσεν τους άπαντας, μικρούς τε και μεγάλους,
και χαμοτσούκιν έποικεν, το λέγουν οι Ρωμαίοι·χαμοτσούκιν=συμπόσιον
κ᾿ εφάγασιν κ᾿ εχάρησαν, κ᾿ εξυλοκονταρίσαν·
2410χορούς, παιγνίδια έποικαν, αριφνισμόν ουκ είχαν.
§ 170 Εκείνος γαρ όπου λαλώ Ρομπέρτο ντε Τσαμπάνια,
έκραξε τον μισίρ Ντζεφρέ και λέγει προς εκείνον·
«Αφότου εγώ αποείδα το την αφεντίαν ουκ έχω,
δος μου άλογα και συντροφίαν του να έχω υπαγαίνει».
 
Ο ΓΟΔ. Α´ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΑΠΟΜΕΝΕΙ ΜΟΝΟΣ ΑΥΘΕΝΤΗΣ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ
2415Ωσαύτως γαρ εζήτησεν ολών των κεφαλάδων,
των αρχιερέων και χρήσιμων ανθρώπων όπου ήσαν
εις την βουλήν, κι απόφασιν και κρίσιν όπου εποίκαν,
χαρτί να του ποιήσουσιν, να το έχουσιν βουλλώσει,
το πώς εκρίναν κ᾿ είπασιν την κρίσιν όπου εδώκάν,
2420είθ᾿ ούτως και το αντίγραμμα της συμφωνίας εκείνης,
όπου ήτον ποιήσοντα ενομού ο κόντος της Τσαμπάνιας
μετά τον ευγενέστατον μισίρ Ντζεφρέν εκείνον,Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
να τα βασταίνη μετ᾿ αυτόν εκείσε εις την Φραγκίαν,
διά να το δείξη του ρηγός κι ολών των κεφαλάδων,
2425όπου ήσαν τότε εις την Φραγκίαν, του κόντου της Τσαμπάνιας,
διά να μηδέν τον δέξωνται χωρικόν της υποθέσεως.χωρικόν [εδώ]=αφελές, παράλογο
Μετά χαράς τα εποίκασιν κι όλοι τα εβουλλώσαν.
§ 171 Απαύτου γαρ του έδωκεν μισίρ Ντζεφρές εκείνος
δωρήματα, χαρίσματα, διαφορικά και πλείστα·διαφορικός=πολύτιμος
2430δουλωτικά και φρόνιμα υπόσχεσες του εποίκεν,
να τον ορίζη πάντοτε να ένι εδικός του.
Κ᾿ εκ τούτου τον ωδήγεψεν και συντροφίαν του εποίκεν·
ατός του εδιάβη μετ᾿ αυτόν μέχρι εις την Ανδραβίδα.
§ 172 Κι απέκει εβάλθη εις κάτεργον κ᾿ εδιάβη εις την Φραγκίαν.
2435Κι αφότου γαρ εμίσσεψεν εκείνος ο Ρουμπέρτος
εκ τον Μορέαν, κ᾿ ενέμεινε ο μισίρ Ντζεφρές αφέντης,Γοδεφρείδος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
ώρισε να τον κράζουσιν αφέντην του Μορέως.
Τους τόπους του κ᾿ υπόθεσες, όπου είχεν να διορθώνη,
αλλέως τες εκατάσταινεν ως φυσικός αφέντης·φυσικός [εδώ]=νόμιμος
2440εκόπιαζεν κ᾿ εβιάζετον πάντοτε να τες αυξαίνη.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΓΟΔΟΦΡ. ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΙΝΟΥ [1218]
§ 173 Λοιπόν, ως ένι φυσικόν οι πάντες ν᾿ αποθνήσκουν,
ήλθεν κ᾿ εκείνου ο καιρός ν᾿ απέλθη εκ τον κόσμον.
Κράζει τους κεφαλάδες του, τους επισκόπους όλους,
εποίησε διάταν φοβερήν ως φρόνιμος όπου ήτον·
2445τα πάντα του όλα εδιόρθωσεν, έγραψεν και εβούλλωσέ τα.
Και είχεν γαρ δύο υιούς· τον πρώτον ωνομάζαν,
μισίρ Ντζεφρέ τον έλεγαν, τ᾿ όνομα του πατρός του·Γοδεφρείδος Β’ Βιλλεαρδουΐνος
τον δεύτερον εκράζασιν, Γυλιάμον τον ελέγαν,
ελέγασιν το επίκλη του Γυλιάμο ντε Καλομάτα·Γουλιέλμος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
2450αφέντην γαρ τον άφηκεν κάστρου της Καλομάτας
μετά της άλλης περιοχής του καστελλανικίου,
διατί ήτο εκείνο το ίδιον του της γονικής κουγκέστας.κουγκέστα=κατάκτηση Μοριά
§ 174 Ώρισε με προφώνεσιν γλυκέα τους παραγγέλλει
τους κεφαλάδες κι αρχιερείς κι όλους τους καβαλλαρίους,
2455να έχουσιν τον μισίρ Ντζεφρέ αφέντην κληρονόμον,Γοδεφρείδος Β’ Βιλλεαρδουΐνος
και να θυμούνται πάντοτε την πολιτείαν όπου είχεν,
τον κόπον όπου εκόπιασεν να κερδεθή ο Μορέας,
το σπλάγχνος κι ανθρωποφιλίαν όπου είχεν εις τους πάντας.
Κι όσον απεκατέστησεν ετούτα κι άλλα πλείστα,
2460εμεταστάθη, ως χριστιανός· ο Θεός να τον συγχωρήση.εμεταστάθη=πέθανε
§ 175 Κι ωσάν εμεταστάθηκεν, καθώς σας το αφηγούμαι,
θρήνος εγένετον πολύς εις όλον τον Μορέαν,
διατί τον είχαν ακριβόν, πολλά τον αγαπούσαν
διά την καλήν του αφεντίαν, την φρόνεσιν όπου είχεν.
§ 176 2465Κι αφότου τον εκήδεψαν κ᾿ επράϋνεν η θλίψις,
όλοι βουλήν απήρασιν, μικροί τε και μεγάλοι,
κ᾿ εστέψασιν δι᾿ αφέντην τους μισίρ Ντζεφρέ τον νέον,Γοδεφρείδος Β’ Βιλλεαρδουΐνος
Και όσον επαράλαβεν της αφεντίας την δόξαν,
άρξετον να πορεύεται ως φρόνιμος στρατιώτης·
2470πολλά ήτον προθυμότατος, φιλάνθρωπος εις όλους,
εις σφόδρα γαρ εσπούδαζεν ν᾿ αυξαίνη την τιμήν του.
Ο ΓΟΔΟΦΡ. Β´ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΨ ΜΟΡΕΩΣ [1218]
§ 177 Εν τούτω ήλθε υπόθεσις, αφκράζου να σε λέγω,
ότι ο Ρομπέρτος βασιλεύς της Κωνσταντίνου πόλης,Ροβέρτος του Κουρτεναί (Λατίνος αυτοκρ.)
που ήτον τότε εις την Ρωμανίαν αφέντης βασιλέας,
2475συνθήκες και συμβίβασες, τρόπον συμπεθερίας,
έποικε με τον ρόϊ Ραγκού, ρήγαν της Κατελώνιας,ρόις Ραγκού=βασιλιάς Αραγωνίας
να επάρη εις γυναίκαν του τού βασιλέως θυγάτηρ·
εις κάτεργα δύο την έθεκεν μετά τιμής μεγάλης,
καβαλλαροί κι αρχόντισσες μετ᾿ αύτην υπαγαίναν.
§ 178 2480Εκεί ήλθαν κι αποσκάλωσαν στου Ποντικού το κάστρον,
όπου ένι γαρ εις τον Μορέαν, σιμά στην Ανδραβίδα.
Κι ωσάν ήτον το εριζικόν κ᾿ εμέλλετον το πράγμα,
ευρέθη ο μισίρ Ντζεφρές, ο αφέντης του Μορέως,
εκεί πλησίον το λέγουσιν χώρα του Βλιζιρίου.
2485Σπουδαίως μαντάτα του ήφεραν εκείσε εις το κάστρον,σπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
του Ποντικού το λέγουσιν, ούτω γαρ το ονομάζουν,
το πώς αποσκαλώσασιν κάτεργα δύο εκείσεαποσκαλώνω=αποβιβάζομαι
εις τον λιμένα Ποντικού, καθώς το αφηγούμαι,
όπου βαστούν του βασιλέως εκείνου του Ρουμπέρτου
2490την θυγάτηρ, κ᾿ υπάγαιναν στον ρήγαν Κατελώνιας.Κατελώνια=Καταλονία
το ακούσει το ο μισίρ Ντζεφρές σπουδαίως εκείσε απήλθε·
πεζεύγει από το άλογον, στο κάτεργον εσέβην,
και χαιρετά του βασιλέως εκείνου την θυγάτηρ,
παρακαλεί κι αξιώνει την στην γήν να έχη πεζέψει,
2495και να σεβή εις το κάστρον του του να παραδιαβάση,
να αναπαυτή ημέρες δύο, κι απέκει να υπαγαίνη.
Κ᾿ εκείνη, ως ευγενική, με την βουλήν όπου είχεν
επέζεψεν μετά χαράς, εσέβην εις το κάστρον.
§ 179 Εκείνη η μέρα απέρασεν κι άλλη εξημερώνει·
2500τινές από τους ίδιους του και συμβουλάτορές του
λέγουσιν τον μισίρ Ντζεφρέ και συμβουλεύουνέ τον·
«Αφέντη, εσύ ευρίσκεσαι εδώ εις την Ρωμανίαν
κ᾿ έχεις τον τόπον του Μορέως οπου τον αφεντεύεις·
κι αν ου ποιήσης τέκνον σου να τον κληρονομήση,
2505τι σε ωφελούν τα πράγματα και τι τα αγωνιέσαι;
εδώ πούπετε ου βρίσκεται γυναίκα ως διά εσένα·
κι αφότου επρόσταξε ο Θεός κι απέστειλέν την ώδε,
ετούτη όπου ηυρέσκεται του βασιλεως θυγάτηρ,
έπαρε κ᾿ ευλογήσου την, και ποίησε την κυρά μας.ευλογούμαι=παντρεύομαι
2510Κι ο βασιλεύς ο κύρης της πολλάκις κι αν χολιάση
και βαρεθή το τίποτε, πάλε να το αγαπήση».
Τόσα τον αναγκάσασιν και τόσα τον εβίασαν·
κράζει τους φρονιμώτερους όπου είχεν μετ᾿ εκείνον,
βουλήν εζήτησε ολονών να του την έχουν δώσει,
2515κι όλοι αμφοτέρως είπασιν κ᾿ εσυμβουλέψανέ τον·αμφότεροι=άπαντες [εδώ]
«Αφέντη, εμάς αρέσει μας, και ποίσε το ακωλύτως».
Ο ΓΟΔΟΦΡ. Β´ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΝΥΜΦΕΥΕΤΑΙ ΤΗΝ ΠΡΙΓΚΙΠΙΣΣΑΝ ΑΓΝΗΝ ΚΟΥΡΤΕΝΑΙΗ
§ 180 Ο επίσκοπος της Ώλενας εβάσταξε τον λόγον,
κ᾿ εσύντυχεν του βασιλέως εκείνου την θυγάτηρ,
να επάρη τον μισίρ Ντζεφρέ ανήρ και σύμβιόν της·
2520πολλούς τρόπους της έδειξεν φρόνιμους, επιδέξιους,
το πώς εβόλει να γενή η συμθερία εκείνηεβόλει=βόλευε
καλλίον εις τον αφέντην τους παρά στον ρήγα εκείνον
όπου την υπαγαίνασιν εκεί στην Κανελώνιαν.
Τι να σε λέγω τα πολλά ά λάχη να βαρειέσαι;
2525τόσα της είπασιν πολλά, τόσα την αναγκάσαν,
ότι εσυγκατέβηκεν κ᾿ εγένετον ο γάμος·
κι αφότου ευλογήθησαν κ᾿ εποίησαν την χαράν τους,
τα κάτεργα του βασιλέως εστράφησαν στην Πόλιν.
Λεπτομερώς του είπασιν οι καβαλλάροι εκείνοι,
2530όπου ήσαν μέσα εις αυτό το πράγμα όπου εγίνη.
§ 181 Κι ο βασιλεύς το ακούσει το μεγάλως το εβαρύνθη·
αν είχεν γαρ την δύναμιν, να του έπεφτε επιδέξιον,
δείξει το ήθελεν καλά του μισίρ Ντζεφρέ εκείνου,
το πώς το έποικε άσκημον και χωριατίαν μεγάλην
2535την θυγατέρα του να ευλογηθή άνευ θελήματός του·
επεί γαρ τον εμπόδισεν ᾿ς εκείνο όπου εσκόπα,
να ποιήση την συμπεθερίαν και τες συμβίβασές του
μετά τον ρόϊ ντε Ραγού διά να έχη πάλε απ᾿ αύτον
λαόν, φουσσάτα, συμμαχίαν στην μάχην των Ρωμαίων,
2540κ᾿ εδάρτε τον εμπόδισε κ᾿ ηυρέθη απεργωμένος.απεργώνω=εξαπατώ
§ 182 Εκείνος γαρ ο μισίρ Ντζεφρές ο αφέντης του Μορέως,
ως φρόνιμος, διακριτικός, παιδευτικός όπου ήτον,παιδευτικός=έμπειρος
ουδέν εποίκεν άργητα διά να πολυμερήση·
σπουδαίως πιττάκια έγραψεν, μαντατοφόρους στέλνεισπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
2545εκείσε εις τον βασιλέαν όπου ήτον εις την Πόλιν,
παρακαλεί κι αξιώνει τον να του έχη συμπαθήσει
εις εκείνο όπου έποικεν κ᾿ εγίνετον παιδί του·
ουδέν το έποικε εις κακόν, ούτε εις αλαζονείαν,
αλλά έποικέ το εις όρεξιν και καλλονήν μεγάλην,
2550ως άνθρωπος που ευρίσκεται εντός της Ρωμανίας
μακρέα εκ το γενολόγιν του κ᾿ εκ το ιγονικόν του,
κι ουκ ηύρεσκεν ουδέ ποσώς γυναίκαν να έχη επάρει,
ως του έπρεπεν κ᾿ ετύχαινεν προς την ουσίαν όπου είχεν·
θεωρώντα γαρ κ᾿ εβλέποντα το πως κ᾿ εκείνος ήτον
2555απέσω εις την Ρωμανίαν κ᾿ είχε μεγάλες μάχες
μετά το γένος των Ρωμαίων ωσάν κι ο βασιλέας·
κι ουκ είχε αφέντην προεστόν απάνω του να ορίζη·
με το σπαθί του εκέρδισε τον τόπον όπου εκράτει.
Λοιπόν αν θέλη ο βασιλέας τούτο να του έχη ποιήσει
2560εις τρόπον της ανταμοιβής, το πράγμα όπου εποίκεν
κι απήρεν την θυγάτηρ του ομόζυγον γυναίκα·
λίζιος του γαρ να δουλωθή και να κρατή από εκείνονλίζιος=υποτελής
τον τόπον και την αφεντίαν όπου είχεν του Μορέως,
κι αν χρήζη τα φουσσάτα του ομοίως και το κορμί του,
2565όταν ορίζη και χρειαστή, να ένι εις ορισμόν του,
να ένι μετ᾿ αύτον ενομού και να κρατούν την μάχην,
να κουγκεστίζουν τους Ρωμαίους με τα φουσσάτα όπου έχουν.
§ 183 Ακούσων ταύτα ο βασιλεύς εκείνος ο Ρομπέρτος,
ουδέν ηθέλησε ποσώς απόκρισιν να στρέψη
2570έως ου να επάρη γαρ βουλήν μετά τους εδικούς του.
Κράζει τους κεφαλάδες του τους πρώτους της βουλής του.κεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
λεπτώς τους αφηγήσατο και τας γραφάς τους δείχνει,
το ότι του εμήνα ο μισίρ Ντζεφρές εκείνος του Μορέως.
Πολλά γαρ εσυντύχασι, την πράξιν εσιδήραν
2575οι κεφαλάδες ενομού μετά τον βασιλέα.
Ενταύτα οι φρονιμώτεροι είπαν κ᾿ εσυμβουλέψαν,
ότι, αφότου λέγει υπόσχεται ο αφέντης του Μορέως
να γένη λίζιος άνθρωπος του βασιλέως της Πόλης,
τον τόπον του να υποκρατή από τον βασιλέα,
2580να εσμίξουν με τον βασιλέα, ομού να πολεμήσουν
όλους τους αντιδίκους τους ένθα κι αν τους ευρούσιν,
αρκεί και σώζει να γενή ειρήνη και φιλία
ανάμεσα γαρ εις τους δύο αφέντες της Ρωμανίας·
επεί ήτο επιδεξιώτερον αυτή η συμπεθερία,
2585παρά εις τον ρήγαν ντε Ραγγιούν όπου ένι ούτως μακρέα·
αφότου γαρ δουλώνεται και προς τον βασιλέα,
τον τόπον, όπου εκέρδισεν, να τον κρατή απ᾿ αύτον.
Ο ΓΟΔΟΦΡ. Β´ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΨ ΜΟΡΕΩΣ – ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΟΣ
§ 184 Ενταύτα εγίνη απόκρισις προς τον μισίρ ΝτζεφρόεΓοδεφρείδος Β’ Βιλλεαρδουΐνος
ότι να εσμίξουν στην Βλαχίαν, ένωσιν να ποιήσουν,Βλαχία=> Θεσσαλία (κυρίως)
2590κ᾿ εκεί να κατορθώσουσιν να έχουν να διορθώσουν.
Ενταύτα ήλθεν ο βασιλεύς στο κάστρον της Λαρίσσου,
κ᾿ εκείνος ο μισίρ Ντζεφρές ο αφέντης του Μορέως,
από την Θήβα εδιάβηκεν κ᾿ επήρε και μετ᾿ αύτον
εκείνον, όπου αφέντευεν ετότε την Αθήναν,
2595μέγαν κύρην τον έλεγαν, απ᾿ αύτον γαρ εκράτει
τον τόπον και την αφεντίαν που είχε στην Ρωμανίαν,
κι όλους τους φλαμουραρίους, όπου ήσαν στον Μορέαν.
Όλοι με αυτόν εδιάβησαν εκείσε στην Βλαχίαν,
στην Λάρισσον ενώθησαν μετά τον βασιλέα.
§ 185 2600Χαρές μεγάλες έποικαν αφότου γαρ εσμίξαν,
και μετ᾿ εκείνες τες χαρές αμφότεροι εσυντύχαν
και είπαν κ᾿ εδιόρθωσαν ετούτα όπου σε γράφω.
Πρώτα του έδωκε ο βασιλεύς διά δωρεάν και προίκιον
όλην την Δωδεκάνησον, να την κρατή απ᾿ αύτον·Δωδεκάνησα [τότε]= Κυκλάδες
2605δεύτερον τον ετίμησε πρίγκιπα να τον λέγουν·
τρίτον μέγαν δεμέστικον όλης της Ρωμανίας·
και τέταρτον να πολεμή στον τόπον, όπου εκράτει,
το χαραγείο των τορνεσίων, ομοίως των δηνερίων.χαραγείο τορνεσίων=(νομισματοκοπείο)
Άνθρωπος λίζιος εγίνετον του βασιλέως ενταύτα,λίζιος=υποτελής
2610τον τόπον όπου αφέντευεν να τον κρατή από εκείνον.
Κι απαύτου γαρ του έδωκεν εγράφου τα συνήθεια,συνήθεια=σύνολο νομ. Διατάξεων
τα εκράτει ετότε ο βασιλέας ᾿ς όλον του το βασίλειον,
ενώ τα ήτον επάροντα εκείνος ο αδελφός του,
ο Βαλδουίνος ο βασιλεύς τα των Ιεροσολύμων.
§ 186 2615Κι αφότου απεκατέστησεν ετούτα όπου σε λέγω,
απηλογίαν απήρασιν ο είς από τον άλλον·
ο βασιλεύς εδιάβηκεν ολόρθα εις την Πόλιν,
κι ο μισίρ Ντζεφρές εστράφηκεν οπίσω εις τον Μορέαν
με δόξαν και περιχαρίαν διά το έποικεν αγάπην,
2620την ήθελεν κι ωρέγετον και την πολλά επεθύμα.
§ 187 Κι αφότου ήλθε εις τον Μορέαν ο πρίγκιπα Ντζεφρόες
κ᾿ έμαθεν η εξαίρετος εκείνη η γυνή του
η πριγκίπισσα της Αχαΐας, του βασιλέως θυγάτηρ,
– το πώς ισιάστη ο πρίγκιπας μετά τον βασιλέα,
2625πρώτα Θεόν εδόξασε χαράν μεγάλη εποίκεν.
Ενταύτα γαρ ο πρίγκιπας μισίρ Ντζεφρές εκείνος
κράζει τους κεφαλάδες του βουλήν να του έχουν δώσει
το πώς να διάξη και γενή από τα κάστρη εκείνα
όπου εκρατούσαν οι Ρωμαίοι στο πριγκιπάτο ακόμη,
2630την Κόρινθον, Μονοβασίαν, το Άργος και τ᾿ Ανάπλι.
Εν τούτω του απεκρίθησαν οι πρώτοι της βουλής του·
«Εσύ εξεύρεις, αφέντη μου, ότ᾿ οι εκκλησίες κρατούσιν
σιμά το τρίτον του Μορέως, όλου του πριγκιπάτου·
κάθονται κι αναπεύονται, τίποτε ου ψηφούσινου ψηφούσιν=δεν λογαριάζουν
2635την μάχην, όπου έχομεν ημείς με τους Ρωμαίους.
Λοιπόν, αφέντη, λέγομεν και συμβουλεύομέ σε,
να τους καλέσης, με άρματα να έλθουν να μας βοηθήσουν,
Τα κάστρη όπου μας μάχονται να θέλωμεν τα πάρει·
εί τε κι ουδέν το ποιήσουσιν, κράτησον τες προνοίες τους».
2640Κι ο πρίγκιπας, ως το ήκουσεν, μεγάλως το αποδέχτη·
ώρισε κ᾿ εκαλέσαν τους κι απήλθασιν ενταύτα.
Εζήτησέν τους συμμαχίαν, όλοι να του βοηθήσουν,
λαόν, φουσσάτα με άρματα, τον τόπον να φυλάξη,
το κάστρον της Μονοβασίας να το έχη πολεμήσει.
2645Κ᾿ εκείνοι του απεκρίθησαν ότι ουδέν του εχρεωστούσαν,
μόνον τιμήν, προσκύνησιν, ως πρίγκιπας όπου ήτον,
επείν τα είχαν και κρατούν από τον Πάπαν τα είχαν.
Ο πρίγκιπας εχόλιασεν, ώρισε κ᾿ εκρατήσαν
όλους τους τόπους και προνοίες ένθα τες εκρατούσαν.
2650Κι ουδέν ηθέλησεν ποσώς τίποτε γαρ να επάρη
από τα δίκαια των προνοίων ολών των εκκλησίων,
αλλά ώρισε κι αρχάσασι να χτίζουν το Χλουμούτσι·
κ᾿ οι επισκόποι αφώριζαν τον πρίγκιπα αεννάως.
Ο ΓΟΔΟΦΡ. Β´ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΚΤΙΖΕΙ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟΝ ΤΟΥ ΧΛΟΥΜΟΥΤΣΙΟΥ [1221-1223]
Τρεις χρόνους γαρ εκράτησεν ο πρίγκιπας τους τόπους
2655του πριγκιπάτου, σε λαλώ, ολών των εκκλησίων,
έως ου και αποπλήρωσε το κάστρον Χλουμουτσίου·
κι αεννάως τον αφωρίζασιν και πάντας τους πριγκιπάτους.
Κι αφότου το αποπλήρωσεν, ως ήθελεν κι αγάπα,
φρεμενουρίους απέστειλεν και δύο καβαλλαρίουςφρεμενούριος=Φραγκισκανός μοναχός
2660στον Πάπαν τον αγιώτατον, εκείσε εις την Ρώμην,
παραδηλώντα, λέγοντα, το πώς ένι εις την μάχην,
και μάχεται με τους Ρωμαίους εκεί εις την Ρωμάνιαν.
Εις τούτο επαρακάλεσε τες εκκλησίες όπου είναι
μητροπολίτες κι αρχιερείς, το Τέμπλο κι ΟσπιτάλινΤέμπλο=τάγμα Ναϊτών
2665να του βοηθήσουν καν ποσώς στην μάχην όπου είχενΟσπιτάλι=τάγμα Αγίου Ιωάννη
Κ᾿ εκείνοι ουκ ηθελήσασιν ποσώς να του βοηθήσουν·
έβαλεν και εκράτησαν τους τόπους και προνοίες,
όπου είχαν κ᾿ εκρατούσασιν ᾿ς όλον το πριγκιπάτο,
κι ουδέν ηθέλησε τριχός τίποτε να έχη επάρει
2670από τα τέλη και δουλείες ολών των εκκλησίων,
αλλά έβαλεν κ᾿ εχτίσασιν κάστρον αφιρωμένον,
όπου φυλάττει τον γιαλόν και του Μορέως λιμιώνα.
Πολλάκις, αν εχάσασιν οι Φράγκοι τον Μορέαν,
μετά του κάστρου εκεινού τον ήθελαν κερδίσει.
2675Διά τούτο σε παρακαλεί, ως αγιώτατον Πάπαν,
του να έχη την αγάπην σου και να του συμπαθήσης,
επεί αν επήραν οι Ρωμαίοι τον τόπον του Μορέως,
ουδέν αφήναν καν ποσώς τες εκκλησίες των Φράγκων».
Κι ο Πάπας ο αγιώτατος, ως το επληροφορέθη,
2680συμπάθειον έστειλεν ευθέως τον πρίγκιπα Ντζεφρόε.
Αφότου είδε ο πρίγκιπας του Πάπα την συμπάθειον,
χαράς μεγάλας έποικεν και τον Θεόν δοξάζει.
Απαύτου γαρ εμήνυσε να έλθη ο μητροπολίτης,
εκείνος όπου λέγουσι ο της Παλαίας Πάτρας,σκαμνί [εδώ]= έδρα
2685ωσαύτως και οι επίσκοποι όπου είναι του σκαμνίου του,Οσπιταλίου=τάγματος Αγ.Ιωάννη
ο κομεντούρης του Τεμπλίου, αυτός του Οσπιταλίου.κομεντούρης=διοικητής
Τον ορισμόν τους έδειξεν, του Πάπα την συμπάθειον·Τεμπλίου=τάγματος Ναϊτών
κ᾿ ενταύθα ώρισε κ᾿ έστρεψαν τους τόπους όπου εκράτει,
και μετά τούτο τους καλεί φρόνιμα, μετ᾿ ειρήνης·
2690«Πατέρες, ετούτο όπου έποικα κι απήρα τες προνοίες σας,
ουδέν σας φταίω, μά τον Χριστόν, εσείς το φταίτε πλέον,
επεί έπρεπε να το εξεύρετε και να το εγροικάτε,
ότι αν επήραν οι Ρωμαίοι –ο Θεός να μη το δώση,–
τους τόπους όπου έχομεν εδώ εις την Ρωμανίαν,Ρωμανία=δυτική Βυζαντινή επικράτεια
2695ουδέν αφήναν γαρ εσάς διατί είστε της εκκλησίας
του να κρατήτε εδώ προνοίες και να έχετε προβέντες·προβέντα=πρόοδος
αλλ᾿ ούτως σας ηθέλασιν φονέψει κι ακληρήσει,
ωσάν κ᾿ εμάς τους κοσμικούς όπου είμεθα στρατιώτες.
Λοιπόν εγώ ουδέν ζητώ, ουδέ με δίκαιον πρέπει
2700να πολεμήτε γαρνιζούν ωσάν οι προνοιατόροιγαρνιζούν=συνοριακή φρουρά
ει δε εις άλλες αφορμές, διά φύλαξιν του τόπου,προνοιατόροι=φεουδάρχες
διά συμμαχίαν κάστρου τινός όπου ένι ασεντζισμένο,ασεντζίζω=πολιορκώ
από τους αντιδίκους μας, πρέπει να μας βοηθάτε,
ωσαύτως εις φουσσάτεμα ν᾿ απέλθωμεν διά κούρσο.
2705Κ᾿ εις άλλες γαρ υπόθεσες διά συμμαχίαν του τόπου,
πρέπει να είμεθε ενομού τον τόπον μας φυλάττειν,
επείν εσείς δίχως εμάς τίποτε ου χρηματείτε.χρηματείτε=αξίζετε
Εγώ γαρ αν εκράτησα της εκκλησίας τους τόπους,
ουδέν επήρα τίποτε να λάβω εις διάφορόν μου·
2710κάστρον, θεωρείτε, έποικα διά σωτηρίαν του τόπου,
διά εσάς κ᾿ εμάς το έποικα να ένι κλειδίν του τόπου.
Πολλάκις αν εχάσαμεν τον τόπον του Μορέως,
από το κάστρον Χλουμουτσίου τον θέλομεν κερδίσει.
Εν τούτω σας παρακαλώ ως εκκλησίας πατέρες,
2715ας έχω την συμπάθειον σας ωσάν κι από τον Πάπαν,
κι από του νυν και έμπροσθεν ας έχωμεν ομοτόνιον·ομοτόνιο=ομόνοια
συντρέχετέ με εις άρματα, ως πρέπει και αρμόζει,
κ᾿ εγώ πάλε να σας βοηθώ απ᾿ όσον κάμνει χρείαν».
Ενταύτα εσυμπαθήστησαν κ᾿ εποίησαν αγάπην,
2720κ᾿ ετάξασιν από του νυν να είναι εις θέλημά του,
ΘΑΝΑΤΟΣ ΓΟΔΟΦΡΕΙΔΟΥ Β´ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΥ [1246]
§ 188 Αφότου γαρ εγένετον ετούτο όπου σας είπα,
αυτός ο πρίγκιπας Ντζεφρές ουδέν είχεν την χάριν,
να ποιήση τέκνον τίποτε ν᾿ αφήκη κληρονόμον.
Ωσάν ένι το φυσικόν στο γένος των ανθρώπων,
2725κι όσοι γεννούνται οφείλουσιν θάνατον ν᾿ αποθάνουν,
έπεσεν γαρ ο πρίγκιπας εις ζάλην του θανάτου.
Κι ως το είδε γαρ κ᾿ εννοήσε το ότι αποθάνει θέλει,
τον αδελφόν του έκραξε, εκείνον τον Γυλιάμο,
και λέγει ούτως προς αυτόν, φιλοπαρακαλεί τον·
2730«Αδέλφι μου γλυκύτατον, αδέλφι μου ηγαπημένο,
εγώ αποδάρτε επλήρωσα τα έτη της ζωής μου
κ᾿ εσύ απομένεις απ᾿ εμού αφέντης κληρονόμος
εις όσα γαρ εκέρδισε ο αφέντης και πατήρ μας,
με βίαν και μόχθον δυνατόν, το ξεύρουσιν οι πάντες.
2735Λοιπόν, αδελφέ μου αγαπητέ, εγώ είχα εις τον νουν μου
να οικοδομήσω εκκλησίαν, να ποιήσω μοναστήρι,
να βάλω το άγιον λείψανον του αφέντου του πατρός μας,
κι ουδέν το εκατευόδωσα από τες αμαρτίες μου.
Διά τούτο σε παρακαλώ, αξιώνω και φορτώνω,
2740αφών ουδέν ημπόρεσα να το κατευοδώσω,
ποίησέ το, αδελφούτσικε, να έχης την ευχήν του,
εκείνου του πολυπαθή του αφέντη και πατρός μας·
κι ας βάλουσιν το λείψανον εκείσε εις το κιβούρινκιβούρι=τάφος
κι απαύτου πάλε ας βάλουσιν πλησίον το εδικόν μου.
2745Και διόρθωσε, καλέ αδελφέ, να έχη το μοναστήρι,
ψάλτες γαρ και λειτουργούς, να έχουν την ζωήν τους,
διά να μας μνημονεύουσιν εις αιώνας αιώνων.
Και μετά τούτο αδελφέ, λέγω και συμβουλεύω,
να επάρης γαρ γυναίκα σου να ένι ομόζυγή σου,
2750όπως να ποίσης μετ᾿ αυτήν τέκνα και κληρονόμους
διά να κληρονομήσουσιν τον κόπον του πατρός μας».
Αφότου γαρ εδιόρθωσεν ο πρίγκιπας ΝτζεφρόηςΓοδεφρείδος Β’ Βιλλεαρδουΐνος
τα πάντα όλα όπου έπρεπεν ως φρόνιμος διορθώσει,
το πνεύμα του επαρέδωκεν, κι απήραν το οι αγγέλοι·
2755κι όσοι το ακούετε, λέγετε· Θεός του συμπαθήση.
 
Ο ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΑΝΑΚΗΡΥΣΣΕΤΑΙ ΠΡΙΓΚΙΨ [1246]
§ 189 Ενταύτα γαρ οι αρχιερείς κ᾿ οι φλαμουριάροι όλοι
εστέψασιν διά πρίγκιπα εκείνον τον Γυλιάμο,Γουλιέλμος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
τον αδελφόν του πρίγκιπος εκείνου του Ντζεφρόη.
όστις και γαρ εξέβηκεν άνθρωπος επιδέξιος,
2760φρόνιμος και κοπιαστής εις όλους τους ανθρώπους,
όπου να εγεννήθησαν εις μέρη Ρωμανίας·
και ήτον και φιλάνθρωπος, οι πάντες τον αγαπούσαν.
Κι αφότου επαράλαβε την αφεντίαν του τόπου,
ηύρεν ότι εκρατούσασιν ακόμη οι Ρωμαίοι
2765το κάστρον της Μονοβασίας κ᾿ εκείνο της Κορίνθου,
ωσαύτως γαρ του Αναπλίου που ένι πλησίον του Άργου,
τα όποια κάστρη είχασιν τους πρώτους γαρ λιμιώνες,
όπου έρχονταν τα πλευτικά του βασιλέως Ρωμαίων,πλευτικά=καράβια
κ᾿ ηφέρνασιν σωτάρχισιν κι ανθρώπους των αρμάτων.
ΕΠΙΖΗΤΕΙ ΤΗΝ ΟΛΟΣΧΕΡΗ ΚΑΤΟΧΗΝ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ
§ 190 2770Ιδών ετούτο ο πρίγκιπας μεγάλως το εβαρύνθη,
λέγας γαρ ότι εάν ουδέν έχη τα κάστρη εκείνα,
ουδέν πρέπει να τον λαλούν πρίγκιπα του Μορέως.
Εν τούτω ατός του εσκόπησεν ως φρόνιμος όπου ήτον,
κ᾿ εζήτησεν κι αλλών βουλήν κ᾿ ισιάστησαν μετ᾿ αύτον·
2775ότι αν ουκ έχη πλευτικά την θάλασσαν κρατήσει,
να μη έρχεται σωτάρχισις εις τα ειρημένα κάστρη,
ποτέ ου κυριεύσει τα ουδέ κερδίσει τα έχει.
Μαντατοφόρους έστειλεν στον δούκαν Βενετίας
κ᾿ ισιάστησαν με το Κουμού εις τέτοιες συμφωνίες·κουμού=Ανώτ. Συμβούλιο (Comùn)
2780του να του δώση το Κουμού έως ότου να κερδίση
το κάστρον της Μονοβασίας κ᾿ εκείνο το Ανάπλι,
τέσσαρα κάτεργα καλά με την αρμάτωσίν τους·
κ᾿ εκείνος να δώση του Κουμού το κάστρον της Κορώνης
με τα χωρία, περιοχήν ομού με την Μεθώνην,
2785να τα έχη εις κληρονομίαν το Κουμού της Βενετίας·
κι απαύτου γαρ και έμπροστεν κερδίζοντα τα κάστρη,
να δίδη πάντα η Βενετία διά φύλαξιν του τόπου
κάτεργα δύο και μοναχά, να έχουσι τον λαόν τους·
κι ο πρίγκιπας να εκπληρή την έξοδόν τους όλην,
2790το λέγουσιν πανάτικα, άνευ της ρόγας μόνης.πανάτικα=έξοδα διατροφής πληρωμάτων
§ 191 Και ούτως ωσάν εδιόρθωσεν ο πρίγκιπας ετούτο,ρόγα=μισθός μισθοφόρου
εδιόρθωσε του να γενή το σέντζιον της Κορίνθου.σέντζιο=πολιορκία
Ενταύτα ορίζει, γράφουσιν των Αθηνών του αφέντου,
Μέγαν Κύρην τον έλεγαν εκείνον τον αφέντην,
2795ν᾿ απέρχεται εις βοήθειαν στο σέντζο της Κορίνθου.
Απαύτου γαρ απέστειλεν στον δούκα της Νηξίας,
στους τρεις αφέντες του Εύριπου κ᾿ εις όλους των νησίων,
να έλθουν μετά δύναμης αρμάτων και φουσσάτων·
κι αφότου απεσώσασιν εκείσε εις τα φουσσάτα,
2800εδιόρθωσεν, ο πρίγκιπας τον παρακαθισμόν τους.παρακαθισμός=πολιορκία
§ 192 Λοιπόν, διατί ένι το βουνί του κάστρου της Κορίνθου
πλατύ και μέγα, φοβερόν, κι απάνω ένι το κάστρον,
ευρίσκεται προς μεσημβρίαν του εκεινού του κάστρου
οκάτι ένα βουνόπουλον, τραχώνι γαρ με σπήλαιον.τραχώνι=απόκρημνος βράχος
2805Κι ορίζει ενταύτα ο πρίγκιπας κι απάνω έχτισε κάστρον,
Μούντ᾿ Εσκουβέ το ωνόμασαν, ούτως το κράζουν πάλε·[λάθος Χρονικού-είχε κτιστεί νωρίτερα]
κι από την άλλην γαρ μερέαν, το λέγουσιν προς άρκτον,
ο Μέγας Κύρης έποικεν κάστρο εδικό του εκείσε.
Εβάλασιν σωτάρχισιν, σκουταροτζαγρατόρους.
§ 193 2810Και τόσα τους εστένεψαν τους Κορινθαίους ενταύτα,
ότι ποσώς ουκ είχαν απάδειαν ξύλο κανέν να εμπάσουν,
ουδέ σωτάρχιση καμμία να τους εμπή ποθόθεν·
μόνι το ύδωρ το πολύ των βρύσων και πηγάδων,
όπου είναι απάνω στο βουνί απέσω εις το κάστρον,
2815αυτόνο είχασι πολύ, και ποίος να τους το επάρη.
§ 194 Λοιπόν, αν ήθελα λεπτώς να σε τα έγραψα όλα
όσα και γαρ εγίνησαν στο σέντζο της Κορίνθου,σέντζιο=πολιορκία
πολλά ηθέλαν βαρεθή εκείνοι όπου το ακούσιν.
Αλλά εκ την στένεψιν την πολλήν που είδαν εκείνοι οι απέσω,
2820ότι ποθέν ουκ ημπορούν να έχουσι βοήθειαν,
έπεσαν εις συμβίβασιν κ᾿ εδώκασιν το κάστρον,
μεθ᾿ όρκου γαρ και συμφωνίες, να έχουν τες προνοίες τους,
καθώς κ᾿ οι έτεροι Ρωμαίοι του πριγκιπάτου όλου.
§ 195 Αφότου γαρ εκέρδισεν ο πρίγκιπας Γυλιάμος
2825το κάστρον το βασιλικόν, εκείνο της Κορίνθου,
ώρισε και εβάλασιν σωτάρχισιν μεγάλην
από λαού και άρματα, ως έπρεπεν κι αρμόζει.
Κ᾿ ενταύτα κράζει πρότερον αρχή του Μέγαν Κύρην,
και μετά ταύτα άπαντας, όλους τους κεφαλάδες,κεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
2830και ούτως είπε προς αυτούς μετά μεγάλης γνώμης.
«Συντρόφοι, φίλοι κι αδελφοί, πρέπει να ευχαριστούμεν
πρώτα την δόξαν του Θεού, δεύτερον της Θεοτόκου,
την χάριν, την μας έδωκε κ᾿ έχομεν κερδεμένον
το κάλλιον μέρος του Μορέως, ολίγον γαρ μας λείπει·
2835το κάστρον γαρ του Αναπλίου και της Μονοβασίας,
αυτά τα δύο μας λείπουσιν και λέγω, ότι, αν σας φαίνη,
εδώ που ευρίσκεστε ενομού, ας έχωμεν συντύχει,
βουλή ας έχωμε αμφότεροι με τι τρόπον και στράταν
να πολεμήσωμεν και αυτά να τα έχωμεν κερδίσει».
§ 196 2840Εν τούτω οι φρονιμώτεροι είπαν και αφιρώσαν·
«Ότι αφότου ευρίσκονται αμφότερα τα κάστρη
εις ακρωτήριν του γιαλού και έχουσιν λιμιώνα,
πρέπει να τα σεντζίσωμεν της γης και της θαλάσσης».σεντζίζω=πολιορκώ
§ 197 Ενταύτα καθεζόμενοι εις την βουλήν εκείνην,
2845μαντάτα ηφέρασιν εκεί του πρίγκιπα Γυλιάμου,
οι αποκρισάροι εστράφησαν από την Βενετίαναποκρισάρης=απεσταλμένος
κ᾿ ηφέρασιν τες συμφωνίες, ούτως ωσάν εζήτει
ο πρίγκιπας ολοστινώς, ως ήθελεν κι αγάπα·ολοστινός=ολόκληρος
τα κάτεργα τα τέσσαρα ήλθαν εις την Κορώνην.
2850Το ακούσει το ο πρίγκιπας, μεγάλως γαρ το εχάρη,
ωσαύτως το αποδέχτησαν κ᾿ οι κεφαλάδες όλοι.
Με την βουλήν ο πρίγκιπας κράζει τους Βενετίκους
εκείνους όπου ηφέρασιν τες συμφωνίες εκείνες.
Καβαλλάριν απέστειλεν εκείσε εις την Κορώνην·
2855το κάστρον επαράδωκεν να το έχουν οι Βενετίκοι
με όλην την διακράτησιν μέχρι κρατεί η Μεθώνη·
όσα χωρία κι αν ήσασιν τα εκράτει ετότε η κούρτη,
να τα έχη και νομεύεται της Βενετίας ο δούκας,
άνευ των τόπων και προνοιών, τα έχουν οι προνοιατόροι.
§ 198 2860Κι αφότου επαράλαβαν ετότε οι Βενετίκοι
το κάστρον, την περιοχήν, τα μέρη της Κορώνης,
απήλθασιν τα κάτεργα ολόρθα εις το Ανάπλι·
το κάστρον εσεντζίσασιν εκ μέρους της θαλάσσης,σεντζίζω=πολιορκώ
κι ο πρίγκιπας εκ την στερεάν με τα φουσσάτα του όλα.
2865Το καλοκαίρι επέρασεν, ο χειμώνας εισήλθεν,
κακείσε εξεχειμάσασιν της γης και της θαλάσσης.
Κι ως ήλθε ο δεύτερος καιρός, ήλθε το καλοκαίριν,
κ᾿ είδαν το κάστρον του Αναπλίου το πώς ένι κλεισμένον
κι ουκ είχαν τίποτε ποσώς καμμίαν βοήθειαν να έλθη,
2870εποίησαν συμβίβασιν κ᾿ εδώκασιν το κάστρον.[λάθος Χρονικού-είχε συμβεί νωρίτερα]
Το Ανάπλι γαρ ευρίσκετον κάστρον εις δύο τραχώνια·
§ 199 Εν τούτω εσυμβιβάστησαν να δώσουσιν το πρώτον.
και το άλλο το αχαμνότερον να το κρατούν οι Ρωμαίοι·
μεθ᾿ όρκου και προστάγματα τες συμφωνίες εποίκαν.
§ 200 2875Κι αφότου επαράλαβεν ο πρίγκιπας το Ανάπλι,
με προθυμίαν το εχάρισεν τότε τον Μέγαν Κύρην,
να το έχη εις κληρονομίαν εκείνο και το Άργος.
Την χάριν, όπου εχάρισεν ο πρίγκιπας, το Ανάπλι
κ᾿ είθ᾿ ούτως το Άργος ενομού τότε τον Μέγαν Κύρην,
2880ήτον διά την συνδρομήν όπου έποικεν ετότε
ο Μέγας Κύρης, σε λαλώ, στο πιάσμα της Κορίνθου,
ωσαύτως διατό απάντεχεν ο πρίγκιπας μετ᾿ αύτον
να του βοηθήση εις τον πιασμόν κάστρου Μονοβασίας.
§ 201 Λοιπόν, αφότου επιάσασιν το κάστρον του Αναπλίου,
2885ο πρίγκιπας εδιάβηκεν μετά τον Μέγαν Κύρην·
κι απέκει απεχωρίστησαν, κ᾿ εδιάβη ο Μέγας Κύρης
ολόρθα εκεί στην χώραν του, την λέγουσιν γαρ Θήβαν,
κι ο πρίγκιπας εδιάβηκεν στα μέρη του Μορέως.
§ 202 Κι αφότου επέρασε ο καιρός, τον λέγουσιν χειμώνα,
2890μαντατοφόρους έστειλεν ο πρίγκιπα Γυλιάμος·
και γράφει και παρακαλεί πρώτα τον Μέγαν Κύρην,
τους τρεις αφέντες του Εύριπου, τον δούκαν της Νηξίας,
και όλους γαρ τους έτερους αφέντες των νησίων,
τον κόντον της Κεφαλλονίας κι όλους τους κεφαλάδες
2895του πριγκιπάτου του Μορέως, μικρούς τε και μεγάλους,
να έρχωνται με άρματα, με σωταρχία μεγάλην·σωταρχία=εφόδια
στο κάστρον της Μονοβασίας βούλεται να απέλθη·
διατό ένι απολέμητον, παρακαθίσει το έχειπαρακαθίζω=πολιορκώ
της γης γαρ και της θάλασσας, βούλεται να έχη βάλλει
2900φύλαξιν, παρακαθισμόν έως ου να το έχη επάρει.
Κι αφότου άνοιξε ο καιρός από τον μάρτιον μήναν,
καταπαντόθεν ήλθασιν εκείνα τα φουσσάτα·
εις τα λιβάδια του Νικλίου, εκείσε εις τους κάμπους
εγίνετον η σώρεψις εκείνων των φουσσάτων,
2905κι απέκει ολόρθα εδιάβησαν εις την Μονοβασίαν.Μονοβασία=Μονεμβασιά
ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΙΣ ΤΗΣ ΜΟΝΕΜΒΑΣΙΑΣ
§ 203 Τα κάτεργα τα τέσσαρα ήλθαν των Βενετίκων
κ᾿ εστήκαν από τον αιγιαλόν, την θάλασσαν επιάσαν·
εδιόρθωσεν ο πρίγκιπας τον παρακαθισμόν του·
με τέτοιον τρόπον κι αφορμήν την επαρακαθίσαν
2910ετότε την Μονοβασίαν, ως το κλουβί το αηδόνι.
Εκείνοι της Μονοβασίας όπου έξευραν το κάστρον,
ότι έρχετον ο πρίγκιπας να τους παρακαθίση,
εποίκαν την σωτάρχειον τους προς την ουσίαν όπου είχαν,σωτάρχειον=εφοδιασμός
και εις ψήφον ουκ είχασιν τα φράγκικα φουσσάτα,εις ψήφον ουκ είχασι=δεν λογάριαζαν
2915έχοντα γαρ τον λογισμόν μικρόν, να έχουσιν αργήσει
εκεί εις τον παρακαθισμόν όπου τους εποιήσαν.
§ 204 Ο πρίγκιπας γαρ εβλέποντας την τόση αλαζονείαν,
από χολής του και θυμού ώμοσε εις το σπαθί του,
ποτέ του απέκει μη διαβή έως ου το κάστρο επάρη.
2920Τα τριπουτσέτα ώρισεν κ᾿ εστήσασιν καν τρία.τριπουτσέτο=καταπέλτης
κ᾿ ερρίχτασιν αδιάλειπα, ημέραν γαρ και νύχτα·
τα οσπίτια εχαλάσασιν κι ανθρώπους εφονέψαν.
Τι να σε λέγω τα πολλά και πότε να τα γράφω,
τα όσα εποίησε ο πρίγκιπας εις την Μονοβασίαν,
2925και πάλε πώς εδιάγασιν οι Μονοβασιώτες;
αλλά διά συντομώτερον και να σας το κοντέψω,
καθώς τον όρκον έποικεν ο πρίγκιπας ετότε,
ότι ποτέ του ου μη απελθούν εκ την ΜονοβασίανΜονοβασία=Μονεμβασιά
έως ου να επάρη το βουνί, ωσαύτως και το κάστρον.
§ 205 2930Εν τούτω αργήσασιν εκεί τρεις χρόνους γαρ και πλέον·
εκείνοι της Μονοβασίας, ουκ είχαν τι να φάγουν,
εφάγασιν τους ποντικούς ομοίως και τα κατσία·
ουκ είχαν πλέον το τι να φάουν, μόνον και τα κορμιά τους.
Κι ως είδαν την στενοχωρίαν, τον θάνατον εμπρός τους,
2935βουλήν απήραν ενομού του να έχουν προσκυνήσει.
Συμβίβασιν εζήτησαν του πρίγκιπα Γυλιάμου·
να είναι πάντοτες αυτού με την κληρονομίαν τους
Φράγκοι εγκουσάτοι ενομού μετά τα πράγματά τους,
να μη χρεωστούσιν δούλεψιν άνευ τα πλευτικά τους,
2940έχοντα γαρ την ρόγαν τους και την φιλοτιμίαν τους.φιλοτιμία=μπόνους
Ο πρίγκιπας τους έποικεν εγράφως βουλλωμένες
τες συμφωνίες κ᾿ υπόθεσες όπου του εζητήσαν·
και όσον επαράλαβαν τα ορκωμοτικά τους,
τρεις άρχοντες απ᾿ εκεινούς απήραν τα κλειδία
2945του κάστρου της Μονοβασίας, του πρίγκιπος τα ηφέραν·
ο ένας ήτον Μαμωνάς, ο άλλος Δαιμονογιάννης,
ο τρίτος ήτον Σοφιανός, ούτως τον ωνομάζαν.
Αυτές ήσαν οι τρεις γενεές κ᾿ οι ευγενικώτεροί τους
όπου ήσαν στην Μονοβασίαν κ᾿ είναι ακόμη εκείσε·
2950τον πρίγκιπαν επροσκύνησαν, καλά τους αποδέχτη
ως φρόνιμος, διακριτικός όπου ήτον εις τους πάντας·
γλυκία τους αναδέχτηκεν, μετά τιμής μεγάλης,
ευεργεσίαν τους έποικεν άλογα και φαρία,φαρία=πολεμικά άλογα
και ρούχα γαρ ολόχρυσα, σκαρελέτα μετά εκείνα,
2955επρόνοιασέ τους αλλά δή στα μέρη των Βατίκων.πρόνοιασε=έδωσε φέουδα
Κι αφότου επαράλαβεν ο πρίγκιπας Γυλιάμος
το κάστρον της Μονοβασίας, το εξάκουστον εκείνο,
σωτάρχειον έβαλεν πολλήν, ανθρώπους των αρμάτων,σωτάρχειον=εφοδιασμός
και άρματα και διοίκησες, ως έπρεπε να έχη.
2960Ακούσων γαρ τα εξέχωρα, τα μέρη των Βατίκων,
κ᾿ εκείνοι από την Τσακωνίαν που ήσαν ροβολεμένοι,ροβολεμένοι=επαναστατημένοι
ότι αυτή επροσκύνησε τον πρίγκιπα Γυλιάμον,
ολοδρομαίως ερχόντησαν κ᾿ επροσκυνούσανέ τον·
κι ο πρίγκιπας, ως φρόνιμος, όλους τους εχαιρέτα,
2965γλυκία τους αναδέχετον προς την ουσίαν όπου είχαν.
Και όσον εκατέστησεν ο πρίγκιπας Γυλιάμος
το κάστρον της Μονοβασίας και τα των περιχώρων,
ώρισεν κι απηλόγιασαν όλα του τα φουσσάτα,απηλογιάζω=απολύω
ωσαύτως και τα κάτεργα που ήσαν της Βενετίας,
2970και μετά ταύτα εστράφηκεν στην Λακοδαιμονίαν.
Τους κεφαλάδες έκραξε βουλήν να του έχουν δώσει,
κ᾿ εκείνοι του απεκρίθησαν κ᾿ εσυμβουλέψανέ τον,
διατί εκοπίασαν πολλά της γης και της θαλάσσης,
– χρόνους τρεις όπου εστάθησαν εις την Μονοβασίαν –
2975να έχουσιν απηλογίαν μικροί τε και μεγάλοι,
να απέρχωνται εις τα οσπίτια τους διά να καλοπαθήσουν·
κι ο πρίγκιπας μετ᾿ εκεινούς όπου ήσαν φαμελία του,
να είναι στην Λακοδαιμονίαν, να έχη εξεχειμάσει.
Ενταύτα εμισσέψασιν μικροί τε και μεγάλοι
2980κ᾿ ενέμεινεν ο πρίγκηπας, ωσάν σε το αφηγούμαι,
κι ούτως εκαβαλλίκευεν μετά την φαμελίαν του,
και επερπάτει εκ τα χωρία του μέρου της Μονοβασίας,
στο Έλεος κ᾿ εις τον Πασσαβάν κ᾿ εις τους εκείσε τόπους·Έλεος=>Έλος Λακωνίας
μετά χαράς απέρχετον κι απέρνα τον καιρόν του.
2985Κι όσον εγύρεψεν καλά τα μέρη εκείνα όλα,
ηύρεν βουνί παράξενον, απόκομμα εις όρος,παράξενο=εξαιρετικό
απάνω της Λακοδαιμονίας κανένα μίλιν πλέον.
ΚΤΙΖΕΙ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟΝ ΤΟΥ ΜΥΣΤΡΑ
Διατί του άρεσεν πολλά να ποιήση δυναμάριν,δυναμάρι=κάστρο, οχυρό
ώρισε απέξω στο βουνί κ᾿ εχτίσαν ένα κάστρον,
2990και Μυζηθράν τ᾿ ωνόμασεν, διατί το εκράζαν ούτως·Μυζηθράς=>Μυστράς
λαμπρόν κάστρον το έποικεν και μέγα δυναμάριν.
Λοιπόν, διατί τον είπασιν οι άνθρωποι του τόπου,
ότι ο ζυγός των Μελιγών ένι γαρ δρόγγος μέγας
κ᾿ έχει κλεισούρες δυνατές και χώρες γαρ μεγάλες,
2995ανθρώπους αλαζονικούς κι ου σέβονται αφέντην·
εκατασκόπησεν πολλά το πώς να τους κυριέψη.
Εν τούτω είπεν προς αυτόν και η βουλή όπου είχεν,
ότι, αφότου εγένετον του Μυζηθρά το κάστρον,
και ένι απάνω εις τον ζυγόν, του Μελιγού τον δρόγγον,
3000να ποιήση κι άλλον γύρωθεν εκείνων των βουνίων,
όπως να κυριέψουσιν εκείνους γαρ τους τόπους.
ΚΤΙΖΕΙ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟΝ ΤΗΣ ΜΑΪΝΗΣ
Εν τούτω εκαβαλλίκεψεν ο πρίγκιπας ατός του,
καθώς τον εσυμβούλεψαν οι άνθρωποι του τόπου,
κ᾿ επέρασε τον Πασσαβάν κ᾿ εδιάβη εις την Μάϊνην·
3005εκεί ηύρεν σπήλαιον φοβερόν εις ακριοτήρι απάνω.
Διατί του άρεσεν πολλά, εποίησεν ένα κάστρον
και Μάϊνην το ωνόμασε, ούτως το λέγουν πάλιν.
Κι ωσάν είδαν οι άρχοντες κ᾿ οι αρχηγοί του δρόγγου
το πώς οι Φράγκοι εποιήσασιν εκείνα τα δύο κάστρη,
3010βουλήν επήραν ενομού το πώς να θέλουν διάξει.
Εν τούτω ελέγαν οι αρχηγοί όπου είχαν και το πλούτος,
ότι να στήκουν αφιρά παρά να δουλωθούσιν.
Οι δε, το πλήθος του λαού και το κοινόν το όλον,
είπαν κι εδώκασιν βουλήν του να έχουν προσκυνήσει,
3015μόνι να έχουσιν τιμήν, δεσποτικά μη κάμουν,δεσποτικά=υποχρεωτική εργασία
ωσάν να κάμνουν τα χωρία όπου είναι εις τους κάμπους·
«επείν αφών εγίνησαν αυτά τα δύο κάστρη,
κι ουδέν απάδειαν έχομεν, ωσάν μας αποκλείσουν,απάδεια=ευχέρεια
εις κάμπους κατεβαίνωμεν, να κάμνωμεν να ζούμεν,
3020ουδέν έχομε δύναμιν να ζούμε εις τα όρη».
Ιδόντα γαρ οι άρχοντες κι᾿ οι αρχηγοί του δρόγγου
πώς το κοινόν ηθέλασιν του να έχουν προσκυνήσει,
ουκ είχασι το ποιήσει αλλέως, κ᾿ επέσασιν εις δρόμον.
§ 205 Μαντατοφόρους έστειλαν στον πρίγκιπα Γυλιάμον,
3025συμβίβασιν εζήτησαν του να έχουσιν εγκούσιον,εγκούσιον=προνόμιο, απαλλαγή
τέλος ούτε δεσποτικόν να ποιήσουσι ποτέ τους,
καθώς ουδέν το έποικαν ποτέ τους οι γονείς τους·
προσκύνημα να δίδουσιν, δουλείαν των αρμάτων,
ώσπερ το επολεμούσασιν ομοίως του βασιλέως.
3030Τες συμφωνίες εστερέωσεν ο πρίγκιπα Γυλιάμος,
εγράφως τους τες έποικεν με κρεμαστές τες βούλες.
ΚΤΙΖΕΙ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ ΤΟΥ ΛΕΥΤΡΟΥ
§ 207 Κι αφότου επροσκύνησεν του Μελιγού ο δρόγγος,
τινές απ᾿ αύτους είπασιν του πρίγκιπα Γυλιάμου,
ότι αν θέλη να έχη τον ζυγόν όλον στο θέλημάν του,
3035να ποιήση κάστρο εις τον αιγιαλόν πλησίον της Γιστέρνας.=> το «περί την Kινστέρναν θέμα»
Κι ο πρίγκιπας του επίστεψεν εκεινού όπου το είπεν·
ώρισε γαρ κ᾿ εχτίσαν το και Λεύτρο το ωνομάσαν.Λεύτρο=> στη Στούπα Μεσσηνίας
Κι αφότου γαρ εχτίστησαν τα κάστρη όπου σε είπα,
το Λεύτρον γαρ κι ο Μυζηθράς και της παλαίας Μαΐνης,Μυζηθράς=>Μυστράς
3040εδούλωσε τα Σκλάβικα κ᾿ είχεν τα εις θέλημάν του,Σκλάβικα=περιοχή Μελιγγών (Σλάβοι)
και περιεπάτει, εχαίρετον από όλον το πριγκιπάτο,
ωσάν το εκατακύριεψεν και αφεντέψε το όλον.
§ 208 Εν τούτω θέλω από του νυν να πάψω και να λέγω
περί του πρίγκιπα Αχαΐας εκείνου του Γυλιάμου,
3045και θέλω να σε αφηγηθώ περί του βασιλέως
κυρ Θεοδώρου του Λάσκαρη, του βασιλέως Ρωμαίων,Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρης
όπου ήτον στην Ανατολήν τους χρόνους γαρ εκείνους,
διατί στην Πόλην ευρίσκετον φράγκος γαρ βασιλέας
και Παντουήν τον έλεγαν, ούτως τον ωνομάζαν.Βαλδουίνος Β’ (Λατίνος αυτοκρ. Κ/Π)
§ 209 3050Καθώς ακούσετε εδώ οπίσω εις το βιβλίον,
το πώς εκείνους τους καιρούς όπου ήτον βασιλέας
κυρ Θεόδωρος ο Λάσκαρης εις τους Ρωμαίους απάνω·
και ήλθε τον ο θάνατος κι αφήκεν τον υιόν του,Ιωάννης Δ’ Βατάτζης
όπου ήτο ανήλικον παιδί, να το αναθρέφη εκείνος,
3055κυρ Μιχαήλ τον έλεγαν, ο μέγας Παλαιολόγος,Μιχαήλ Η’ Παλαιολόγος
διατί ήτον ο πρωτότερος άρχων της Ρωμανίας.
Κ᾿ εκείνος, ως ηθέλησεν να ποιήση αμαρτίαν,
έπνιξεν κ᾿ εθανάτωσε τον αφεντόπουλόν του
κ᾿ εκράτησεν την βασιλείαν όλης της Ρωμανίας.
 
ΠΡΟΣΤΡΙΒΑΙ ΔΕΣΠΟΤΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ ΚΑΙ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ
§ 210 3060Ακούσων τούτο ο Άγγελος εκείνος Καλοϊωάννης,[λάθος Χρονικού - ανύπαρκτο πρόσωπο]
Κουτρούλης είχεν το επίκλην του, δεσπότης της Ἑλλάδος,
το πώς εποίησεν κ᾿ έπραξεν εκείνος ο Παλαιολόγος,
κ᾿ εφόνεψε τον βασιλέαν, την βασιλείαν του απήρεν,
εθλίβη γαρ και εχόλιασε, μεγάλως το εβαρύνθη·
3065όρκον εποίησεν αφιρόν, ποτέ τον Παλαιολόγον
να μη τον τάξη βασιλέα, αφέντη μη τον έχη·
αφότου με τυραννικήν υπόθεσιν απήρεν
την βασιλείαν γαρ των Ρωμαίων, ου πρέπει να τον έχη
αφέντην ουδέ φίλον του, αλλά ουδέ συγγενήν του.
§ 211 3070Ακούσων ταύτα ο βασιλέας εκείνος ο Παλαιολόγος,
μεγάλως το εβαρύνθηκε, εθλίβην κ᾿ εχολιάσεν,
κ᾿ είπεν ότι, αν είχεν οδόν να απέρασεν στην Δύσιν,
γουργόν πολλά τον ήθελεν χολιάσει γαρ και θλίψει·
αλλά διατό ευρίσκετον ετότε εις την Πόλιν
3075ο Βαλδουβίνος ο βασιλέας κ᾿ είχεν την αφεντίαν,Βαλδουίνος Β’ (Λατίνος αυτοκρ. Κ/Π)
ουδέν είχε την δύναμιν στην Δύσιν να απεράση.
Αφότου γαρ εκέρδισεν την Κωνσταντίνου Πόλιν
κ᾿ επέρασε στον Γαλατάν κ᾿ είχεν την βασιλείαν,
εποίησεν κ᾿ εφουσσάτεψε της γης και της θαλάσσης
3080κι άρχισε μάχην φοβερήν εις τον δεσπότην Άρτας.
Κ᾿ εκείνος, ως ήτον φρόνιμος, καλά εμετεχερίστη·
τους Φράγκους γαρ ερρόγεψε, τον πρίγκιπα Γυλιάμονρογεύω=στρατολογώ (μισθοφόρους)
και τον αφέντην Αθηνών, ομοίως τους Ευριπιώτες·
με εκείνους εβοήθηκεν κι απέρασε την μάχην.
ΝΥΜΦΕΥΕΤΑΙ ΘΥΓΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ
§ 212 Ενταύτα ήλθε ο θάνατος κυρ Ιωάννου του δεσπότουΔεσπότης Ηπείρου Μιχαήλ [λάθος Χρονικού]
3085κι αφήκεν κληρονόμον του κυρ Νικηφόρον τον υιόν του·
εκείνου επαράδωκεν το δεσποτάτον όλον.
Είχεν και έτερον υιόν όπου γαρ ήτον νόθος,
του όποιου άφηκεν στην Βλαχίαν ένα καλό ιμερίδι,Βλαχία=> Θεσσαλία (κυρίως)
χώρες και κάστρη δυνατά διά να τα αφεντεύη·
3090Θεόδωρον τον έλεγαν, Δούκαν το παρανόμι.Ιωάννης Α’ Δούκας [λάθος Χρονικού]
Εκείνος γαρ εξέβηκεν στ᾿ άρματα αντρειωμένος·
στρατιώτης ήτον φοβερός, φρόνιμος κ᾿ επιδέξιος.
§ 213 / 214 Κι ως είδεν ότι απέθανεν ο πατήρ του ο Καλοϊωάννης,
κ᾿ ενέμεινε ο αδελφός αυτού εκείνος ο Νικηφόρος,
3095όστις ουκ ήτον φρόνιμος ως ήτον ο πατήρ του,
ηθέλησεν κι ωρέχτηκε να επάρη την Βλαχίαν,
να επάρη γαρ και το ἥμισον όλου του Δεσποτάτου.
Εποίησε κάστρον αφιρόν, το λέγουν η Νέα Πάτρα,Νέα Πάτρα=>Υπάτη
κι άρχισε μάχην δυνατήν μετά τον αδελφόν του,
3100τον κυρ Νικηφόρον, σε λαλώ, εκείνον τον Δεσπότην.
§ 215 Και διά το εβοηθούσασιν οι Φράγκοι του Δεσπότου,
εδιάβη ο κυρ Θεόδωρος εκεί εις τον βασιλέαν,
στον κυρ Μιχάλην, σε λαλώ, τον μέγαν Παλαιολόγον.
Πολλά τον υποσχήθηκεν κ᾿ έταξεν να ποιήση,
3105τον αδελφόν του έταξεν να δώση, τον Δεσπότην,
δεμένον ως πανάπιστον, και να τον προσκυνήση.
Σεβαστοκράτορα τον έποικε όλης της ΡωμανίαςΡωμανία=δυτική Βυζαντινή επικράτεια
και τα φουσσάτα του του έδωκεν να τα έχη εις εξουσίαν του,
να μάχεται, δικάζεται Δεσπότην τον αδελφόν του·
3110μεγάλως τον ετίμησεν κ᾿ ευεργεσίες του εδώκεν.
§ 216 Κι ως είδεν την πληροφορίαν ετότε ο ΔεσπότηςΜιχαήλ Β’ Δεσπότης Ηπείρου
το πώς τον ερροβόλεψεν κυρ Θεόδωρος ο αδελφός του,
κ᾿ εδιάβη εις τον βασιλέα όπου ήτον γαρ εχτρός του,
μεγάλως το ελυπήθηκεν κ᾿ εις σφόδρα το εδειλιάσεν.
3115Τους άρχοντές του έκραξε βουλήν να του έχουν δώσει·
κι όλοι τον εσυμβούλεψαν την αδελφήν να δώση
γυναίκαν γαρ ομόζυγον του πρίγκιπος Γυλιάμου·
επεί αν έχη τον πρίγκιπα βοήθειαν κι αδελφόν του,
ουδέν ψηφά του βασιλέως, την μάχην, οία κι αν ένι.
3120Κι αφών επήρε την βουλήν μετά τους άρχοντές του,
μαντατοφόρους έστειλεν στον πρίγκιπα Γουλιάμον.
Άνθρωποι ήσαν φρόνιμοι, γοργόν τον εσυμβιβάσαν·
τες συμφωνίες εποίκασιν της προίκας και του γάμου.
Γοργόν στρέμμαν εποίκασιν εκείσε εις τον Δεσπότην·στρέμμα=επιστροφή
3125όλα του ν᾿ αφηγήθησαν, εκ στόματος τον είπαν,
το πώς εκαταστήσασιν την υπαντρείαν εκείνην.
Χιλιάδες εξήντα υπέρπυρα ήτον γαρ το προικίον,
όπου έδωκεν του πρίγκιπος ετότε ο Δεσπότης
δι᾿ εκείνην την παράξενον την αδελφήν του, λέγω,παράξενος=εξαιρετικός
3130άνευ γαρ τα στολίσματα και τα χαρίσματά της.
Ουδέν γαρ άργησαν ουδέ ποσώς τον γάμον να ποιήσουν·
εκεί εις την Πάτραν την παλαιάν εγίνετον ο γάμος.
Κι αφών εσυμπεθέρεψεν ο πρίγκιπας κι ο Δεσπότης,
πολλά γαρ ηγαπήθησαν και ήσασιν το ένα,
3135και όταν ήθελεν συμβή να έχη ο Δεσπότης χρείαν,
φουσσάτα εκ τον πρίγκιπα κι ανθρώπους των αρμάτων,
όσα έχρηζεν και ήθελεν είχεν τα εις θέλημά του.
§ 217 Εν τούτω θέλω από του νυν να πάψω εδώ ολίγον,
να συντυχαίνω και λαλώ εκ τον Δεσπότην Άρτας,συντυχαίνω=ομιλώ, συνομιλώ
3140και θέλω να σας έχω ειπεί και να σας αφηγήσω
περί του πρίγκιπος Μορέως, εκείνου του Γυλιάμου.
ΟΙ ΦΕΟΥΔΑΡΧΑΙ ΚΤΙΖΟΥΝ ΚΑΣΤΡΑ ΑΝΑ ΤΟΝ ΜΟΡΕΑΝ
§ 218 Αφότου γαρ εκέρδισεν ο πρίγκιπας Γυλιάμος
το κάστρον της Μονοβασίας, επλάτυνε η αφεντία του·
ουκ είχεν γαρ να μάχεται με άνθρωπον του κόσμου.
3145Οι φλαμουριάροι του Μορέως ομοίως κ᾿ οι καβαλλάροιφλαμουράριος=βαθμοφόρος
αρχίσασιν να πολεμούν κάστρη και δυναμάρια,δυναμάρι=κάστρο, οχυρό
ο κατά είς στον τόπον του να κάμνη το εδικόν του·
κι ωσάν τα εκατασταίνασι τα δυναμάρια εκείνα,
αφήναν τα υπονόμια τους, τα είχαν εκ την Φραγκίαν,υπονόμι=επώνυμο
3150κ᾿ επαίρνασιν του τόπου τους τ᾿ όνομα όπου εβάναν.
§ 219 Εν τούτω άρχισεν εμπρός οκάποιος μέγας αφέντης,
μισίρ Ντζεφρέ τον έλεγαν, το επίκλην του ντε Μπριέρες,Γοδεφρείδος ντε Μπρυγέρ (Geoffroy de Bruyères)
όπου ήτο αφέντης των Σκορτών, του δρόγγου και του τόπου.Σκορτά=> ορεινή δυτ. Αρκαδία
κάστρον εποίησε αφιρόν, όμορφον δυναμάριν,
3155Καρύταινα το ωνόμασεν κ᾿ εκείνος ωνομάστην
αφέντης της Καρύταινας, ο εξάκουστος στρατιώτης.
Απαύτου γαρ ο δεύτερος, μισίρ Γαρτιέρης άκουε,Γκωτιέ ντε Ροζιέρ (Gauthier de Rosières)
ντε Ροζιέρες τον έλεγαν, ούτως είχεν το επίκλην·
κάστρον εποίησε φοβερόν εκεί εις την Μεσαρέαν
3160και Άκωβαν το ωνόμασεν, κι εκείνος ήτο αφέντης.
Οκάποιον άλλον έλεγαν το όνομα μισίρ Ιωάννης,
ντε Νουιλή το επίκλη του, όπου ήτον και πρωτοστράτωρ
του πριγκιπάτου του Μορέως κ᾿ είχεν το εις γονικόν του·
κάστρον εποίησε ο λόγου του και Πασσαβάν το εκράξε.
3165Άλλος ήτον ντε Νιβηλέτ και άκουε μισίρ Ιωάννης·Γκυ ντε Νιβελέ (Guy de Nivelet)
έποικεν κάστρο ο λόγου του κ᾿ έκραξέ το Γεράκιν,
όπου ένι εις την Τσακωνίαν εδώθεν γαρ του Ἑλέου.
Ωσαύτως και οι έτεροι όπου είχαν αφεντίες,
οι καβαλλάροι κι αρχιερείς κι όλοι οι φλαμουριάροι,
3170ο κατά είς στον τόπον του εποίησεν δυναμάριν·
του κόσμου γαρ την ηδονήν ηθέλαν κι αγαπούσαν,
κ᾿ εχαίρονταν αμφότεροι προς τον καιρόν όπου είχαν.αμφότεροι [εδώ]=άπαντες
§ 220 Εν τούτω θέλω πάψει εδώ να λέγω απ᾿ εκείνους
και στρέφομαι να σας ειπώ το πώς άρχασε η μάχη
3175από τον πρίγκιπα Μορέως, εκείνον τον Γυλιάμον,Γουλιέλμος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
με τον αφέντην Αθηνών, μισίρ Γυλιάμον άκω,Γουίδων ή Γκυ Α’ Ντελαρός (De La Roche)
ντε λα Ρότζε το επίκλην του, ούτως τον ωνομάζαν.
ΠΡΟΣΤΡΙΒΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΜΕΓ. ΚΥΡΗ ΑΘΗΝΩΝ
§ 221 Τον χρόνον γαρ και τον καιρόν, εκείνες τες ημέρες
όπου άκουσες και είπα σε οπίσω εις το βιβλίον μου,
3180το πώς ήλθεν στην Κόρινθον εκείνος ο Μπονιφάτσος,Βονιφάτιος ο Μομφερρατικός (Monferrato)
ο μαρκέσης ντε Μουφαρά, ο ρήγας του Σαλονικίου
εις τον αφέντην του Μορέως, τον Καμπανέση εκείνον·Γουλιέλμος Σαμπλίτης (Guillaume de Champlitte)
κ᾿ εκ την αγάπην την πολλήν όπου είχασιν αλλήλως,
ο Καμπανέσης εζήτησεν βοήθειαν του μαρκέση.
3185Κ᾿ εκείνος γαρ του εχάρισεν το ομάτζιο και λιζίαν·ομάτζιο=φεουδαρχικό δικαίωμα
πρώτα του αφέντου των Αθηνών, τα τρία τερτσέρια του Ευρίπου,τερτσέρια=τριτημόρια (βαρωνίες Ευβοίας)
κι απαύτου δε το τέταρτον του μαρκέση της Μποντενίτσας.Μοντενίτσα=>Μενδενίτσα
Και διά την μάχην όπου είχεν ο πρίγκιπας Γυλιάμος
ωσαύτως κι ο πατέρας του μισίρ Ντζεφρές εκείνος,
3190είθ᾿ ούτως κι ο μισίρ Ντζεφρές, εκείνος ο αδελφός του,
κουρτέσικα εδιαβάζασιν όλοι γαρ τον καιρόν τους.
§ 222 Λοιπόν, ωσάν αφέντεψεν ο πρίγκιπας Γυλιάμος
το πριγκιπάτον Αχαΐας κ᾿ είχεν το εις εξουσίαν του,
τον Μέγα Κύρη εζήτησεν το ομάντζιο να του ποιήση,Γουίδων ή Γκυ Α’ Ντελαρός (De La Roche)
3195ωσαύτως και των αφεντών της νήσου γαρ και του Ευρίπου
και του μαρκέση αλλά δή, του αφέντου Μπουτενίτσας.Μπουτενίτσα=>Μενδενίτσα
§ 223 Κ᾿ εκείνοι γαρ ενώθησαν κι οι πέντε αμφοτέρως·
βουλήν απήραν ενομού κι απόκρισιν του εποιήσαν,
ότι ουδέν τον γνωρίζουσιν μόνι και σύντροφόν τους·
3200ως δε ομάντζιο όπου λαλεί, τίποτε ου χρεωστούν του,ομάντζιο=φεουδαρχικό δικαίωμα
αλλά ουδέ καταδέχονται ομάντζιο να του ποιήσουν,
§ 224 Ακούσων ταύτα ο πρίγκιπας μεγάλως το εχολιάσεν,
εφάνη τον ανόρεχτον· επήρε την βουλήν του,
και η βουλή του του έδωκεν του να έχη φουσσατέψει,
3205απάνω εις αύτους να απελθή διά να τους πολεμήση
ως αντιστάτες, κι άπιστους όπου ήσαν προς εκείνον.
§ 225 Εις τούτο ορίζει, εγράψασιν του πριγκιπάτου απάντων,
φλαμουραρίων, καβαλλαρίων, ολών των επισκόπων,
του Τέμπλου και Οσπιταλίου κι ολών των βουργεσίων,βουργήσης=αστός
3210στο Νίκλι τους εμήνυσε να είναι σωρεμένοιΝίκλι=>Τεγέα
στες είκοσι γαρ του Μαΐου, άνευ καμμίας προφάσης.
ΠΟΛΕΜΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΟΣ ΚΑΙ ΜΕΓΑ ΚΥΡΗ ΑΘΗΝΩΝ
§ 226 Κι ως το ήκουσεν και έμαθεν ετούτο ο Μέγας Κύρης,Γουίδων ή Γκυ Α’ Ντελαρός (De La Roche)
το πώς ο πρίγκιπας Μορέως οικονομάται να έλθη
απάνω του διά πόλεμον με τα φουσσάτα του όλα,
3215καταπαντούθε εμήνυσεν, ένθα κι αν είχε φίλον,
παρακαλώντα, αξιώνοντα να έλθουν να του βοηθήσουν
στον πρίγκιπαν όπου έρχετον του να τον πολεμήση.
Ο κάλλιος φίλος όπου είχεν και συγγενής ετότε
ήτον ο αντρικώτατος, ο αφέντης της Καρυταίνου,Γοδεφρείδος ντε Μπρυγέρ (Geoffroy de Bruyères)
3220όπου γαρ τον ετρέμασιν ᾿ς όλην την Ρωμανίαν·
την αδελφήν του είχεν γαρ ομόζυγον γυναίκαν.
§ 227 Ο Μέγας Κύρης του έγραφεν, μηνά, παρακαλώντα
ως αδελφόν και γνήσιον του, όπως να μη του λείψη
εις ταύτην γαρ την αφορμήν κ᾿ εις τούτην του την χρείαν
3225επεί εις εκείνον ήλπιζεν κ᾿ είχεν το θάρρος του όλον.
Ακούσων ταύτα ο αντρικώτατος, ο εξάκουστος εκείνος,
ο αφέντης της Καρύταινας το τι του μηνά ο αδελφός του,
εκάτσε, εσκόπισεν καλά το πώς να έχη διάξει,
το τίνος πρώτα ν᾿ απελθή διά να του έχη βοηθήσει,
3230του πρίγκιπος, που ευρίσκετον αφέντης του γαρ λίζιος
και συγγενής του σαρκικός – θείος του γαρ υπήρχε –
καν του Μεγάλου του Κυρού, του γυναικαδελφού του.
§ 228 Κι όσον εκατεσκόπισεν, εις εκλογήν απήρεν
εκείνο το χειρότερον, το ουκ ήτον της τιμής του.
3235Είπεν ότι καλλίον έχει να αχάση την τιμήν του,
παρά να λείψη εκεινού του γυναικαδελφού του.
Ετούτο δε εσκόπισεν στον λογισμόν του ετότε·
ότι, αν λείψη του πρίγκιπος – διατό ήτον τάχα θείος του –
να έχη την συμπάθειον του, λαφρά να το απεράση.
3240Εν τούτω εβιάστη δυνατά φουσσάτα να σωρέψη,
κι ακούστηκεν καταπαντού και όλοι το εθαυμάζαν.
§ 229 Κι ο πρίγκιπας, ως το ήκουσεν μεγάλως γαρ το εχάρη
θαρρώντα και ελπίζοντα να έλθη εκεί μετ᾿ αύτον.
Εκείνος γαρ εβιάστηκε να υπάγη στον Μέγαν Κύρην
3245κι απήρεν το φουσσάτο του κ᾿ εδιέβη εις την Θήβαν·
τον Μέγαν Κύρην ηύρηκε φουσσάτα να σωρεύη.
Κι ωσάν τον είδε ότι ήλθε εκεί εκείνος ο γαβρός του,
εφάνη του ότι εκέρδισε το ἥμισον του κόσμου·
χαράν μεγάλη εποίκασιν· ύστερο εμετανόησαν.
§ 230 3250Κι ο πρίγκιπας, ως ήκουσεν την πράξιν και τον βίον
του ανεψίου του του κακού, του αφέντου της Καρυταίνου,
πολλά του εφάνη βαρετόν, εθλίβη το μεγάλως·
το πρώτον διά την ακοήν όπου είχεν εις τον κόσμον,
ότι ήτον καλλιώτερος εις όλους τους στρατιώτες,
3255όπου ήσαν εις την Ρωμανίαν τους χρόνους γαρ εκείνους,
και πάλε, διατό εμέτεχεν και ήτον ανεψίος του
κι απίστησεν τον αφέντη του κ᾿ εδιάβη στον εχτρόν του.
§ 231 Όμως, ως ήτον φρόνιμος, επαρηγορήθη μόνος
κι ώρθωσεν τα φουσσάτα του, στην Κόρινθον απήλθεν·
3260με δύναμιν απέρασε την σκάλαν των Μεγάρων,σκάλα=>Κακιά Σκάλα Μεγάρων
με πόλεμον εκέρδισεν εκείνην την κλεισούραν.
ΗΤΤΑ ΤΟΥ ΜΕΓ. ΚΥΡΗ ΑΘΗΝΩΝ ΠΑΡΑ ΤΟ ΚΑΡΥΔΙ [1258]
§ 232 Ο Μέγας Κύρης το έμαθεν κ᾿ εθλίβη το μεγάλως,Γουίδων ή Γκυ Α’ Ντελαρός (De La Roche)
διατί έμαθε ότι επέρασεν ο πρίγκιπας την σκάλαν
κ᾿ εσέβην εις τον τόπον του κ᾿ υπάει γυρεύοντά τον.
3265Απήρεν τα φουσσάτα του κ᾿ ήλθεν εις απαντήν του,απαντή=συνάντηση
εκεί εσυναπαντήθησαν εις του Καρύδη το όρος.Καρύδι=>ΝΔ από τα Βίλια Αττικής
§ 233 Με πόλεμον αρχάσασιν εις το βουνίν απάνω·
ως ένι γαρ ο Θεός κριτής και κρένει εις το δίκαιον,
έδωκεν του πρίγκιπος, τον πόλεμο εκερδίσεν.
3270Εκεί εσκοτώθη εις πόλεμον ο ένας φλαμουριάρης
μισίρ Γγιπέρ τον έλεγαν, ντε Κoρ είχεν το επίκλην,Γιβέρτος ντε Κορ (Gilbert de Cor)
όστις είχεν του μισίρ Ντζιάν ντε Πασσαβά θυγάτηρΜαργαρίτα του Νεϊγύ
γυναίκαν του ευλογητικήν· και μετά εκείνον απήρενευλογητική=στεφανωμένη
εις άντρα ευλογητικόν τον μισίρ Ντζά εκείνονΙωάννης Σαιντ-Ομέρ (Jean de Saint-Οmer)
3275ντε Σαίντ-Ομέρ τον έλεγαν, ούτως είχεν το επίκλην·
κ᾿ εποίκασιν αμφότεροι το αντρόγυνον εκείνο
έναν υιόν εξαίρετον, τον θαυμαστον εκείνον
τον μισίρ Νικόλαον ντε Σαίντ-Ομέρ αφέντη γαρ της Θήβας,Νικόλαος Γ’ Σαιντ-Ομέρ (Nicolas de Saint-Omer)
και μέγαν πρωτοστράτορα του πριγκιπάτου Αχαΐας.
3280Ωσαύτως εσκοτώθησαν στον πόλεμον εκείνον
σιργέντες και καβαλλαροί, αριφνισμός ουκ ήτον.σιργέντης=υπαξιωματικός, ακόλουθος
§ 234 Ο Μέγας Κύρης έφυγεν εδιάβη εις την Θήβαν
με όσους του ακολούθησαν κ᾿ εδιάβησαν μ᾿ εκείνον·
ο αφέντης της Καρύταινας εκεί με αυτόν εδιάβη.
3285Αφότου γαρ εκέρδισεν ο πρίγκιπα Γυλιάμος
τον Μέγαν Κύρη εις πόλεμον που εγίνη στου Καρύδη,
ο Μέγας Κύρης έφυγεν εσέβην εις την Θήβαν·Γουίδων ή Γκυ Α’ Ντελαρός (De La Roche)
ο αφέντης της Καρύταινας ήτον εκεί μετ᾿ αύτον,
ο μισίρ Νικόλας ντε Σαίντ-Ομέρ μετά τους αδελφούς του,
3290τον μισίρ Ντζία ντε Σαίντ-Ομέρ και με τον μισέρ Ότον,
ωσαύτως και οι τρεις αδελφοί όπου είχε ο Μέγας Κύρης
όπου ήσαν όλοι επαινετοί στρατιώτες, καβαλλάροι,
ο κατά είς εβάσταινεν φλάμουρον εδικόν του·φλάμουρο=σημαία
ο αφέντης γαρ του Σάλωνος μισίρ Τομάς εκείνος,Θωμάς Β’ Στρομανκούρ
3295οι τρεις αφέντες του Εύριπου κ᾿ εκείνος ο μαρκέσης,
αυτοί εβαστούσαν φλάμουρα, οι δ᾿ άλλοι οι καβαλλάροι,
όπου ήσαν εις τον πόλεμον μετά τον Μέγαν Κύρην,
ουδέν τους γράφω, γαρ εδώ διά την πολυγραφίαν.
ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΥΠΟΤΑΣΣΕΙ ΤΟΝ ΜΕΓΑΝ ΚΥΡΗΝ ΑΘΗΝΩΝ
§ 235 Κι ο πρίγκιπας, ως φρόνιμος με τα φουσσάτα όπου είχεν,
3300το ιδεί το πώς εκέρδισε τον πόλεμον εκείνον
εδιώχνοντα και σφάζοντα ετότε τους εχτρούς του,
στην Θήβαν τους απέσωσεν και κατησφάλισέν τους.
Ώρισεν κ᾿ ενεντώσασιν το γύρον τα φουσσάτα·
τες χώρες εκουρσεύασιν κ᾿ αιχμαλωτίζανέ τες.
§ 236 3305Ιδόντας γαρ οι προεστοί ετότε του φουσσάτου,
όπου αγαπούσαν κ᾿ είχασιν εκεί τους συγγενούς τους,
τον Μέγαν Κύρην αλλά δη ωσαύτως και τους άλλους,
που ήσαν εκείσε μετ᾿ αυτόν κ᾿ εχάναν τα χωριά τους,
ο μητροπολίτης της Θηβού κι άλλοι τινές απέκει
3310εβάλθηκαν εις μεσιτείαν όπως να συμβιβάσουν
τον Μέγαν Κύρην αλλά δή κι όπου ήσασιν μετ᾿ αύτον,
και τόσα εβιάστησαν πολλά, εσυμβιβάσανέ τους.
Ο Μέγας Κύρης ώμοσεν του πρίγκιπος ετότε
να πάψουσιν τα κούρση του κι ο εξαλειμός εκείνος·εξαλειμός=αφανισμός
3315κ᾿ εκείνος εις τον όρκον του στην Κόρινθον ν᾿ απέλθη,
θέλει στην χώραν του Νικλίου να του έχη ποιήσει ομάντζιον,ομάντζιο=φεουδαρχικό δικαίωμα
κ᾿ εις όσον γαρ του έφταισεν και έσφαλεν προς αύτον,
διά τα άρματα που εβάσταξεν στον πρίγκιπα απάνω,
να ποιήση την ανταμοιβήν ως απαιτεί το δίκαιον.
3320Οι φλαμουριάροι εσέβησαν ετότε εγγυητάδες,
ώσπερ γαρ τον εγγυώθησαν τότε τον Μέγαν Κύρην,
να έλθη στο Νίκλι εις τέρμενον που εστήσασιν ετότε.
§ 237 Κι όσον εκαταστήσασιν ετούτο όπου σε λέγω,
εμίσσεψεν ο πρίγκιπας και ήλθεν εις την Κόρινθον
3325κι απέκει γαρ εδιέβηκεν ολόρθα εις το Νίκλι.
§ 238 Κι ο Μέγας Κύρης παρευτύς εδιόρθωσεν κι απήρεν
μεν᾿ αύτον τους ευγενικούς φλαμουριαρίους όπου είχε,
και όλους τους καβαλλαρίους όπου είχεν μετ᾿ εκείνον·
τιμητικά κ᾿ ευγενικά απήλθεν γαρ ετότε,
3330ολόρθα εδιάβηκεν εκεί στην χώραν του Αμυκλίου,Αμύκλι=>Νικλί (Τεγέα)
όπου τον ανάμενε ο πρίγκιπα Γυλιάμος.Γουλιέλμος Α’ Βιλλεαρδουΐνος
ΔΕΧΕΤΑΙ ΩΣ ΥΠΟΤΕΛΗ ΤΟΝ Μ. ΚΥΡΗ ΕΙΣ ΝΙΚΛΗ
§ 239 Κι όσον απέσωσεν εκεί στο Νίκλι ο Μέγας ΚύρηςΓουίδων ή Γκυ Α’ Ντελαρός (De La Roche)
κι ενώθη με τους άρχοντες όλους του πριγκιπάτου,
ομού με αυτόν εδιάβησαν στον πρίγκιπαν ενταύτα.
3335Στα γόνατά του έπεσαν, όλοι παρακαλούν τον
να συμπαθήση το έποικεν ετότε ο Μέγας Κύρης,
διατί εβάσταξε άρματα εις πόλεμον μετ᾿ αύτον.
Κ᾿ εκείνος, ως ευγενικός και φρόνιμος όπου ήτον,
κουρτέσικα εσυμπάθησεν τότε τον Μέγαν Κύρην·
3340κ᾿ ενταύτα γαρ του έποικεν το ομάντζιον που εχρεώστει,
στο στόμα τον εφίλησεν κ᾿ εποιήσασιν αγάπην.
Μετά ταύτα γαρ τον ώρισεν ενώπιον των κεφαλάδωνκεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
ότι διά την ανταμοιβήν του φταίσματος που εποίκεν
εβάσταξεν τα άρματα εις πόλεμον κατ᾿ αύτου,
3345να απέλθη στον ρήγαν της Φραγκίας κ᾿ εκείνος να τον κρίνη.
Κι ο Μέγας Κύρης παρευτύς υπόσχεσιν του εποίκεν
ως το ώρισεν ο πρίγκιπας, να το εκπληρώση εκείνος.
§ 240 Κι᾿ αφότου εκαταστήσασιν ετούτα όπου σε λέγω,
οι αρχιερείς κ᾿ οι άπαντες ομοίως, κι ο Μέγας Κύρης,
3350επήραν τον μισίρ Ντζεφρέ τον αφέντην της ΚαρυταίνουΓοδεφρείδος ντε Μπρυγέρ (Geoffroy de Bruyères)
με το καπίστρι εις τον λαιμόν, στον πρίγκιπα απήλθαν.
Γονατιστά δεόμενοι όλοι παρακαλούν τον
ελεημοσύνη να γενή να του έχη συμπαθήσει.
§ 241 Κι ο πρίγκιπας ουκ ήθελεν, πολλά τους αντιστάθη,
3355διατί τους έδειχνε αφορμήν, ως ήτον γαρ και η αλήθεια,
το σφάλμα όπου έποικεν κ᾿ εμίσσεψεν κ᾿ εδιάβη
εις τον εχτρόν του, σε λαλώ, εκείνον τον Μέγαν Κύρην,
κ᾿ εκείνον ελευτέρωσεν, τον φυσικόν του αφέντην.ελευτερώνω [εδώ]=εγκαταλείπω
Όμως τόσον εβιάστησαν κ᾿ επαρακάλεσάν τον
3360οι αρχιερείς κ᾿ οι άρχοντες, όλοι οι κεφαλάδες,
ότι ήφεραν τον πρίγκιπα κ᾿ ήλθεν ᾿ς ελεημοσύνην
του αφέντη της Καρύταινας εκείνου του ανεψίου του.
Ενταύτα τον εσυμπάθησεν μ᾿ ετούτον γαρ τον τρόπον·
τον τόπον του του έστρεψεν να τον κρατή από τότε
3365εις του κορμίου του μοναχά, κληρονομίαν αν ποιήση,
εις νέον δόμα του τον έδωκεν να τον κρατή από τότε.
§ 242 Αφότου γαρ εγίνησαν συμβίβασες εκείνες,
χαράν μεγάλην έποικαν οι νέοι καβαλλάροι·
ντζούστρες, κοντάρια ετσάκισαν, χαρές μεγάλες είχαν·ντζούστρες=κονταρομαχίες
§ 243 3370Κι όσον εχάρησαν καλά, εμίσσεψαν απέκει·
ο Μέγας Κύρης εζήτησεν κ᾿ οι αφέντες του Ευρίπου
απολογίαν του πρίγκιπος κ᾿ εδιάβησαν εκείθεν.απολογία=άδεια, έγκριση
Και διατό έρχετο ο καιρός ετότε του χειμώνος,
ο Μέγας Κύρης έμεινεν του να έχη εξεχειμάσει,
ΓΟΥΛ. ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ ΤΟΝ ΜΕΓΑ ΚΥΡΗ ΝΑ ΜΕΤΑΒΗ ΕΙΣ ΠΑΡΙΣΙΟΥΣ
§ 244 3375Κι ως ήλθεν γαρ ο νέος καιρός από τον μάρτιον μήναν,
κάτεργα δύο αρμάτωσεν κ᾿ εσέβηκεν εις αύτα
εις το Βροντήσι εδιάβηκεν κ᾿ επέζεψεν εκείσε.Βροντήσι=> Μπρίντεζι
Άλογα αγόρασεν του δάου κ᾿ εβάλθη εις την στράτανδάου=[ίσως] ταξιδιωτικά άλογα
και τόσα ωδήγεψεν καλά εις το Παρίς εσώσεν·
3380τον ρήγαν ηύρηκεν εκεί, εορτήν μεγάλην είχε,
την λέγουσιν Πεντηκοστήν ο ρήγας εωρτιάζεν.
§ 245 Δουλωτικά τον προσκυνά τον ρήγα ο Μέγας Κύρης,
κ᾿ εκείνος τον εδέξατο μετά τιμής μεγάλης,
διατί έμαθεν ότι έρχετον από την Ρωμανίαν.
3385Ο πρίγκιπας απόστελνε μ᾿ έναν του καβαλλάρην
εγράφως την υπόθεσιν, την έποικε ο Μέγας Κύρης.
Τον ρήγαν επροσκύνησεν κείνος ο καβαλλάρης
και το πιττάκιν του έδωκεν του πρίγκιπα Γυλιάμο.πιττάκιον=επιστολή
Κι ο ρήγας γαρ το εδέξετον, ώρισε κι αναγνώστην·
3390κι αφότου εγνώρισεν καλά ο ρήγας γαρ την πράξιν,
όπου έποικεν του πρίγκιπος ετότε ο Μέγας Κύρης.
§ 246 Ο ρήγας γάρ, ως φρόνιμος, εγνώρισεν ενταύτα
το πώς ο πρίγκιπας Μορέως διά την τιμήν του κόσμου,
τον Μέγαν Κύρη απέστειλεν εκείσε γαρ εις αύτον.
3395Διά τούτο ενταύτα ώρισεν κ᾿ ήλθαν οι κεφαλάδες,
όπου ήσαν τότε στο Παρίς στην εορτήν εκείνην.
§ 247 Ολών βουλήν εζήτησεν να τον έχουν συμβουλέψει.
Πολλά εσυντύχασιν λεπτώς το φταίσιμον που εποίκε
ο Μέγας Κύρης, σε λαλώ, του πρίγκιπος Γυλιάμου.
§ 248 3400Κι όσον ελάλησαν πολλά κ᾿ ηύρασιν την αλήθειαν,
τον Μέγαν Κύρην έκραξεν, ομοίως τον καβαλλάρην,
απόκρισιν τους έδωκεν αμφοτέρων των δύο.
Εκ στόματος τους το είπασιν κ᾿ εγράφως τους τα εδώκαν,
κι ο Μέγας Κύρης έστεκεν κι αφκράζετον τα λόγια.
3405Ένας μπαρούς εβάσταξε τους λόγους γαρ της κούρτης,κούρτη=συνέλευση αρχόντων
τον καβαλλάρην έκραξε και λέγει προς εκείνον·μπαρούς=βαρώνος
«Άκουσον, φίλε μου κι αδελφέ, κατάλαβε τους λόγους
το τι σε αποκρένεται η κούρτη της Φραγκίας.
Ει μεν ήτον ποιήσοντα εδώ ο Μέγας Κύρης
3410το ομάντζιον του αφέντη του, του πρίγκιπα Γυλιάμο,ομάντζιο=φεουδαρχικό δικαίωμα
και μετά τούτο εβάσταξεν άρματα προς εκείνον
κ᾿ εις κάμπον επολέμησεν εις πρόσωπον μετ᾿ αύτον,
ο νόμος γαρ ορίζει το κ᾿ η κρίσις απαιτεί το
να ήτον ακληρονόμητος εκείνος κ᾿ η γενεά του
3415από όσον τόπον κι αφεντίαν εκράτει από εκείνον.
Ως δε το λέγει το έγραφον, όπου ήφερες ενταύτα
και είπες μας κ᾿ εκ στόματος εις το εμφανές της κούρτης,
ότι ποτέ ουκ έποικεν ομάντζιο ο Μέγας Κύρης
του αφέντη σου του πρίγκιπος εκείνου του Μορέως,
3420ουδέν φέρνει το φταίσιμον εις ακληρίαν το πράγμα.
§ 249 Όμως διατό έξευρεν κ᾿ εγνώριζεν ατός του ο Μέγας Κύρης,
καθώς είχε τον ορισμόν κ᾿ τον πρώην αυτού αφέντην,
τον ρήγαν του Σαλονικίου, να του ποιήση ομάντζιο,
ουδέν ετύχαινεν ποσώς άρματα να βαστάξη,
3425αλλά ούτε μάχην να μαχιστή με τον αφέντη εκείνον.
Λοιπόν αφότου απέστειλεν ο πρίγκιπα Γυλιάμος
τον Μέγαν Κύρην κ᾿ ήλθε εδώ στου αφέντη μας την κούρτην,Γουίδων ή Γκυ Α’ Ντελαρός (De La Roche)
ήλθεν ατός του πρόθυμα ανταμοιβήν να ποιήση,
κ᾿ ήλθεν με έξοδον πολλήν, με κόπον και με μόχθον,
3430και το ταξείδι του, μακρέα, ως ένι γαρ κ᾿ η αλήθεια,
του να έλθη από την Ρωμανίαν εδώ εις την Φραγκίαν·Ρωμανία=δυτική Βυζαντινή επικράτεια
και πάλε γαρ διά τιμήν τέτοιου μεγάλου αφέντη,
ως ένι ο αφέντης μας εδώ ο ρήγας της Φραγκίας,
αρμόζει η ανταμοιβή κι ας έν᾿ συμπαθημένος».
§ 251 3435Κι όσον επλήρωσε ο μπαρούς ετούτο όπου σάς γράφω,μπαρούς=βαρώνος
ο Μέγας Κύρης στήκοντα ενώπιον γαρ της κούρτης,
το καπερούνι του έβγαλεν και φρόνιμα απεκρίθη,καπερούνι=φανταχτερό καπέλο
τον ρήγαν ευχαρίστησεν και μετ᾿ αυτού την κούρτην.
Και μετά ταύτα δεόμενος τον ρήγαν επαρεκάλει
3440να γράψη προς τον πρίγκιπα την τήρησιν της κούρτης,
την κρίσιν όπου έποικαν και την απόφασίν της.
Κι ο ρήγας ως ευγενικός, ώρισεν κ᾿ έποικάν το.
§ 252 Κι αφότου εποίκαν τα χαρτία κ᾿ εγένετον το τέλος,
ατός του ο ρήγας έκραξε τότε τον Μέγαν Κύρην
3445και λέγει ούτως προς αυτόν μετά γλυκείας της γνώμης·
«Εσύ ήλθες εκ τον τόπον σου εδώ εκ την Ρωμανίαν
με κόπον γαρ και με έξοδον εδώ εις την βασιλείαν μου,
κι ουκ ήθελε είσται εύπρεπον να εστράφης εξοπίσω
χωρίς να λάβης απ᾿ εμε ανταμοιβήν και χάριν.
3450Διά τούτο λέγω προς εσέν, απόκοτα με ζήτα·
εί τι σε φαίνεται απ᾿ εμού να σε το ευεργετήσω».
§ 255 Ακούσων ταύτα ο φρόνιμος εκείνος ο Μέγας Κύρης,
τον ρήγαν επροσκύνησεν και μυριοευχαριστά τον·
εσκόπησε μικρούτσικον κ᾿ ενταύτα απεκρίθη·
3455«Ευχαριστώ το στέμμα σου, την βασιλειάν σου, αφέντη,
όταν έχεις την όρεξιν του να μ᾿ ευεργετήσης.
Εν τούτω λέγω, αφέντη μου, του κράτου σου του αγίου,
ότι η αφεντία των Αθηνών, όπου έχω και κρατώ την,
εί τις την είχεν έκπαλαι, Δούκαν τον ωνομάζαν·
3460κι αν ένι από του λόγου σου κι από του ορισμού σου,
απάρτι γαρ και έμπροστεν Δούκαν να με ονομάζουν».απάρτι=από τούδε
Κι ο ρήγας, ως το ήκουσεν, μεγάλως το αποδέχτη·
ώρισεν κ᾿ εθρονιάσαν τον εις το παλάτι απέσω.
§ 254 Εν τούτω θέλω από του νυν να πάψω και να λέγω
3465περί του ρήγα της Φραγκίας, της Αθηνού του Δούκα,
και θέλω να σε αφηγηθώ και να σε καταλέξω
το πώς ο πρίγκιπας Μορέως, εκείνος ο Γυλιάμος,
επιάστη στην Πελαγονίαν εκείνος κι ο λαός του.
 
ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΣΥΜΜΑΧΕΙ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ
§ 255 Καθώς ακούσετε εδώ οπίσω στο βιβλίον μου
3470το πώς εσυμβιβάστηκεν Δεσπότης ο ΚουτρούληςΜιχαήλ Β’ Δεσπότης Ηπείρου
μετά τον πρίγκιπα Μορέως εκείνον τον Γυλιάμον,
την αδελφήν του έδωκεν ομόζυγον γυναίκαν.
Απ᾿ αύτην την συμπεθερίαν επλήθυνε η αγάπη
ανάμεσον του πρίγκιπος κ᾿ εκεινού του Δεσπότου·
3475ούτως γαρ ηγαπούντησαν εκείνοι κι ο λαός τους,
ώσπερ να ήσαν ενομού όλοι από μίαν μητέρα.
§ 256 Λοιπόν ωσάν επλήθυνεν του βασιλέως η μάχη
όπου αγωνειέτον πάντοτε κυρ Θεόδωρος ο Δούκας,Ιωάννης Α’ Δούκας [λάθος Χρονικού]
εκείνος ο Σεβαστοκράτορας τότε προς τον Δεσπότην,
3480ο Δεσπότης γαρ εσκόπησε τον βασιλέα να βλάψη.
Ορίζει, γράφουν γράμματα, μαντατοφόρους στέλνει
εκείσε γαρ εις τον Μορέαν στον πρίγκιπα Γυλιάμον,
όπως να γένη ένωσις, να εσμίξουσιν οι δύο,
βουλήν να επάρουν ενομού διά υπόθεσιν μεγάλην
3485να βλάψουσιν τον βασιλέα και να τον έχουν ζημιώσει.
§ 257 Κι ως το ήκουσεν ο πρίγκιπας κι ως το επληροφορέθη,
επήρεν τους καβαλλαρίους και τους φλαμουραρίους του.φλαμουράριος=βαθμοφόρος
§ 258 Ολόρθα εκείσε εδιάβηκεν εις την παλαίαν την Πάτραν·
στον Έπακτον απέσωσεν ετότε ο Δεσπότης,Έπακτος=> Ναύπακτος
3490από το Δράπανο περνά και ήλθεν εις την Πάτραν,
ενώθη με τον πρίγκιπα εκείνον τον γαβρόν του.
Χαράν μεγάλην έποικαν εκείνοι κι ο λαός τους·
κι όσον επεριχάρησαν καλά στην όρεξίν τους,
εκάθισαν αμφότεροι μετά τους κεφαλάδες
3495κι᾿ όλους τους φρονιμώτερους όπου είχασι μετ᾿ αύτους.
§ 259 Ενταύτα άρχασεν λαλεί εκείνος ο Δεσπότης,
να λέγη παραπόνεσες εκ τες ζημίες όπου είχεν
εκ τον Σεβαστοκράτορα, τον αδελφόν του εκείνον.
Και όσον αποπλήρωσεν τες παραπόνεσές του,αποπληρώνω=ολοκληρώνω
3500όλοι οι φρονιμώτατοι από το Δεσποτάτο
βουλήν εδώκαν δολερήν, ύστερα εμετενοήσαν,
όπως να φουσσατέψουσιν οι δύο αυταδέλφοι εκείνοι,
ο Δεσπότης με τον Πρίγκιπαν με όσα φουσσάτα έχουν,
και ν᾿ απεράσουν την Βλαχίαν στην Ρωμανίαν να σέβουν,Βλαχία=> Θεσσαλία (κυρίως)
3505να δράμουν και κουρσέψουσιν όλην την Ρωμανίαν·
κι αν εύρουν εις συναπαντήν του βασιλέως φουσσάτα,
ατός του ο Σεβαστοκράτορας να του συναπαντήση,
᾿ς κάμπον να πολεμήσουσιν, τους θέλουν γαρ νικήσει.
§ 260 Κι αφότου απήραν την βουλήν, καθώς σε το αφηγούμαι,
3510ο Δεσπότης οπίσω εστράφηκεν εκείσε εις την Άρταν·Μιχαήλ Β’ Δεσπότης Ηπείρου
καταπαντούθε απέστειλεν φουσσάτα να σωρέψη.
§ 261 Κι ο πρίγκιπας εστράφηκεν στην χώραν Ανδραβίδας·
καταπαντούθε απέστειλε να οικονομούνται πάντες,
μικροί, μεγάλοι με άρματα, πεζοί και καβαλλάροι·
3515εις άνοιξιν γαρ του καιρού διαβόντα του χειμώνος
αφών πασχάσουσιν ομού εις τον απρίλιον μήναν,πασχάζω=περνάω το Πάσχα
όλοι ν᾿ απέρχωνται ορθά εκεί στην Ανδραβίδα
διά ν᾿ απεράσουν, ν᾿ απελθούν στα μέρη Ρωμανίας.
Ο Δεσπότης γαρ και ο Πρίγκιπας ερρίξασι την ρόγαν·
3520φουσσάτα ερρογέψασι όσα ημπορούσαν να έχουν.
§ 263 Εν τούτω αφήνω, τα λαλώ κι άλλα να καταπιάσω,
να σας ειπώ κι αφηγηθώ περί του βασιλέως.
Καθώς εγίνη η ένωσις, όπου σας αφηγήθην,
όπου έποικεν ο πρίγκιπας κ᾿ εκείνος ο Δεσπότης
3525εκεί στην Πάτραν που έσμιξαν κι απήραν την βουλήν τους
διά ν᾿ απεράσωσιν ομού στου βασιλέως τον τόπον,
να μαχιστούν τον βασιλέα, τον τόπον του κουρσέψουν,
να επάρουσιν και την Βλαχίαν του Σεβαστοκρατόρου·
ΣΥΜΜΑΧΕΙ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ
§ 264 Ακούσων ο Σεβαστοκράτορας ετούτα τα μαντάτα,
3530τα κάστρη του εσωτάρχισε κι αφίρωσέν τα σφόδρα
από λαόν κι από τροφής, να ζούν να τα φυλάττουν·
και το κοινόν γαρ του λαού όπου ήτον στα χωρία
ώρισεν κ᾿ εδιόρθωσε να σέβουν εις τα κάστρη,
όσοι χωρούνται να σεβούν κι άρματα να βασταίνουν,
3535κ᾿ οι έτεροι ν᾿ απέρχωνται απάνω εις τα βουνία
με τα ζώα όπου είχασιν να φυλαχτούν εκείσε.
§ 265 Είχεν γαρ ο κυρ Θεόδωρος, εκείνος που σε λέγω,Ιωάννης Α’ Δούκας
υιούς τρεις και εξαίρετους όπου άρματα εβαστούσαν·
ο πρώτος άκω Κομνηνός κι᾿ ο δεύτερος ο Δούκας
3540κι ο τρίτος άκω Άγγελος, ούτως τον ωνομάζαν.
Τον πρώτον γαρ τον Κομνηνόν εδιόρθωσε να ένι
αφέντης γαρ και κύβερνος στον τόπον της Βλαχίας,
και ώρισεν κι ωμόσαν του, μικροί τε και μεγάλοι.
§ 265 Και όσον εκατόρθωσεν, τα είχεν να διορθώση,
3545απήρεν όσους ήθελεν να απέλθουσι μετ᾿ αύτον
κ᾿ εδιέβη εις τον βασιλέα όπου ήτον εις την Πόλιν·
λεπτώς του αφηγήθηκεν την πράξιν και τον βίον
το πώς οικονομούντησαν με τα φουσσάτα όπου είχαν.
Ο πρίγκιπας γαρ του Μορέως με τον Δεσπότην Άρτας
3550πάντα ρογεύγουν, βιάζονται φουσσάτα να μαζώξουνρογεύω=στρατολογώ (μισθοφόρους)
του να έλθουν εις τον νέον καιρόν στην Ρωμανίαν να σέβουν
«Βούλονται γάρ, ως λέγουσιν, την βασιλείαν σου επάρει,
κ᾿ εσέναν να ακληρήσουσιν κ᾿ εμάς τους εδικούς σου».
§ 267 Ακούσων ταύτα ο βασιλεύς ο γέρων κυρ Μιχάλης,
3555ως ήτον γαρ εις φρόνεσιν κ᾿ εις την ανδρείαν μεγάλος,
πάλι εφοβήθη, το άκουσε, εδειλίασε εις σφόδρα·
τον πρίγκιπα εδειλίασεν διά το είχεν γαρ τους Φράγκους.
Ώρισεν γαρ κ᾿ εκράξασι τους κεφαλάδες όλους
τους φρόνιμους κ᾿ ευγενικούς που ήσαν της βασιλείας του.
3560Άρχισε να λέη προς αυτούς και να τους αφηγάται,
το πώς ο πρίγκιπας Μορέως με τον Δεσπότη Ἑλλάδος
εφουσσατέψαν κ᾿ έρχονταν ολόρθα εις την Ρωμανίαν.
«Εν τούτω θέλω και ζητώ όλοι βουλήν να δώτε
ενταύτα τι να ποιήσωμεν και πώς να έχωμεν πράξει».
3565Πολλά ήσαν γαρ τα λόγια τους όπου είπαν κ᾿ ελαλήσαν,
στο τέλος γαρ ισιάστησαν και μίαν βουλήν εδώκαν.
§ 268 Ο πρώτος όπου ελάλησεν κ᾿ είπεν του βασιλέως
ήτον ο Σεβαστοκράτορας, κυρ Θεόδωρος εκείνος·
και είπεν προς τον βασιλέα και προς τους κεφαλάδες·
3570«Δέσποτα, άγιε βασιλέα, του κράτου σου το έλεος,
ότι αν παντέχης μοναχά με τον λαόν όπου έχεις,
τον τόπον γαρ της Ρωμανίας να τον έχης φυλάξει,
πληροφορώ το κράτος σου, απεργωμένος είσαι,
την βασιλείαν σου αχάνεις την κ᾿ εμάς ακλήρησές μας.
3575Όρισον γαρ να ανοίξουσιν τον θησαυρόν όπου έχεις
και ρίξε το λογάρι σου και ρόγεψε Αλαμάννους·Αλαμάννοι [εδώ]=Γερμανοί μισθοφόροι
στείλε εις τον ρήγαν της Ουγγρίας λαόν να σε βοηθήση,ρογεύω=στρατολογώ (μισθοφόρους)
ομοίως στον ρήγαν της Σερβίας, όπου ένι γείτονάς σου,
να έλθη ατός του αν ημπορή, ή τον λαόν του στείλη·
3580απόστειλον ᾿ς Ανατολήν να ελθούσιν τα φουσσάτα
όπου είναι γαρ παιδευτικοί εις μάχην με τους Τούρκους.παιδευτικός=έμπειρος
Κι αφών έλθουσιν γαρ αυτοί όπου είπα κι ονομάζω,
ελπίζω πρώτα εις τον Θεόν κι απαύτου στην ευχήν σου,
τον τόπον σου φυλάξωμεν από τους αντιδίκους
3585κ᾿ εκείνους γαρ να βλάψωμεν όπου μας φοβερίζουν».
§ 269 Ακούσων γαρ ο βασιλεύς ο γέρων κυρ Μιχάλης
τον λόγον γαρ και την βουλήν του Σεβαστοκρατόρου,
πολλά τον ευχαρίστησεν κ᾿ επαίνεσεν εις σφόδρα,
επείν του εφάνηκεν καλόν εις τον ετέτοιον τρόπον
3590ο τόπος του να φυλαχτή και τους εχτρούς του βλάψη.
Εν τούτω ορίζει γράφουσιν εις όλους γαρ τους τόπους,
όπου είπεν κ᾿ εσυμβούλεψεν κυρ Θεόδωρος ο Δούκας.Ιωάννης Α’ Δούκας
ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑΙ ΜΙΧΑΗΛ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ
§ 270 Μαντατοφόροι απήλθασιν εκεί εις την Αλαμάννιαν·
τριακόσιους γαρ ερρόγεψαν όλους καβαλλαρίουςρογεύω=στρατολογώ (μισθοφόρους)
3595όπου ήσαν όλοι εκλεχτοί, όλοι αποδιαλεμένοι.
Εκ την Ουγγαρίαν ήλθασιν χίλιοι πεντακόσιοι,
όπου ήσαν όλοι εκλεχτοί δοξιώτες στα άλογά τους.
Ο Κράλης γαρ του απέστειλεν, ο ρήγας της Σερβίας,Κράλης=ηγεμών Σερβίας
εξακοσίους εις τα άλογα, όλους καλούς δοξιώτες.δοξιώτες=τοξότες
3600Εκείνοι της Ανατολής αρίφνητοι του ήλθαναρίφνητοι=αναρίθμητοι
κ᾿ ηφέρασιν και μετ᾿ αυτούς Τούρκους πεντακοσίους.
Κι όταν ήλθεν ο νέος καιρός αυτός ο μάρτιος μήνας,
στα μέρη Ανδριανόπολης εις τους πλατέους τους κάμπους
εκεί επερισωρέψασιν εκείνα τα φουσσάτα.
3605Κι ο βασιλεύς, ως φρόνιμος, και είχεν γαρ την έννοιαν,
απόστειλεν και ήλθασιν Κουμάνοι δύο χιλιάδες,(οι Κουμάνοι ήταν τουρκική φυλή)
δοξιώτες εις τα άλογα πολλά ελαφροί της μάχης.
§ 271 Κι αφότου εσυνάχτησαν όλα του τα φουσσάτα,
κράζει τον κυρ Θεόδωρον τον σεβαστοκράτοράν τουΙωάννης Παλαιολόγος [λάθος Χρονικού]
3610και κεφαλήν τον έποικεν εις όλα τα φουσσάτα·
όλα του τα επαρέδωκεν, τους πάντας επροφωνέθη
να τον έχουν διά κεφαλήν, δίκαιον του βασιλέως,
τον ορισμόν του να εκπληρούν ωσάν γαρ τους ορίση.
§ 272 Εν τούτω αφίνω γαρ εδώ, τα λέγω κι αφηγούμαι
3615και στρέφομαι να σας ειπώ διά εκείνον τον Δεσπότην
και διά τον πρίγκιπα Μορέως, εκείνον τον Γυλιάμον,
το πώς εποίκαν κ᾿ έπραξαν στην μάχην όπου αρχάσαν.
ΕΚΣΤΡΑΤΕΥΕΙ ΩΣ ΣΥΜΜΑΧΟΣ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ
§ 273 Όταν επέρασε ο καιρός εκείνος ο χειμώνας
και άρχασεν ο νέος καιρός από τον μάρτιον μήναν,καιρός [εδώ]=άνοιξη
3620όπου αρχινούν και κηλαδούν, τα λέγουσιν αηδόνια,
και χαίρονται, ευτρεπίζονται τα πάντα γαρ του κόσμου,
ο πρίγκιπας γαρ του Μορέως, εκείνος ο Γυλιάμος,
όστις ήτον μακρύτερα παρά γαρ τον Δεσπότην,
απέστειλεν στον Εύριπον κ᾿ εις όλα τα νησία,
3625καταπαντούθε εσώρεψεν όλα του τα φουσσάτα.
Επέρασε την θάλασσαν του Πάκτου εις τον Πύργον.Πάκτος=>Ναύπακτος
§ 274 Ολόρθα εδιάβηκεν εκεί όπου ήτον ο Δεσπότης·
εκεί στην Άρτα ενώθησαν κ᾿ εσμίξαν τα φουσσάτα,
ουδέν αργήσασιν ποσώς μόνον και μίαν ημέραν·
3630την δεύτερην εκίνησαν ᾿κ τα Γιάννινα υπαγαίνουν,
εις την Βλαχίαν εσέβησαν κ᾿ εκεί εκοντοαναμείναν
έως ου να έλθη ο λαός του Ευρίπου, των νησίων,
της Θήβας και των Αθηνών κι ο αφέντης της Σαλώνου,
Από την Σιδερόπορταν εδιάβησαν ολόρθαΣιδερόπορτα=>στη Φθιώτιδα, στην Οίτη
3635και ηύρασιν τον πρίγκιπα απέσω εις την Βλαχίαν·
στον κάμπον του Θαλασσινού ενώθησαν αλλήλως.Θαλασσινό=>Ελασσόνα
§ 275 Κι αφότου ενώθησαν ομού όλα γαρ τα φουσσάτα,
βουλήν απήραν ενομού όλοι οι μεγάλοι αφέντες
το πώς να πράξουν να υπάουν και πόθεν να αρχινήσουν.
3640Τινές απ᾿ αύτους είπασιν την Πάτραν, το Ζητούνι,Πάτρα [εδώ, μάλλον]=>Υπάτη
να βάλουν τα φουσσάτα τους να τα παρακαθίσουν,παρακαθίζω=πολιορκώ
τα κάστρη τα αχαμνότερα να τα έχουν πολεμήσει.
Οι δε οι φρονιμώτεροι, παιδευτικοί της μάχης
ουδέν εσυγκατέβησαν εις την βουλήν εκείνην·
3645επεί αν εβάλθη ο λαός να πολεμούν τα κάστρη,
ουδέν κατευοδώνονται τίποτε διαφορήσει.
«Το κάλλιον και διαφορικόν, όπου έχομεν ποιήσει,
ένι γαρ να απέλθωμεν εδώ εις την Ρωμανίαν
κουρσεύοντα, ζημιώνοντα του βασιλέως τους τόπους,
3650κι αν εύρωμεν τον βασιλέα εις κάμπον ν᾿ αναμένη,
με του θεού την δύναμιν τον θέλομεν πολεμήσει.
Κ᾿ ει μεν ευδοκήση ο Θεός να μας δώση το νίκος,
πολλά ελαφρά να επάρωμεν τα μέρη Σαλονίκης,
στο στρέμμα μας να επάρωμεν όλην γαρ την Βλαχίαν·Βλαχία=> Θεσσαλία (κυρίως)
3655να εξεχειμάσωμεν εδώ· και πάλε ωσάν ιδούμενστρέμμα=επιστροφή
ότι το ακούσει ο λαός των κάστρων της Βλαχίας
το πώς επολεμήσαμεν κ᾿ επήραμε το νίκος,
όλα τα κάστρη παρευτύς μας θέλουν προσκυνήσει».
§ 276 Κ᾿ εις τούτο εσυμβιβάστησαν οι πρώτοι του φουσσάτου.
3660Ενταύτα εχωρίσασιν χιλίους αλογάτους,
και τρεις χιλιάδες γαρ πεζούς να υπάουν εκεί μετ᾿ αύτους
διά να υπαγαίνουν έμπροστεν κουρσεύοντα τους τόπους.
Τρεις σύνταξες τους έποικαν κ᾿ επροφωνεθήσανέ τους·
όλη μέραν να περπατούν τους τόπους να κουρσεύουν,
3665κι αφών έλθη γαρ το σπερνό, να καταλάβη η νύχτα,
του να περισωρεύωνται εις έναν τόπον όλοι.
§ 277 Απαύτου γαρ εχώρισαν τες σύνταξές τους όλες
κ᾿ εβάλθησαν εις την οδόν κι αρχάσαν να υπαγαίνουν
κουρσεύοντα, ζημιώνοντα τον τόπον της Βλαχίας,
3670και πάντα οι κουρσατόροι τους ομπρός γαρ υπαγαίναν
μιάς ημερού το διάστημα, ετόσον τους απείχαν.
Και όσον εκουρσέψασιν τα μέρη της Βλαχίας,
επέρασαν το σύνορον όπου χωρίζει ο τόπος
του βασιλέως εκ την Βλαχίαν, Κατακαλού τον λέγουν,Κατακαλού=>Κατάκαλη Γρεβενών
3675κ᾿ εσέβησαν στου βασιλέως τους τόπους να κουρσεύουν.
ΕΚΣΤΡΑΤΕΥΕΙ ΩΣ ΣΥΜΜΑΧΟΣ ΤΟΥ ΔΕΣΠΟΤΟΥ
§ 278 Εκεί έναν κάστρον ηύρασιν, το λέγουσιν τα Σέρβια·
ανθρώπους γαρ επιάσασιν εκ το καστέλλι εκείνο.
Ερώτησαν να τους ειπούν το τι μαντάτα εξεύρουν
κ᾿ εκείνοι απεκρίθησαν κ᾿ επληροφόρησάν τους·
3680«Το πώς ο Σεβαστοκράτορας με τα φουσσάτα όλα
κυρ Μιχαήλ του βασιλέως, όπου σας αναμένουν
σιμά εις την Ανδριανόπολιν εις τους μεγάλους κάμπους·
κ᾿ ετύχαινε να έρχωνται εδώ γυρεύοντάς σας·
ελπίζομεν να επέρασαν σιμά στο Σαλονίκι».
3685Ακούσων ταύτα ο Πρίγκιπας ομοίως και ο Δεσπότης,
χαράν μεγάλην έδειξαν ετότε του λαού τους·
ότι αγαπούν κι ορέγονται του να έχουν πολεμήσει.
Βουλήν επήραν παρευτύς το τι να έχουν ποιήσει,
και η βουλή τους έδωκε πάντα να υπαγαίνουν
3690ολόρθα εκεί που ευρέσκονται εκείνα τα φουσσάτα,
να πολεμήσουν μετ᾿ αυτούς, ελπίζουν να νικήσουν·
κ᾿ ει μεν τους έλθη το ριζικόν τον πόλεμον κερδίσουν,
ελπίζουν να ενεμείνουσιν της Ρωμανίας αφέντες.
Και τόσα εκαβαλλίκεψαν ότι έσωσαν εκείσε
3695στα μέρη της Πελαγονίας τα λέγουν κι ονομάζουν.Πελαγονία=>βορείως Καστοριάς
§ 279 Εκείνος ο κυρ Θεόδωρος ο Δούκας της Βλαχίας,Ιωάννης Α’ Δούκας [λάθος Χρονικού]
όστις ήτον Σεβαστοκράτορας όλης της Ρωμανίας,
ο εξάκουστος εις την στρατείαν και δόκιμος εις όλα,
ως άκουσε ότι έρχετον ο Πρίγκιπας κι ο Δεσπότης,
3700ώρθωσεν τα φουσσάτα του κ᾿ εχώρισεν τ᾿ αλλάγιααλλάγι=στρατ. μονάδα
κ᾿ ερμήνεψεν του καθενός από τους κεφαλάδες
την πράξιν γαρ και την στρατείαν όπου έμελλεν ποιήσουν·
Κουμάνους είχεν μετ᾿ αυτού όπου ήσαν δύο χιλιάδες·
διατό ήσαν ελαφρότεροι απ᾿ όλα τα φουσσάτα,
3705ομπρός εκαβαλλίκευαν τον τόπον να αποσκεπάζουν.
Απαύτους γαρ απέρχονται οι τριακόσιοι Αλλαμάνοι·
τους Ούγγρους γαρ εδιόρθωσεν και ήσαν το άλλο αλλάγι
κι απ᾿ εκεινούς ερχόντησαν οι Σέρβοι κ᾿ οι Βουλγάροι·
κι απέκει εκείνος έρχετον με τους Ρωμαίους και Τούρκους.
3710Και όσον διεχώρισεν όλα του τα αλλάγια,
είκοσι εφτά ευρέθησαν αλλάγια καβαλλάροι.
§ 280 Ως φρόνιμος και πονηρός όπου ήτον εις τα πάντα,
ώρισε εις όλα τα χωρία και ήλθαν οι χωριάτες
κ᾿ εφέραν τα φοράδια τους, βοΐδια κι αγελάδια
3715κι όσα ονικά κι αν είχασιν εκεί τα ηφέραν όλα·ονικά=γαϊδούρια
όλα τα εκαβαλλίκευαν απάνω εκ τα βουνία,
κ᾿ εφαίνονταν από μακρά ότ᾿ ήσαν καβαλλάροι.
Και πάσα εσπέρα ανάβγασιν ο κατά εις ηστιάν του,
και φαίνονταί σου τα βουνία κ᾿ οι κάμποι ότι όλοι καιόνται.
3720Κι απαύτου πάλε ώρισεν μικρούς τε και μεγάλους,
ούτως και τα φουσσάτα του ωσάν και των χωριάτων,
ομοφώνως και μιάν φωνήν στριγγίτσαν κι εφωνάζαν·
και φαίνεταί σου ότι βροντές τον κόσμον εταράττων.
§ 281 Απαύτου πάλε εδιόρθωσεν ανθρώπους εδικούς του
3725κ᾿ επαίρναν ρούχα κι άλογα κ᾿ έφευγαν κ᾿ υπαγαίναν
εκεί εις τον Πρίγκιπα Μορέως, ομοίως κ᾿ εις τον Δεσπότην,
κ᾿ ελέγαν τους τα ψέματα, τα ουκ είδαν ούτε ακούσαν.
Του βασιλέως γαρ τον λαόν σφόδρα τον επαινούσαν
κι αυξαίνουσι κ᾿ ελέγασι διά το ένα πεντακόσια,
3730και τόσα τους απόσωσαν ψεματικά μαντάτα,
ότι πολλά εδειλίασαν οι δεσποτάτοι όλοι
ΤΑ ΠΡΟ ΤΗΣ ΕΝ ΠΕΛΑΓΟΝΙΑ ΜΑΧΗΣ ΔΙΑΤΡΕΞΑΝΤΑ
§ 282 Απαύτου πάλε έκραξεν άνθρωπον της βουλής του,
προνοίες και χρήματα πολλά του ετάχθη κ᾿ υπησχήθη
να φανιστή ότι έφυγεν κ᾿ εδιάβη στον Δεσπότην.Μιχαήλ Β’ Δεσπότης Ηπείρου
3735Γραφήν του έδωκε απόκρυφα να δώση του Δεσπότη,
ό,τι του ειπή εκ στόματος, όλα να τα πιστέψη.
Επήρεν τα πιττάκια του κ᾿ εβάλθη εις τον δρόμον·
σπουδαχτικά επερπάτησεν, ήλθεν εις τον Δεσπότην,
κρυφώς απήλθεν εις αυτόν και μοναξά τον κράζει.
§ 282 3740Ο κλέφτης ήτον πονηρός και μηχανός εις σφόδρα·
ωσάν κλαίοντα άρχισεν να λέγη τον Δεσπότην·
«Αφέντη, εδώ με απέστειλεν ο κύρης μου ο αδελφός σου
να σε ειπώ το μυστήριον του, το τι σε συμβουλεύει.
Αλήθεια ένι, αφέντη μου, κ᾿ εκείνος μαρτυρεί το
3745ότι από του φτόνου και ζηλείας κι αναγκασίες ανθρώπων
εβάλθητε εις σκάνταλα κ᾿ εις την συνερισίαν·
εσύ εζήτας την Βλαχίαν, κ᾿ εκείνος το Δεσποτάτο.
Κι από ετούτης της αφορμής επλήθυνεν η μάχη
μέσα εις εσάς τους αδελφούς όπου ήτον ψέγος μέγα,ψέγος=ψόγος, επονείδιστο σφάλμα
3750να μάχεστε αμφότεροι εσείς οι δύο αυταδέλφοι.
§ 283 Λοιπόν, αφέντη μου, καλέ, ο κύρης μου ο αδελφός σου,
ως έδραμες απάνω του να επάρης την Βλαχίαν,
ουκ είχεν γαρ πού να γενή ουδέ το πού να δώση
κ᾿ επρόσφυγεν στον βασιλέαν όπου ένι αντίδικός σου.
3755Κι ως έμαθεν ο βασιλέας ότι φουσσάτα κάμνεις,
τον πρίγκιπα γαρ του Μορέως έποικες αδελφόν σου,
την αδελφήν σας του έδωκες διά ομόζυγον γυναίκαν
κ᾿ επήρες εις βοήθειαν σου με όσα φουσσάτα έχει.
Κακήν βουλήν απήρετε· και ποίος σας την εδώκεν,
3760να αφήστε γαρ τους τόπους σας και την ανάπαψίν σας,
να έλθητε στην Ρωμανίαν στου βασιλέως τους τόπους;Ρωμανία=δυτική Βυζαντινή επικράτεια
να μάχεσαι τον βασιλέα, τις είσαι, Δέσποτά μου;
πόσους τέτοιους ωσάν εσέν έχει στην εξουσίαν του;
Λοιπόν, αφέντη μου καλέ, άκου, και πίστευέ μου,
3765πολλά φουσσάτα έρχονται εδώ να σε θέλουν απαντήσει·
έχει Αλλαμάνους εκλεχτούς καλά πεντακοσίους,
Ούγγρους χιλιάδες δέκα τρεις όλους με τα δοξάρια,
Βουργάρους, Σέρβους έχει εδώ καν τέσσαρες χιλιάδες,
Ρωμαίους από την Ρωμανίαν όλους εδώ τους έχει,
3770εκ την Τουρκίαν κι Ανατολήν αριφνισμόν ουκ έχουν·
διά τον έναν όπου έχετε ο πρίγκιπας μετά σε,
είναι γαρ του βασιλέως ᾿ς τον έναν σας διακόσιοι.
Διά τούτο λέγει, Δέσποτα, ο αφέντης μου ο αδελφός σου
ότι αν εμαχίστητε από φτοράν δαιμόνου,
3775ουδέν έχει καλλιώτερον φίλον του εις τον κόσμον,
κι ως αγαπώντα σε πολλά, μεγάλως σε λυπάται,
Κ᾿ εξεύρεις κι άλλο, αφέντη μου, το πόσα σε κακεύει
ο βασιλέας της Ρωμανίας αυτός ο ΠαλαιολόγοςΜιχαήλ Η’ Παλαιολόγος
κι αν έλθης γαρ εις πόλεμον εις τοσούτα φουσσάτα,
3780πρώτο ημπορεί απ᾿ αμαρτίας να χάσης το κορμί σου,
και δεύτερον, χειρότερον, αν πέσης εις τας χείρας
του Παλαιολόγου βασιλέως εκεί όπου σε κακεύει,
ποτέ την Άρτα ουδέν θεωρείς ουδέ το Δεσποτάτο,
ΤΑ ΠΡΟ ΤΗΣ ΕΝ ΠΕΛΑΓΟΝΙΑι ΜΑΧΗΣ ΔΙΑΤΡΕΞΑΝΤΑ
§ 284 Εν τούτω λέγει, αφέντη μου, ο κύρης μου ο αδελφός σου·
3785σκόπησον με όλην σου την βουλήν να φύγης να γλυτώσης
εσύ με τα αρχοντόπουλα που είναι του Δεσποτάτου,
κι άγωμε εις τον τόπον σου, τα κάστρη σου να φυλάξης.
Και πάλε αν χάσης τίποτε από τα πεζικά σου,
αφών έχεις την αφεντίαν κ᾿ είσαι στο Δεσποτάτο,
3790πάλε φουσσάτα ου λείπουν σε, να έχης όσα κι αν θέλης».
Εκείνος γαρ ο ασεβής όπου έλεγεν ετούτα,
όλως κλαίοντα τα έλεγεν και κλαίοντα τα αφηγάτον,
§ 285 Και όσον αποπλήρωσεν ετούτα κι άλλα πλέον,
είδεν καλά κ᾿ εγνώρισεν, εδειλίασε ο Δεσπότης·
3795απολογίαν εζήτησεν ήθελε να υπαγαίνη.απολογία=άδεια, έγκριση
ως δε ο Δεσπότης τον κρατεί έως ότου να συντύχη
αλλήλως με τον πρίγκιπα να μάθη τα μαντάτα.
Κράζει παιδόπουλά του δύο και μοναξά τους λέγει·παιδόπουλο=υπηρέτης
« Αμέτε εις τον πρίγκιπα κ᾿ ειπέτε του από εμέναν
3800να έλθη συντόμως εδώ, βιαστικά τον χρήζω».
Κ᾿ εκείνοι εσπούδαξαν, γοργόν στον πρίγκιπα απήλθαν
το ειπεί του εκ τον αφέντην τους εκείνον τον Δεσπότην,
το είχαν κι αναγγείλαν του· ευθέως σπουδαίως εδιάβησπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
εκεί όπου ήτον ο ασεβής στην τένταν του Δεσπότου.
3805Εξάναρχα λεπτομερώς τον πρίγκιπα τα είπεν,
όλα τα αφηγήσετον, ωσάν και του Δεσπότου·
κι αφότου τα αφηγήσετον του πρίγκιπος τα λέγει,
απολογίαν του εδώκασιν, εδιάβη οπόθεν ήλθεν.απολογία=άδεια, έγκριση
Λεπτώς τα αφηγήσετον του Σεβαστοκρατόρου
3810την πράξιν όπου έποικεν εκείσε εις τον Δεσπότην
και πώς του υποσχέθηκεν να φύγη την νύχτα εκείνην.
Το ακούσει το ο κυρ Θεόδωρος μεγάλως γαρ εχάρη,Ιωάννης Α’ Δούκας
κράζει τους φρονιμώτατους όπου είχε εις τα φουσσάτα·
όλα τους αφηγήσετον, χαράν μεγάλη εποίκαν.
3815Ως δε ο Δεσπότης σε λαλώ, εκείνος της Ἑλλάδας
ουκ ήτον γαρ χαιράμενος, μεγάλην θλίψιν είχεν.
Έκραξε τον πρίγκιπα· οι δύο βουλήν ᾿πήραν
το πώς να ποιήσουσιν ομού και πώς να έχουν διάξει,
§ 286 Κράζουν τους κεφαλάδες τους, τους πρώτους του φουσσάτου,κεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
3820εβάλαν τους κι ωμόσασιν να κρύψουν την βουλή τους.
Αφότου γαρ εγένετον ο όρκος των κεφαλάδων
κι ωμόσασιν αμφότεροι να κρύψουσιν το πράγμα,
όπου ήθελεν να τους ειπή της Άρτας ο Δεσπότης,
εις τούτο άρξετον να λαλή και να τους αφηγάται,
3825ο Δεσπότης λεπτομερώς εκείνα τα μαντάτα,
τα είπεν και άφηγήσετον εκείνος ο δημηγέρτης
τον ήτον αποστείλοντα κυρ Θεόδωρος ο Δούκας
του Δεσπότου, του αδελφού, όλον με πονηρίαν.
Ακούσων ταύτα οι άρχοντες οι πρώτοι του φουσσάτου,
3830οι μεν επίστεψαν ευθέως αλήθεια ωσάν το ελέγαν·
κ᾿ οι άλλοι ελέγαν, ψέματα είπεν ο δημηγέρτης.
Ο αφέντης της Καρύταινας ο εξάκουστος εκείνοςΓοδεφρείδος ντε Μπρυγέρ (Geoffroy de Bruyères)
εντράπη, το ακούσει το φυγείον, μεγάλως εταραχεύτηφυγείον=άτακτη φυγή
και είπεν, ότι ψέματα είπεν ο χωριάτης
3835όπου ήλθεν κι αφηγήσετον εκείνα του Δεσπότου·
όλα όσα ήσαν λόγια εύκαιρα, καύχημα των Ρωμαίων
όπου επαινούνται ολοστινοί και ψέγουν τους εχτρούς τους.ολοστινός=ολόκληρος
«Αλλά ας σταματήσωμεν εδώ εις τους κάμπους τούτους
κι αν έλθουν, να πολεμήσωμεν ημείς ας τους δεχτούμε,
3840Μηδέν σκιαστήτε τίποτε αν είναι πλειότεροί μας·
ότι λαός πολύπλοκος κι από διαφόρες γλώσσες
ποτέ καλήν συμβίβασιν ουκ έχουσιν αλλήλως,
Ημείς γαρ και αν είμεθεν ολίγοι προς εκείνους,
όλοι είμεθεν ως αδελφοί και γλώσσαν μίαν λαλούμε,
3845κ᾿ εδάρτε θέλομεν φανή αν είμεθεν σγρατιώτες».
Εκείνοι οι περισσότεροι εκ τον φόβον όπου είχαν
τίποτε ουδέν αφκράστησαν του αφέντου της Καρυταίνου,
αλλά εις το τέλος είπασιν κι ούτως το αφιρώσαν·
ότι το ελθεί το βραδύ, να λάμψη το φεγγάρι,
3850να κοιμηθή ο λίος λαός να μη τους έχουν νοήσει,
το πλείον κρυφώς και σιγαλά όπου να ημπορέσουν
να ορμηθούν του φεγγαρίου και να έχουν μισσέψει,
να φύγουν ωσάν ημπορούν διά να μη κιντυνέψουν.
Κι όσον επλήρωσε η βουλή ότι να έχουν φύγει,
3855ο κατά είς εδιάβηκεν εις την κατούνα όπου είχεν.κατούνα=στρατόπεδο
§ 287 Εν τούτω ο αντρικώτατος ο αφέντης της Καρυταίνου,
εκείνος ο παράξενος ο επαινετός στρατιώτης,παράξενος=εξαιρετικός
επόνεσε η καρδία του κ᾿ εις σφόδρα ελυπήθη.
Ο μεν εντράπη το φυγείον, εθλίβη τον λαόν του,φυγείον=άτακτη φυγή
3860εσκόπησεν, ως φρόνιμος, το πώς να τους βοηθήση
να μη χαθούσιν άδικα κ᾿ έχει αμαρτίαν μεγάλην.
ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΕΤΑΙ ΜΟΝΟΣ ΕΙΣ ΠΕΛΑΓΟΝΙΑΝ [1259]
§ 288 Στην τέντα του εστάθηκεν, ραβδί κρατεί στο χέριν,
τον στύλον κρούει με το ραβδί και λέγει προς εκείνον·
«Στύλε μου, κράτει δυνατά την τέντα όπου με σκέπει
3865κ᾿ ειπές της εκ το μέρος μου, μηδέν το απιστήση
ότι πολλά την αγαπώ, ου χρήζω να κιντυνέψη.
Ημείς βουλήν απήραμεν, ο πρίγκιπας κι ο Δεσπότης,
να φύγωμεν από σπερού οι πρώτοι του φουσσάτου
ν᾿ αφήσωμεν τον λίον λαόν να έχουσιν κιντυνέψει.
3870Διά τούτο λέγω προς εσέν, τέντα μου ηγαπημένη,
μη πιάση κι απιστήσης το ότι ένι αλλέως το πράγμα·
σκόπησον να σωτερευτής όπως μη κιντυνέψης».
§ 289 Ακούσων ταύτα ο λαός που ήσαν εκεί μετ᾿ αύτον
το πράγμα το εξενοχάραγον, το ουκ είδασιν ποτέ τους,εξενοχάραγο=αλλόκοτο
3875όλοι εις φόβον επέσασιν, εταράχτησαν μεγάλως·
από άνθρωπον εις άνθρωπον επλάτυνεν το πράγμα,
Ο πρίγκιπας το άκουσεν, εχόλιασεν μεγάλως·
ώρισε ευθέως κ᾿ εκράξασιν τον αφέντην της Καρυταίνου
και λέγει τον χολιαστικά· «Ήτον καλόν το εποίκες;
3880τον όρκον όπου εποίκαμεν και την βουλήν ομοίως,
να το φαυλίσης φανερά, να μας αποσκεπάσης;
ουδέν το έποικες φρόνιμα, σφάλμα γαρ μέγαν ήτον».
Ο αφέντης της Καρύταινας τον πρίγκηπα απεκρίθη·
«Εγώ σφάλμα ουκ έποικα και τίς να με έχη μέψει,
3885έτοιμος να διαφεντευτώ και να τον πολεμήσω
όποιος να ειπή ότι έσφαλα, άνευ της αφεντίας σου,
όπου είσαι αφέντης μου λίζιος κι ουδέν σε αντιτείνω.λίζιος=υποτελής
Όσοι είπασιν να φύγωμεν να αφήσωμεν τον λαόν μας,
λουλούς τους έχω κι άτυχους, ου πρέπει να είναι αφέντες
3890ή να βαστάνουν άρματα, στρατιώτες να τους κράζουν».
Ως το ήκουσεν ο πρίγκιπας εννόησε, εντράπηκε το,
εμετανόησεν σφοδρά εις όσον γαρ εγίνη·
κράζει τον πρωτοστράτοραν, ορίζει τον και λέγει,
να βάλη τον διαλαλητήν του να έχη διαλαλήσει·
3895κανείς μη ακούση τίποτε και φοβηθή καν όλως
τα λόγια όπου ειπήθησαν ενταύτα εις τα φουσσάτα,
μη τα πιστέψη γαρ κανείς, ψέματα είναι μεγάλα.
Αλλά ας το κρατούσι αλήθειαν, κανείς μη το απιστήση,
ότι αύριον, αν θέλη ο Θεός, θέλουσι πολεμήσει.
3900Ως το ήκουσαν οι άπαντες ετότε οι Μοραΐτες
το πώς εδιαλαλήσασιν κι αφίρωσαν τους λόγους,
ότι τα λόγια τα είπασιν ψέματα ελαλήσαν,
ως δε την αύριον το πρωί θέλουσιν πολεμήσει,
όλοι το ανεχάρησαν, πολλά το επεθυμούσαν.
§ 290 3905Κ᾿ οι Δεσποτάτοι, ως το ήκουσαν, εθλίβησαν εις σφόδρα·Δεσποτάτοι=οι του Δεσποτάτου
εις τον Δεσπότη εδιάβησαν όλοι του οι μεγιστάνοι,
κρυφώς του είπαν μοναξά· «Αφέντη, τι έν᾿ το κάμνεις;
βούλεσαι ν᾿ αποθάνωμεν εδώ αδίκως μετ᾿ έσου;
ουδέν ακούης τους άτυχους τους Φράγκους του Μορέως,
3910το πώς ουδέν εδείλιασαν τα πλήθη των φουσσάτων
όπου έρχονται απάνω τους, αυτού του βασιλέως,
αλλά καλοαφιρώνωνται να τους έχουν πολεμήσει».
Ο Δεσπότης τους αποκρίθηκεν και λέγει προς εκείνους·
«Εγώ κρατώ τα είπαμεν και την βουλήν που εδόθη·
3915κ᾿ οι Μοραΐτες ας λαλούν κι ας ποιήσουν ως κελεύουν.
Βάλετε έναν από εσάς να διάβη εκ το φουσσάτο
του Δεσποτάτου, σας λαλώ, προφώνεσιν να ποιήση,
το συσπερώσει, μοναχά να εξέβη το φεγγάρι,συσπερώσει=βραδιάσει
όλοι ας κινήσουν παρευτύς μετά ησυχίας μεγάλης,
3920ολόρθα ας υπαγαίνωμεν εκεί εις το ιγονικόν μας·
κι όπου έχει θέλημα καλόν κι όρεξιν του πολέμου
ας ενεμείνη εδώ και να εύρη τα γυρεύει».
Ούτως το εποίκαν οι Ρωμαίοι του Δεσποτάτου εκείνοι·
το συσπερώσει εδιάβησαν εκ το φουσσάτο εκείθεν.
3925Έδε αμαρτίαν όπου έποικεν ετότε ο Δεσπότης
να έλθη να εβγάλη εκ τον Μορέαν τον πρίγκιπα Γυλιάμον
με το άνθος των ευγενικών ανθρώπων του Μορέως,
όπου είχασιν ανάπαψιν και μονοκρατορίαν,
κι απήγαν εις βοήθειαν του στην μάχην όπου είχεν·
3930τότε τους ελευτέρωσεν στας χείρας των εχτρών τουελευτερώνω [εδώ]=εγκαταλείπω
κ᾿ έφυγεν και εδιάβηκεν εις την Θεού κατάραν.
Ποίος ν᾿ ακούση πώποτε Ρωμαίου να έχη πιστέψει
δι᾿ αγάπην γαρ ή διά φιλίαν ή διά καμμίαν συγγένειον;
ποτέ Ρωμαίου μη εμπιστευτής διά όσα και σου ομνύει·
3935όταν θέλη και βούλεται του να σε απεργώση,απεργώνω=εξαπατώ
τότε σε κάμνει σύντεκνον ή αδελφοποιτόν του,
ή κάμνει σε συμπέθερον διά να σε εξολοθρέψη.
Ως ένι γαρ το φυσικόν του κόσμου το συνήθειον,
κακόν μαντάτο ουκ ημπορεί κανείς να το έχη κρύψει.
§ 291 3940Εκείνος ο πανάπιστος ο μέγας δημηγέρτης,
όπου τα εμαγέρεψεν ετούτα όπου σας λέγω,
το ιδεί ότι έφυγεν ευθέως εκείνος ο Δεσπότης,
σπουδαίως εδιάβηκεν γοργόν στου βασιλέως τον στόλον
κ᾿ είπεν τον Σεβαστοκράτορα· έφυγεν ο ΔεσπότηςΙωάννης Παλαιολόγος (Σεβαστοκράτωρ)
3945με τα φουσσάτα όπου ήφερεν από το Δεσποτάτον,
κ᾿ ενέμεινεν ο πρίγκιπας μόνι με τα εδικά του.
§ 292 Το ακούσει το ο Σεβαστοκράτορας, εχάρηκεν μεγάλως.
ευθέως τ᾿ αλλάγια του ώρθωσεν, εκίνησαν ενταύτα,
ολόρθα στην Πελαγονίαν ωρμήσαν να υπαγαίνουν.
§ 293 3950Σάββατο ημέραν εκίνησαν, τον πρίγκιπα επλησιάσαν.
Την κυριακήν γαρ το πρωί ωρμήσαν να πολεμήσουν.
§ 294 Κι αφών είδεν ο πρίγκιπας ότι έφυγε ο Δεσπότης
κ᾿ εγνώρισε εις πληροφορίαν το έργον το του εποίκεν,
κ᾿ έμεινεν στην Πελαγονίαν ούτως απεργωμένος,
3955μόνον με τα φουσσάτα του όπου είχε εκ τον Μορέαν,
κ᾿ έξευρεν ότι έρχετον του βασιλέως ο στόλος
με τον Σεβαστοκράτοραν διά να τον πολεμήσουν·
ως φρόνιμος κ᾿ ευγενικός όπου ήτον και στρατιώτης,
κράζει τους κεφαλάδες του, τους πρώτους του φουσσάτου
3960και όλους τους καβαλλαρίους, Φράγκους τε και Ρωμαίους,
και άρξετον να τους λαλή και να τους συντυχαίνη,συντυχαίνω=ομιλώ, συνομιλώ
γλυκία τους ενουθέτευεν κ᾿ επαρηγόρησέ τους·
«Συντρόφοι, φίλοι κι αδελφοί, ως τέκνα και παιδία μου,
γινώσκει ο Θεός κ᾿ η δόξα του το πώς είμαι θλιμμένος
3965εις τούτο όπου μας έποικεν Δεσπότης ο αδελφός μου
κι απέργωσέ με ωσάν παιδί και ήφερέν με ενταύτα.
Εγώ διά την αγάπην του και πάλε διά την τιμήν μου,
εβλέποντας τον θάνατον, την ακληρίαν όπου είχεν
απ᾿ τον Σεβαστοκράτορα αυτόν τον αδελφόν του,
3970όπου του απήρε την Βλαχίαν, το Δεσποτάτο εζήτα,
επήρα τα φουσσάτα μου, εσάς τους εδικούς μου
κ᾿ ήλθα εις συμμάχειον εκεινού διά να του έχω βοηθήσει.
Και όσον μ᾿ επροσήφερεν εδώ εις την Ρωμανίαν,
ούτως μας επαράδωκεν αυτός του αδελφού του
3975ωσάν ο Ιούδας τον Χριστόν εκεινών των Ιουδαίων.
Διά τούτο λέγω προς εσάς, όλους παρακαλώ σας·
αφών μας ήφερε η αμαρτία εδώ εις τους εχτρούς μας
εξεύρετε ότι μακρέα απέχομεν του Μορέως.
κι αν θέλομεν να φύγωμε ουδέν κατευοδούμε
3980κ᾿ ήθελεν είσται άσκημον να ειπήθη εις τον κόσμον,
αφών στρατιώτες είμεθεν να φύγωμεν ως γυναίκες.
Αλλά ας σταθούμε ως άνθρωποι, στρατιώτες παιδεμένοι·
το πρώτον ας φυλάξωμεν ως πρέπει την ζωήν μας,
και δεύτερον πάλε από αυτό το έπαινος του κόσμου,
3985το αγαπούσιν οι άπαντες όπου άρματα βαστούσιν.
Εκείνοι όπού έρχονται εδώ του να μας πολεμήσουν
όλοι είναι πολυσώρευτοι από διαφόρες γλώσσες·
και θέλω να το εξεύρετε, τινάς μη το απιστήση,
ότι ο λαός πολύπλοκος και πολυσωρεμένος,
3990ποτέ καλήν συμβίβασιν ουκ έχουσιν αλλήλως.
Ημείς γαρ και αν είμεθα ολίγοι προς εκείνους,
όλοι είμεθεν γνώριμοι και μίας ουσίας ανθρώποι,
και πρέπει όλοι ως αδελφοί αλλήλως ν᾿ αγαπάστε.
Επεί αν έχωμεν ομού αγάπην ως αρμόζει,
3995ο κατά είς γαρ από εμάς ν᾿ αξιάζη διακόσιους
από όσοι έρχονται εδώ διά να μας πολεμήσουν.
Ουδέν φροντίζω άλλους τινές μόνον τους Αλλαμάνους·Αλλαμάνοι [εδώ]=Γερμανοί μισθοφόροι
τριακόσιοι είναι μοναχοί κ᾿ έχουν έναν αφέντην
Δούκαν ντε Καρεντάνε τον λαλούν, ούτως τον ονομάζουν,
4000Και έχω εις πληροφορίαν το πρώτον τους αλλάγιαλλάγι=στρατ. μονάδα
τους Αλλαμάνους έχουσιν να έλθουν να πολεμήσουν,
Λοιπόν αν ποιήσωμεν ορμήν ως φρόνιμοι στρατιώτες
των Αλλαμάνων την φοράν του πολέμου απαντήσαι,
να δώση ο Θεός κ᾿ η μοίρα μας κ᾿ η ευχή γαρ των γονέων μας,
4005να τους σπαράξωμεν ποσώς να επάρωμεν το νίκος,
τους άλλους όλους έχομεν ως φάλκονας περδίκιν.φάλκονας=γεράκι
Η ΕΝ ΠΕΛΑΓΟΝΙΑ ΜΑΧΗ [1259]
§ 296 Διά τούτο λέγω προς εσάς το πρώτο μας αλλάγι
να ποιήσωμεν καλλιώτερον, όλο εκλεχτούς ανθρώπους,
να εξεύρουσιν να πολεμούν, να εντρέπωνται τον κόσμον·
4010και να ένι απάνω εις αυτούς ως κεφαλή κι αφέντης
ο αφέντης της Καρύταινας αυτός ο ανεψιός μου,
Κ᾿ ελπίζω πρώτα στον Θεόν κι απέκει στην στρατιάν του
ότι να πράξη ως φρόνιμος, ωσάν καλός στρατιώτης».
Ως το είπεν γαρ ο πρίγκιπας ούτως και το εποιήσαν·
4015εχώρισαν τα αλλάγια τους τες σύνταξες όπου είχαν.
Στην χώρισιν των αλλαγιών, στες σύνταξες που εποίκεν
αυτού και όλοι οι Ρωμαίοι έσωσαν εις τον κάμπον.
§ 297 Το πρώτο αλλάγι όπου είχασιν ήτον των Αλλαμάνων·
το ιδεί τους γαρ ο εξάκουστος ο αφέντης της Καρυταίνου,
ολόρθα εις αύτους ώρμησεν, έσκυψαν τα κοντάρια.
4020Τον πρώτον όπου απάντησεν κ᾿ εδώκεν κονταρέαν
ήτον εκείνος που έλεγαν Δούκα ντε Καρεντάνα·
στο στήθος τον εβάρεσεν απάνω εις το σκουτάριν,σκουτάρι=ασπίδα
με το φαρίν τον έρριξεν εις γην αποθαμένον·φαρί=πολεμικό άλογο
απαύτου έδειρε άλλους δύο όπου ήσαν συγγενείς του.
4025Το κοντάρι όπου εβάσταζεν εκόπη εις τρία κομμάτια·
κ᾿ ευθέως εγρήγορα έβαλεν το χέριν στο σπαθί του
και άρξετον να πολεμή εκείνους τους Αλλαμάνους·
όσοι του ερχόντησαν ομπρός διά να τον πολεμήσουν,
όλους τους εκατέκοφτεν ως χόρτον εις λιβάδι.
§ 298 4030Κι ως έβλεπαν οι έτεροι όπου ήσαν μετ᾿ εκείνον,
όλοι αντρειομένα εβάλθησαν και συντροφίαν του κάμνουν,
τους Αλλαμάνους έσφαξαν κ᾿ εθανατώνανέ τους.
§ 299 Κι ως είδε ο Σεβαστοκράτορας απέκει όπου εθεώρειΙωάννης Παλαιολόγος
ότι οι Αλλαμάνοι εσπάραξαν κι απήρασι το κρότος,κρότος=άτακτη φυγή
4035γοργόν σπουδαίως εκεί έδραμεν όπου ήσασιν οι Ούγγροι,σπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
ορίζει τους να σύρνουσιν όλοι με τας σαγίτας
στο αλλάγι κείνο που έσμιξε μετά τους Αλλαμάνους,
και είπεν τους απόκοτα· «Μη παρατηρηθήτε
τους Αλλαμάνους τίποτε διατί είναι εδικοί μας·
4040επεί, ως εβλέπω και θεωρώ, ο δράκοντας εκείνος
ο αφέντης της Καρύταινας κακά τους υπαγαίνει.
Κι αν θέλετε να σύρνετε μόνο απάνω στους Φράγκους,
ουδέν κατευοδώνετε να τους έχετε δραλήσει·δραλίζω=τρέπω εις φυγήν
αλλά αμφότεροι σύρνετε μέσα εις τον πόλεμόν τους,
4045να σφάξετε τους ίππους τους όπου καβαλλικεύουν,
να πέσουν οι καβαλλαροί απάνω εις τα φαριά τους
όπως να τους πατάξωμε μη πρου μας θανατώσουν.πρου=προτού
Κι αν αποθάνουν ενομού μ᾿ αυτούς οι Αλλαμάνοι,
κάλλιο ας χαθούσι μοναχοί παρ᾿ όλα τα φουσσάτα·
4050και ας έχω την αμαρτίαν, και ποιήσετε ως το ορίζω».
§ 302 Κ᾿ οι Ούγγροι, ως ωρίστησαν, ούτως και το εποιήσαν.
αρχάσαν κ᾿ εδοξεύασιν τους Φράγκους κι Αλλαμάνους·
κι από την άλλην γαρ μερέαν ήλθασι κ᾿ οι Κουμάνοι
κ᾿ εδόξευαν αμφότεροι το γένος γαρ των Φράγκων.
4055Τι να σας λέγω τα πολλά και πώς να τα διαλύσω;
όλους τους ίππους και φαρία των Φράγκων κι Αλλαμάνωνφαρία=πολεμικά άλογα
όλα τα εκατασφάξασιν κ᾿ οι καβαλλάροι επέσαν.
Έπεσε γαρ κι ο θαυμαστός, το φούμος των στρατιώτων,φούμος=φημισμένος
ο αφέντης της Καρύταινας ομού με το φαρίν του.
4060Κ᾿ ετότε ο Σεβαστοκράτορας, ως είδεν κ᾿ εγνώρισέν τον,
στριγγήν φωνίτσαν έσυρεν, έδραμε εκείσε εις αύτον,
μη σύρη εις αύτον πλείον κανείς, απάνω εις το κορμί του.
Και λέγει του· «Μισίρ Ντζεφρέ, αφέντη της Καρυταίνου,
μη πρου σε σφάξουν, αδελφέ, ᾿ς εμέναν παραδόσου·
4065απάνω εις την ψυχίτσα μου δόλον ου μη να έχης».
Εις το σπαθί του ώμοσε κ᾿ ενταύτα επαρεδόθη.
§ 304 Αφότου επαρεδόθηκεν ο θαυμαστός εκείνος,
ο αφέντης της Καρύταινας, ο εξάκουστος στρατιώτης,
το φλάμουρόν του έπεσεν εκεί όπου τον επιάσαν·φλάμουρο=σημαία
4070ατός του ο Σεβαστοκράτορας το εσήκωσεν κι απήρεν,
οκάποιον το επαράδωκεν από την φαμελίαν του
να το βαστά προσεχτικά και να του το φυλάττη.
§ 303 Ως είδεν γαρ ο πρίγκιπας την πονηρίαν που εποίκεν,
ετότε ο Σεβαστοκράτορας εις την αρχήν της μάχης,
4075όταν εσμίξασιν ομού ο αφέντης της Καρυταίνου
κ᾿ οι Αλλαμάνοι, σε λαλώ, κ᾿ εσφάζονταν αλλήλως·
το πώς τους Ούγγρους έβαλεν, ομοίως και τους Κουμάνους,
κ᾿ εις αύτους εδοξεύασιν να σφάξουν τ᾿ άλογά τους·
απήρε αλλάγιν μετ᾿ αυτόν κ᾿ εδιάβη εκείσε εις αύτον
4080να του βοηθήση, αν ημπορή, να μη τον αποδείρουν.
Το δε το πλήθος των Ρωμαίων και το σαγιττολάσι
εσφάξασιν τα άλογα κ᾿ οι καβαλλάροι επέσαν·
κι αφότου ευρέθησαν πεζοί μέσα εις τα φουσσάτα,
το τι ποιήσει ουκ είχασιν, ηθέλαν κι ουκ ηθέλαν.
4085Μη πρου αποθάνουν άδικον θάνατον εις τον κόσμον,
όλοι επαραδόθησαν κι ο πρίγκιπας ατός του.
§ 305 Ουδέν εγλύτωσαν τινές, μόνη η φτωχολογία·
όσοι ημπορέσαν κ᾿ έφυγαν κ᾿ ήλθαν εκ την Βλαχίαν,
οι μεν εγλύτωσαν πεζοί κ᾿ ήλθαν εις τον Μορέαν,
4090άλλους τινές επιάσασιν οι Βλάχοι στην Βλαχίαν,Βλαχία=> Θεσσαλία (κυρίως)
τους άλλους πάλε εσκότωσαν κ᾿ ερρουχολόγησάν τους.
ΣΥΛΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΕΝ ΠΕΛΑΓΟΝΙΑ
§ 306 Κι όσον έπαψε ο πόλεμος κ᾿ εκέρδισαν τους Φράγκους,
ώρισε ο Σεβαστοκράτορας κ᾿ εστήσασιν τες τέντες.
Η τέντα της κατούνας του τέσσαρους στύλους είχεν·κατούνα=στρατόπεδο
4095κι αφότου την εστήσασιν κ᾿ εσέβηκεν απέσω,
ορίζει κ᾿ ήλθαν οι άρχοντες όλοι του οι κεφαλάδες,
κι απαύτου ορίζει κ᾿ ήφεραν τον πρίγκιπα Γυλιάμον,
τον αφέντην της Καρύταινας και όλους τους καβαλλαρίους.
Τιμητικά τον έπιασε τον πρίγκιπα εκ το χέριν,
4100γλυκέα τον εχαιρέτησε, σιμά του τον καθίζει.
§ 307 Καλώς ήλθες, αδέλφι μου, καλώς ήλθες γαμπρέ μου,
πολλά επεθύμουν να σε ιδώ ωσάν σε βλέπω εδάρτε».
Εκ το άλλο χέριν έπιασε τον αφέντη της Καρυταίνου,
τιμητικά τον έβαλε κ᾿ εκάτσε στο πλευρόν του.
4105Κι αφών εκάτσαν ενομού κ᾿ εγέμισεν η τέντα
το πλήθος των καβαλλαρίων κι᾿ όλον το αρχοντολόγι,
άρξετον ο Σεβαστοκράτορας του πρίγκιπος να λέγη·
«Μα τον Χριστόν, καλέ αδελφέ, πρίγκιπα και γαβρέ μου,
πολλά έπρεπε να ευχαριστάς τον Θεόν και τους αγίους,
4110όταν έδωκεν ο Θεός εσέν και των γονέων σου
να είστε αφέντες του Μορέως, να έχετε τέτοιαν δόξαν,
κ᾿ έπρεπε να αναπαύεσαι εκεί στην αφεντίαν σου
και να μηδέν εγύρευες άλλους να ακληρήσης.
Ειπέ με το σε έφταισα και τι κακόν σ᾿ εποίκα,
4115κ᾿ ήλθες απάνω εις εμέν να επάρης το ιγονικόν μου;
και πάλε ουδέν σε άρκησε να έλθης εις εμένα,
που είμαι μετά σε γείτονας κ᾿ έχεις την αδελφή μου,
αλλά ήλθες στον αφέντη μου τον άγιον βασιλέα
να επάρης το βασίλειον του, να γένης βασιλέας.
4120Εν τούτω έπρεπε να εγροικάς και να το απεικάσης
ότι έν᾿ καλλίων σου άνθρωπος και χριστιανός με αλήθειαν.
Και ο Θεός όπου ένι κριτής και κρένει εις το δίκαιον, απάνω
κ᾿ ήφερέν σε εις τας χείρας του κ᾿ έχει σε εις θέλημάν του·
κι ωσάν εγύρευες εσύ εκείνον ν᾿ ακληρήσης,
4125σε θέλει εβγάλει εκ τον Μορέαν, όπου ουδέν έχεις δίκαιον.
Εκείνος ένι γονικός της Ρωμανίας αφέντης·
κ᾿ εσύ αν έβγης ᾿κ την φυλακήν, άγωμε εις την Φραγκίαν,
όπου ένι εκεί το φυσικόν το ιγονικόν όπου έχεις».
§ 308 Και όσον αποπλήρωσεν ετούτα όπου σας λέγω,αποπληρώνω=ολοκληρώνω
4130ο πρίγκιπας, ως φρόνιμος, ρωμαίϊκα του απεκρίθη·
«Κύρης μου σεβαστοκράτορα και γυναικάδελφέ μου,
πολλά έχεις την προτίμησιν μεγάλην από εμέναν
να λέγης και να πολεμής, διατί είμαι εις φυλακήν σου.
Επεί διά τόσο αν έμελλε στον τόπον να αποθάνω,
4135ου μη ν᾿ αφήσω να ειπώ μέρος εκ την αλήθειαν.
Ου πρέπει τον ευγενικόν άνθρωπον να καυχάται,
ούτε να ψέγη αν έχη εχτρόν και φέρη τον η τύχη
να τον κρατή εις φυλακήν ωσάν κρατείς εμέναν.
Και πάλε άλλο χειρότερον, να ψέγη άλλος εις πράγμα,
4140το έχει εκείνος την αιτίαν κ᾿ ένι καταπιασμένος.
§ 309 «Εγώ, αδελφέ, αν εγύρευα να αυξήσω την τιμήν μου,
το πλούτος και την δόξαν μου, πρέπει να με επαινάτε,
διατό πρέπει τον άνθρωπον, όπου άρματα βαστάζει,
ν᾿ αυξαίνη γαρ το πλούτος του, ομοίως και την τιμήν του,
4145μόνον να μη ένι άδικον, να επαίρνη συγγενών του
και να ακληρά την σάρκαν του, τους σαρκικούς του φίλους.
Πάντως εγώ είμαι πρίγκιπας, ένας μικρός στρατιώτης,
κι ουδέν με εβλέπεις ότι έδραμα απάνω εις συγγενήν μου
ούτε εις φτωχόν μου γείτοναν να επάρω το εδικόν του·
4150αλλά έδραμα εις βασιλέαν, όπου ένι αφέντης μέγας,
όπου έχει κράτος κι αφεντίαν μεγάλην εις τον κόσμον
κ᾿ ένι εις αντρία εξάκουστος απάνω εις τους στρατιώτες
κ᾿ ένι τιμή μου κ᾿ έπαινος, να πιάνωμαι μετ᾿ αύτον,
διατί ένι εκείνος βασιλέας κ᾿ εγώ μικρός στρατιώτης.
4155Και πάλιν ένι εκ της φυλής του γένους των Ρωμαίων
κι ουδέν μετέχω προς αυτόν εις τίποτε συγγένειαν.
§ 310 Εσύ γαρ όπου ευρίσκεσαι αυτάδελφος Δεσπότου
με τέτοιον τρόπον κι αφορμήν ωσάν εσύ το εξεύρεις,
κι ουδέν σε αρκεί το σ᾿ έδωκεν από το ιγονικόν του
4160του να κρατής εις αφεντίαν τον τόπον της Βλαχίας,
όπου ένι το καλλιώτερον μέλος της βασιλείας του,
αλλά εβουλήθης παντελώς του να τον ακληρήσης,
να επάρης εκείνο όπου κρατεί, όλον το Δεσποτάτο,
κ᾿ εκείνος να ένι τζάγδαρος, έρημος εις τον κόσμον.τζάγδαρος=κακομοίρης, πεινασμένος
4165Κ᾿ έποικες άλλο πλειότερον, μεγάλην αμαρτίαν,
διατί ουδέν υπόμενες να μάχεσαι μετ᾿ αύτον,
ως γείτονας και συγγενής, ως το έχει ο κόσμος όλος,
αλλά έδραμες στον βασιλέαν όπου ένι αφέντης μέγας,
– διατί τον έχει αντίδικον κ᾿ εχτρεύεται μετ᾿ αύτον –
4170διά να σε δώση συμμαχίαν και δύναμιν φουσσάτου,
να τον βοθριάσης παντελώς και να τον ακληρήσης.
Κι ουδέν σε έπρεπε, αδελφέ, ούτε τιμή σου ένι,
διατί με ήφερε η αμαρτία κ᾿ η τύχη της στρατείας
κ᾿ έπεσα εις τας χείράς σου κ᾿ είμαι εις φυλακήν σου
4175να με ονειδίζης άσκημα, αδίκως, παρά λόγου,
εις πράγματα κ᾿ υπόθεσες, το ουδέν ᾿ς εμέ τυχαίνουν,
εδώ εις τόσα πρόσωπα ευγενικών ανθρώπων,
κ᾿ εκδύνεσαι τα πράγματα και τες αιτίες όπου έχεις
και βάνεις τα απάνω μου τα ουδέν με εμέ τυχαίνουν».
§ 311 4180Κι ως ήκουσε ο σεβαστοκράτορας του πρίγκιπος τα λόγια,
το πώς τον αποκρίθηκεν με αλαζονείαν μεγάλην
κι ουδέν τον εφροντίσετον διατί ήτο εις φυλακήν του,
μεγάλως το εβαρύθηκεν, σφόδρα το ελυπήθην.
Πολλά γαρ εθυμώθηκεν, στον πρίγκιπα Γουλιάμον·
4185κι αν έλειπε διά εντροπήν των ευγενών ανθρώπων
όπου ευρισκόντησαν εκεί, Φράγκοι τε και Ρωμαίοι,
ειπείν και ποιήσειν ήθελεν του πρίγκιπος ασκημίαν.
Ως είδαν γαρ οι ευγενικοί, που ήσαν εκεί μετ᾿ αύτους,
την πρόσοψιν και τον θυμόν του σεβαστοκρατόρου,
4190εβάλθησαν με συντυχίες, με τρόπους καλωσύνης,
κ᾿ επράϋναν τα λόγια τους κ᾿ έβαλάν τους ᾿ς αγάπην.
§ 312 Κι αφότου αναπαύτηκεν εις την Πελαγονίαν
ο σεβαστοκράτορας με τα φουσσάτα όπου είχεν,
τότε ημέρας δύο εποιήσασιν να θάψουν τους σκοτωμένους,
4195να θεραπέψουν τας πληγάς όσοι ήσαν λαβωμένοι.
Ώρθωσεν τα φουσσάτα του κ᾿ εκίνησαν υπαγαίνει
ολόρθα στην Κωνσταντινόπολιν όπου ήτο ο βασιλέας.
ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΣ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ
Επήρε γαρ τον πρίγκιπα τιμητικά μετ᾿ αύτον·
σιμά του εκαβαλλίκευεν, μετ᾿ αύτον εκοιμάτον·
4200και τόσα ωδηγέψασιν, απόσωσαν στην Πόλιν.
Κι αφότου απεζέψασιν κ᾿ επιάσαν τες κατούνες,
επήρε ο σεβαστοκράτορας τον πρίγκιπα Γυλιάμον·
από το χέρι τον κρατεί κ᾿ εις το παλάτι εσώσαν.
Ο βασιλεύς εκάθετον ετότε εις το θρονίν του,
4205τον γύρον τα αρχοντόπουλα και μέσα ο βασιλέας.
Ο πρίγκιπας γονατιστά τον βασιλέα εχαιρέτα,
κι ο βασιλεύς, ως φρόνιμος κ᾿ ευγενικός όπου ήτον,
από το χέρι τον κρατεί κι απάνω τον σηκώνει·
«Καλώς ήλθες ο πρίγκιπας μετά την συντροφίαν σου».
4210Ώρισεν και εκάθισεν μικρόν εκεί μετ᾿ αύτον
κι απαύτου ορίζει ο βασιλέας κι απήραν τον απέκει·
εις φυλακήν τον έβαλαν μετά τιμής μεγάλης.
Ο αφέντης της Καρύταινας κ᾿ οι άλλοι φλαμουριάροιφλαμουράριος=βαθμοφόρος
εκεί μετά τον πρίγκιπα τους έβαλαν να είναι
4215διά να έχουσιν ομότιμα και παρηγόρημά τους
την φυλακήν όπου είχασιν διά φούμος του βασιλέως.
§ 313 Κι όσο εποίησαν εις φυλακήν την εβδομάδα εκείνην,
ώρισεν γαρ ο βασιλεύς, τον πρίγκιπαν ηφέραν,
ομοίως και τους καβαλλαρίους όπου ήσαν μετ᾿ εκείνον,
4220εκεί όπου ήτον ο βασιλέας απάνω στα παλάτια·
και λέγει προς τον πρίγκιπαν ατός του ο βασιλέας·
«Πρίγκιπα, εσύ θεωρείς κ᾿ εβλέπεις το ατός σου
το πώς είσαι εις φυλακήν κ᾿ έχω σε εις εξουσίαν μου,
αν θέλω να ελευτερωθής, αν θέλω να αποθάνης.
4225Και λέγω σε εις πληροφορίαν, και μη το απιστήσης·
αν ήσουν γαρ εις τον Μορέαν εκεί όπου ήσουν αφέντης,
και να είχες μάχην μετά εμέν ωσάν να επεχειρίστης,
ουδέν ημπόρεις στα μακρέα μετ᾿ έμε να υπομένης
να μη σε εξήβαλα απ᾿ εκεί της γης και της θαλάσσης,
4230να εκέρδισα τον τόπον σου όπου ένι ιγονικός μου.
Λοιπόν αφότου ευρίσκεσαι εδώ στην φυλακήν μου
εσύ κι όλος σου ο λαός κ᾿ είναι εδώ μετ᾿ έσου,
αν θέλω αρτίως να στείλω εκεί φουσσάτα εδικά μου,
να στείλω με τα κάτεργα να υπάγουν της θαλάσσης
4235κι᾿ απαύτου πάλε από της γης να υπάγουν της στερέας,
επεί ένι γαρ κι ο τόπος σου γυμνός εκ τα φουσσάτα,
να τον επάρουν εύκολα και να τον έχης χάσει.
Εν τούτω λέγω, πρίγκιπα, και συμβουλεύομαί σε·
διατί οι γονείς σου εκόπιασαν κ᾿ εξώδιασαν λογάριλογάρι=χρήμα
4240διά να κερδίσουν τον Μορέαν, κ᾿ εσύ πάλε απ᾿ εκείνους,
περί να χάσης τα κρατείς να μείνης ακληρημένος,
έπαρε εκ το λογάριν μου – πολύ να σε χαρίσω –
εσύ κ᾿ οι καβαλλάροι σου όπου είναι εδώ μετ᾿ έσου,
να σας εβγάλω απ᾿ εδώ, να σας ελευτερώσω·
4245κι αμέτε κι αγοράσετε χώρες εις την Φραγκίαν,
να έχετε παντοτινά εσείς και τα παιδία σας
κι αφήτε εμέναν τον Μορέαν όπου ένι ιγονικόν μου.
Επείν κι αν σας εξήβαλα εδώ εκ την φυλακήν μου,
και να ήστε πάλε στον Μορέα, καθώς ήστε και πρώτα,
4250ποτέ σας να μη έχετε εσείς και τα παιδιά σας
ειρήνην ούτε ανάπαψιν να φάτε το ψωμί σας».
§ 314 Ο πρίγκιπας αφκράζετον του βασιλέως τα λόγια
κ᾿ εσκόπα πώς ν᾿ αποκριθή όπως να μη έχη σφάλλει.
Κι όσον είπεν κ᾿ επλήρωσεν τα ελάλει ο βασιλέας,
4255άρξετον πάλε ο πρίγκιπας να λέγη προς εκείνον·
«Δέσποτα, άγιε βασιλέα, δέομαί σου το κράτος,
ως άνθρωπος ξενωτικός κι απαίδευτος όπου είμαι,
να έχω την συμπάθειον σου απόκρισιν ποιήσω.
Αφών ορίζει, δέσποτα, της βασιλείας το κράτος
4260τον τόπον και την αφεντίαν όπου έχω στον Μορέαν
να σε τον δώσω, αφέντη μου, λογάριν να με δώσης
εμέν και των συντρόφων μου όπου είναι μετ᾿ εμέναν,
κ᾿ υπάμε ημείς εις την Φραγκίαν όπου έν᾿ το ιγονικόν μας
και τόπους ν᾿ αγοράσωμεν να ημένωμεν εις αύτους,
4265κ᾿ εσέν να μείνη ο Μορέας όπου ένι ιγονικόν σου·
το δύνομαι ν᾿ αποκριθώ και δύνομαι ποιήσαι,
σε θέλω ποιήσει απόκρισιν και δέξου το εις αλήθειαν,
επεί, αν μ᾿ εκράτεις ᾿ς φυλακήν πενήντα πέντε χρόνους,
ποτέ από εμέν ουκ ημπορείς να έχης άλλο πράγμα,
4270μόνον κ᾿ ετούτο όπου ημπορώ, λέγω την βασιλείαν σου.
Ο τόπος γάρ, αφέντη μου εκείνος του Μορέως,
ουδέν τον έχω ως γονικόν ούτε παππουδικόν μου
διά να τον έχω εις εξουσίαν να δώσω και χαρίσω.
Τον τόπον που εκερδίσασιν οι ευγενικοί εκείνοι
4275όπου ήλθαν γαρ εκ την Φραγκίαν εδώ εις την Ρωμανίαν
ομού με τον πατέρα μου, ως φίλοι και συντρόφοι.
Με το σπαθί εκερδίσασιν τον τόπον του Μορέως,
αλλήλως τον εμοίρασαν με ψήφους εις το ζύγι·
του καθενός εδώκασιν προς την ουσίαν όπου είχεν,ουσία [εδώ]=αξία, καταγωγή
4280και μετά ταύτα εκλέξασιν αμφότεροί τους όλοι,αμφότεροι [εδώ]=άπαντες
ως άνθρωπον τιμιώτερον και φρονιμώτερόν τους,
κ᾿ εποίκαν τον πατέρα μου ως αρχηγόν εις όλους.
Με συμφωνίες, στοιχήματα τα εβάλασιν εγγράφως
να μη έχη δύναμιν καμμίαν να κρένη μοναχός του,
4285ούτε να ποιήση τίποτε πράγμα γαρ εις τον κόσμον
άνευ βουλής και θέλημα ολών του των συντρόφων.
Λοιπόν, αφέντη βασιλέα, εγώ εξουσίαν ουκ έχω
να δώσω πράγμα τίποτε από τον τόπον που έχω
διατί τον εκερδίσασιν με το σπαθί οι γονείς μας
4290προς τα συνήθεια που έχομεν, τα εποίησαν αμφοτέρως.τα συνήθεια=Εθιμικό Δίκαιο
Αλλά, ως ένι το σύνηθες όπου έχουν οι στρατιώτες,
τον πιάσουσιν εις πόλεμον και φυλακέψουνέ τον,
με υπέρπυρα και χρήματα εξαγοράζουνέ τον.
Ας το διακρίνη αφέντη μου, της βασιλείας το κράτος,
4295προς την ουσίαν του καθενός όπου είμεθεν ενταύτα
να δώση να εξαγοραστή να έβγη εκ την φυλακήν σου.
Κι αν θέλη ετούτο, δέσποτα, της βασιλείας το κράτος,
να βιαστούμε ο κατά είς το δύνεται και σώνει,
να δώση κ᾿ εξαγοραστή, να έβγη εκ την φυλακήν σου·
4300είτε σε φαίνη, αφέντη μου, να μη μας το ποιήσης ούτως,
εδώ μας έχεις ᾿ς φυλακήν και ποίησον ως κελεύεις».
§ 315 Ακούσων ταύτα ο βασιλέας μεγάλως εθυμώθη
και λέγει προς τον πρίγκιπα μετά θυμού μεγάλου·
«Πρίγκιπα, φαίνεται καλά ότι Φράγκος υπάρχεις,
4305διατί έχεις την αλαζονείαν, ως το έχουσιν οι Φράγκοι·
επεί τους Φράγκους πάντοτε η αλαζονεία τους χάνει
και φέρνει τους ᾿ς απώλειαν από τους λογισμούς τους,
ωσάν σε ήφερεν κ᾿ εσέν ενταύτα η αλαζονεία σου,
και ήλθες εις τας χείρας μου εδώ εις την φυλακήν μου.
4310Και λέγεις και λογίζεσαι εκ την αλαζονείαν σου
να έβγης από τας χείρας μου κι από την φυλακήν μου.
Διού σε ομνύω, ως βασιλεύς, και κράτει το εις αλήθειαν,
ότι ποτέ σου απ᾿ εδώ να μη έβγης διά δηνάρια,
να πουληθής διά χρήματα, να εξέβης διά λογάριν».λογάρι=χρήμα
§ 316 4315Ώρισε ευθέως ο βασιλέας κι αρπάξαν τον απέκει,
εκεί τον εδιαβάσασιν στην φυλακήν όπου ήτον,
καθώς ακούστε τα λαλώ και τα σας αφηγούμαι.
Το ακούσει γαρ τον βασιλέαν, όσοι έστηκαν εμπρός του
οι Βάραγγοι γαρ κ᾿ οι Ρωμαίοι, όπου τον εφυλάγαν,
4320αρπάξασιν τον πρίγκιπα ωσάν με αλαζονείαν
κ᾿ εκεί τον εδιαβάσασιν στην φυλακήν όπου ήτον.
Τρεις χρόνους έποικεν εκεί με όλους τους εδικούς του
βιαζόμενος ν᾿ αγοραστή με χρήματα υπερπύρων.
ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΕΙ ΜΕΤΑ ΤΟΥ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΟΣ
§ 317 Κι αφών είδεν κ᾿ εγνώρισεν εκείνος κ᾿ οι εδικοί του
4325ότι ποτέ διά υπέρπυρα, ούτε γαρ διά λογάριν
ουδέν τον ελευτέρωναν να εβγή κ᾿ την φυλακήν του,
με την βουλήν και θέλημα του αφέντου της Καρυταίνου
και των αλλών φλαμουραρίων, εσυμβιβάστην ούτως·
να δώση γαρ του βασιλέως διά την ελευτερίαν τους,
4330το κάστρον της Μονοβασίας και της μεγάλης Μαΐνης,
το τρίτον κι ομορφότερον του Μυζηθρά το κάστρον,Μυζηθράς=>Μυστράς
εις τρόπον γαρ και συμφωνίαν να έβγη με τον λαόν του,
με όσους κι αν ήσαν μετ᾿ αυτόν, μικρούς τε και μεγάλους.
Κι όσον απεκατέστησαν τες συμφωνίες εκείνες,
4335εγράφως τες εποίκασιν κι ωμόσασιν εις αύτες.
Ο βασιλεύς είχεν υιόν μειράκιον να βαφτίση·
τον πρίγκιπαν εζήτησε κ᾿ εποίκαν συντεκνίαν.
Στες συμφωνίες όπου έποικαν ήτον κ᾿ ετούτο μέσα·
ποτέ μάχην να μη έχουσιν, αγάπην να κρατούσιν·
4340κι αν έλθη ενάντιον τίποτε τινός από τους δύο,
να τον μαδίζη γαρ τινάς και μάχην να του κάμνη,μαδίζω=μάχομαι, κτυπώ
να του βοηθή ο έτερος με όλην του την ουσίαν.
§ 318 Κι αφότου απεκατέστησαν ετούτα όπου σας λέγω,
τον αφέντη της Καρύταινας εδιόρθωσαν αλλήλωςΓοδεφρείδος ντε Μπρυγέρ (Geoffroy de Bruyères)
4345ο πρίγκιπας κ᾿ οι έτεροι όπου ήσαν μετ᾿ εκείνον,
να απέλθη γαρ εις τον Μορέαν σωματικώς ατός του,
τα κάστρη όπου σας γράφω εδώ να τα έχη παραδώσει
του βασιλέως παιδόπουλα όπου ήφερεν μετ᾿ αύτον.παιδόπουλο=υπηρέτης
§ 319 Ετούτες γαρ τες συμφωνίες όπου σας αφηγούμαι
4350εποίησε ετότε ο πρίγπιπας με την βουλήν όπου είχεν,
εις τέτοιον τρόπον και σκοπόν και λογισμόν το εποίκεν,
ότι μεθ᾿ ότου θέλει εβγή εκεί εκ την φυλακήν του,
ήθελεν πράξει τίποτε με τρόπον και με τέχνην,
τα κάστρη εκείνα όπου έδιδε, πάλε να τα κερδίση·
4355επεί αφότου ουκ ίσχυσεν με τίποτε άλλον τρόπον
να εξέβη από την φυλακήν εκείνος κ᾿ οι εδικοί του,
οι όρκοι εκείνοι όπου έποικαν στην φυλακήν όπου ήτον
τίποτε ουδέν τον έβλαβαν να τον κρατούν διά αφιόρκον,
καθώς το ορίζει η εκκλησία κ᾿ οι φρόνιμοι το λέγουν.
§ 320 4360Ο αφέντης της Καρύταινας, ο εξάκουστος εκείνος,
από την Πόλη εξέβηκεν με αυτούς του βασιλέως,
όπου τους αποστέλνασιν τα κάστρη να παραλάβουν.
Εκ την στερέαν απήλθασιν από την Ρωμανίαν,
επέρασαν εκ την Βλαχίαν και ήλθαν εις την Θήβαν,Βλαχία=> Θεσσαλία (κυρίως)
4365κ᾿ ηύραν εκεί ότι είχε ελθεί ετότε ο Μέγας Κύρης
εκ το ρηγάτο της Φραγκίας – όπου τον είχεν στείλει,
καθώς το ακούσετε εδώ, ο πρίγκιπας Γυλιάμος –
με την τιμήν και την αξίαν που του έδωκεν ο ρήγας
να τον λαλούν και λέγουσιν των Αθηνών ο Δούκας.
§ 321 4370Κι ως είδεν ο Δούκας ότι ήλθε εκεί εκείνος ο γαμπρός του
ο αφέντης της Καρύταινας όπου πολλά επεθύμα,
χαράν μεγάλην έποικεν ως αδελφός του που ήτον.
Κι αφότου τον ερώτησε κ᾿ επληροφόρησέ τον
το πώς εσυμβιβάστηκεν ο πρίγκιπας Γυλιάμος
4375να εξέβη από την φυλακήν του βασιλέως, να δώση
το κάστρον της Μονοβασίας και της μεγάλης Μάϊνης,
ωσαύτως και του Μηζηθρά να τα έχη ο βασιλέας,
μεγάλως το εβλαστήμησεν, εις σφόδρα το ελυπήθη.
Στριγγήν φωνήν ελάλησεν και φανερά τον είπεν,
4380ότι διά τρόπον τίποτε ετούτο ουδέν του αρέσει,
να παραλάβη ο βασιλέας εκείνα τα τρία κάστρη·
διατί είχεν γαρ ο βασιλέας τότε μεγάλον κράτος
και της θαλάσσης και στερέας είχεν στείλει φουσσάτα
κ᾿ εβγάλει μας εκ τον Μορέαν κ᾿ επάρει τον εκείνος.
ΑΠΟΣΤΕΛΛΕΙ ΤΟΝ ΑΥΘΕΝΤΗΝ ΚΑΡΥΤΑΙΝΗΣ ΕΙΣ ΜΟΡΕΑΝ
§ 322 4385Ο αφέντης της Καρύταινας εστάθη με τον Δούκαν·
μίαν εβδομάδα έποικαν εκείσε εις την Θήβαν
όπου επαραδιαβάζασιν, χαράν μεγάλην είχανπαραδιαβάζω=διασκεδάζω
ως άνθρωποι όπου είχασιν επιθυμίαν μεγάλην
να ιδή ο είς τον έτερον και να χαρούν αλλήλως.
§ 323 4390Και μετά ταύτα εμίσσεψαν αμφότεροι οι δύο.
Από την Κόρινθον επέρασαν και ήλθαν εις το Νίκλι·Νίκλι=>Τεγέα
εκεί ηύραν την πριγκίπισσαν με τες κυράδες όλες
όλης της Πελοπόνεσσος, τον λέγουσιν Μορέαν,
όπου είχαν ποιήσει σώρεψιν να επάρουν την βουλήν τους
4395διά τα μαντάτα όπου ήκουσαν των τρίων κάστρων εκείνων,
όπου έδιδεν ο πρίγκιπας του βασιλέως ετότε
διά να έβγη από την φυλακήν εκείνος κι᾿ ο λαός του
οι άπαντες όλοι του Μορέως, οι φλαμουριάροι όλοι
κ᾿ οι καβαλλάροι μετ᾿ αυτούς που ήσαν εκεί στην Πόλιν.
4400Διά τούτο ήσαν οι αρχόντισσες εκείνων οι γυναίκες
εκεί με την πριγκίπισσαν στο κάστρο του Αμυκλίου
κ᾿ εκάμνασιν το παρλαμά κ᾿ επαίρναν την βουλήν τους·παρλαμάς=συνεδρίαση
κι ουκ είχασιν άλλους τινές άντρες εκεί μετ᾿ αύτες,
μόνον και τον μισίρ Λινάρτ όπου ήτον λογοθέτηςλογοθέτης=υπουργος (οικονομικών)
4405και τον μισίρ Πιέρη ντε Βας τον φρόνιμον εκείνον,Pierre de Vent
όπου ήτο ο φρονιμώτατος όλου του Πριγκιπάτου.
Αυτείνοι οι δύο ευρέθησαν στο παρλαμά εκείνο.
§ 324 Κι αφότου απεσώσασιν εκείνοι οι δύο αφέντες,
ο δούκας γαρ των Αθηνών κι ο αφέντης της Καρυταίνου,
4410εκεί στην χώραν του Νικλίου ευθέως εκατουνέψαν
κι απαύτου ολόρθα εδιάβησαν να ιδούσιν τες κυράδες
που ήσαν με την πριγκίπισσαν όλες εις το παλάτι.
Το ιδεί τους η πριγκίπισσα γλυκέα τους χαιρετίζει·
άρξετον του να ερωτά του αφέντη Καρυταίνου
4415το πώς ήτον ο πρίγκιπας μετά τους εδικούς του
στην φυλακήν γαρ της Πολέου, την πράξιν όπου εποιήσαν
να εβγούσιν εκ την φυλακήν, να ελθούν στα εδικά τους.
Ο αφέντης της Καρύταινας άρξετον να αφηγάται
το πώς εβιάστη ο πρίγκιπας κι όλοι του οι φλαμουριάροι
4420να εξέβουν εκ την φυλακήν να δώσουσιν λογάριν·
κι ο βασιλέας τους ώμοσεν απάνω εις την ψυχήν του·
ποτέ να μη έβγουν απ᾿ εκεί διά δώρα λογαρίου.
Κ᾿ εκείνοι βιαζόμενοι να έβγουν ᾿κ την φυλακήν του
ισιάστησαν και δίδουν του τα τρία κάστρη και μόνον,
4425το κάστρον της Μονοβασίας και της μεγάλης Μάϊνης,
ωσαύτως και του Μυζηθρά να τα έχη εδικά του·
αγάπην εποίησαν δυνατην και συντεκνίαν ομοίως,
με όρκους αφιρώσασιν ποτέ μάχην μη κάμουν.
ΣΥΝΕΛΕΥΣΙΣ ΤΩΝ ΚΥΡΑΔΩΝ ΕΙΣ ΤΟ ΝΙΚΛΙ
§ 325 Ενταύτα απεκρίθηκεν ατός του ο Μέγας Κύρης
4430και λέγει της πριγκίπισσας κι ολών των αρχιερέων
όπου ήσαν εις το παρλαμά εκείνο όπου σας λέγω·παρλαμάς=συνεδρίαση
«Αλήθεια ένι, ως το εξεύρουσιν μικροί τε και μεγάλοι,
το πώς εσκανταλίστηκα με τον εμόν αφέντην
τον πρίγκιπα, διατί έλεγα με άδικον με εζήτει
4435άνθρωπος λίζιος να γενώ και να κρατώ απ᾿ αύτονλίζιος=υποτελής
τον τόπον και την αφεντίαν όπου έχω ιγονικόν μου.
Άρματα γαρ εβάσταξα με αυτόν να πολεμήσω.
Αλλά ύστερον εγνώρισα ότι έσφαλα προς αύτον
κ᾿ εποίησα την ανταμοιβήν ως το ώρισεν ατός του.
4440Εν τούτω αν τύχη να θαρρούν τινές, ότι κακεύω
του αφέντου μου του πρίγκιπος διά ετούτο όπου σας λέγω
αλλά εις αλήθειαν το λαλώ, κρατείτε το από εμέναν·
ότι αν επάρη ο βασιλέας αυτά τα τρία κάστρη,
τους όρκους όπου ώμοσεν ουδέν τους θέλει στέρξει·
4445τόσα φουσσάτα και λαόν μας θέλει εδώ αποστείλει
όπου μας θέλουν απ᾿ εδώ εβγάλει κι ακληρήσει.
Λοιπόν διά να εγνωρίσετε την πιστοσύνην που έχω,
λέγω και αφιρώνω το ετούτο να ποιήσω·
εγώ να εμπώ εις φυλακήν, κι ο πρίγκιπας ας έβγη·
4450είτε ένι διά εξαγόρασιν διά χρήματα υπερπύρων,
να βάλω εγώ τον τόπον μου σημάδι διά δηνέριασημάδι=υποθήκη
κι ας πληρωθή η εξαγόρασις του αφέντου μου του λίζιου».
§ 326 Ενταύτα εσηκώθηκεν ο αφέντης της Καρυταίνου
και λέγει της πριγκίπισσας ομπρός στον Μέγαν Κύρην·
4455«Κυρά μου, ετούτο όπου λαλεί εδώ ο Μέγας Κύρης,
όλα τα ελαλήσαμεν εκεί στην φυλακήν μας,
τους τρόπους και τους κίντυνους όπου ημπορούν να έλθουν.
Αλλά διατί είδαμε αφιρόν του βασιλέως το πείσμα,
είπαμεν ούτως ενομού κ᾿ εσυμβιβάσαμέ το·
4460το κάστρο της Μονοβασίας, το εξεύρουσιν οι πάντες,
ο αφέντης μας ο πρίγκιπας το εκέρδισεν ατός του·
την Μάϊνην και τον Μυζηθρά, εκείνος γαρ τα εποιήσεν,
κ᾿ ήθελεν είσται αμαρτία, κατηγορία μεγάλη,
ν᾿ απόθανεν εις φυλακήν εκείνος κ᾿ οι εδικοί του
4465διά κάστρη όπου έχτισεν κ᾿ εκέρδισεν ατός του.
Αλλ᾿ ας έβγη ᾿κ τον πειρασμόν της φυλακής όπου ένι,
και μετά ταύτα ο Θεός του θέλει γαρ βοηθήσει
να επάρη γαρ τα κάστρη του, να τα έχη ως εδικά του.
Εν τούτω λέγω προς εσάς, κρατείτε το από εμέναν·
4470ότι διά άνθρωπον τινάν όπου ένι εις τον κόσμον,
ούτε διά λόγια κι αφορμήν, τα λέγει πάσα ένας,
να αφήκω τον αφέντη μου ᾿ς φυλακή να αποθάνη.
Τον ορισμόν όπου ώρισεν θέλω να τον πληρώσω,
να δώσω γαρ τα κάστρη του να εβγή ᾿κ το πιλατήριον,πιλατήριο=βασανιστήριο, ταλαιπωρία
4475κι αφών εβγή ᾿κ την φυλακήν ο Θεός ας του βοηθήση».
§ 327 Κι απαύτου εμετασύντυχεν ατός του ο Μέγας Κύρης
του αφέντου της Καρύταινας, ούτως του απεκρίθη·
«Μα τον Χριστόν, καλέ αδελφέ, με αλήθειαν σε το λέγω,
αν το έμαθεν ο βασιλέας κι αν το επληροφορέθη,
4480το πως ουδέν του δίδομεν τα κάστρη όπου γυρεύει,
ουδέν χρήζει τον πρίγκιπα με το άλας να τον φάγη,
αλλά να επάρη υπέρπυρα να τον ελευτερώση.
Και πάλιν λέγω προς εσέ, και κράτει το, ως το θέλεις,
ότι, αν εσκόπα ο πρίγκιπας το τι ημπορεί να έλθη,
4485κάλλιον ήτον να απόθανεν εκείνος μοναχός του
παρά να χάσουν οι λοιποί οι Φράγκοι του Μορέως
τα ιγονικά που εκέρδισαν με κόπον οι γονείς τους,
ωσάν το έποικεν ο Χριστός, τον θάνατον εγεύτη
διά να λυτρώση τας ψυχάς του γένους των ανθρώπων
4490εκ της αιωνίου κολάσεως, όπου υπαγαίναν όλοι.
Ένας κάλλιον ν᾿ απόθανε παρά χίλιοι διά εκείνον.
Εγώ εξεφορτώνομαι και λέγω την αλήθειαν,
κ᾿ εσύ, αδερφέ μου, ποίσε το εκείνο όπου σε ωρίσαν».
ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΟΥΤΑΙ ΚΑΙ ΦΘΑΝΕΙ ΕΙΣ ΜΟΡΕΑΝ
§ 328 Αφότου γαρ επλήρωσε το παρλαμάν εκείνο,παρλαμάς=συνεδρίαση
4495ο αφέντης της Καρύταινας που εβάστα τα σημάδια,
τα έδωκεν ο πρίγκιπας να δώση των καστελλάνων,
απέ το Νίκλι εκίνησεν και είχε μετ᾿ εκείνον
του βασιλέως τον άρχοντα, τον έστειλεν μετ᾿ αύτον
τα κάστρη να του δώσουσιν διά τον βασιλέαν·
4500εδιέβην εις τον Μιζηθρά, αυτόν εδώκεν πρώτον,
απέκει την Μονοβασίαν και τρίτον δε την Μάνην.
Και όσον επαρέδωκεν τα κάστρη όπου λέγω,
επήρε διά όψιδαν του βασιλέως να δώσηόψιδα=η όμηρος
την θυγατέρα εκεινού του Μπάσαβα του αφέντου,Μαργαρίτα του Νεϊγύ
4505όπου ήτον πρωτοστράτορας όλου του πριγκιπάτου,
μισέρ Τζαν τον ελέγασιν, ντε Νέουλη το επίκλη·Jean de Neuilly
ωσαύτως και την αδελφήν του Τσάδρου γαρ εκείνου,
πού ήτον μέγας κοντόσταυλος του πριγκιπάτου όλου·
αυτές τες δύο εδιάβαζαν οψίδες εις την Πόλιν
4510κ᾿ εξήβαλαν τον πρίγκιπα και τους καβαλλαρίους
και όλους τους φλαμουριαρίους μικρούς τε και μεγάλους,
και ήλθασιν εις τον Μορέαν μετά χαρές μεγάλες.
§ 329 Ως ήλθεν δε ο πρίγκιπας ετότε στον Μορέαν,
καλά τον αποδέχτησαν μικροί τε και μεγάλοι.
4515Ως είχεν γαρ επεθυμίαν να ιδή και να γυρέψη
τα κάστρη και τες χώρες του όπου πολλά επεθύμα,
ουδέν ηθέλησεν ποσώς εκείσε να αργήση·
επήρε τους καβαλλαρίους, όπου είχεν μετ᾿ εκείνον,
κ᾿ υπάγαινεν εβλέποντα τα κάστρη και τες χώρες
4520κι ολόρθα εδιάβηκεν στην Λακηδαιμονίαν.
Ωσάν ηγάπα κ᾿ ήθελεν να ιδή τον Μορέαν,
ουδέν υπήγεν μοναξός ωσάν φτωχός στρατιώτης,
αλλ᾿ εδιέβη ως πρίγκιπας, καλά συντροφεμένος,
εκεί όπου τον αγαπούν κ᾿ επεθυμούσασίν τον.
4525Άλλοι έτρεχαν υπάγαιναν εκεί εις την συντροφίαν,
άλλοι εβαστούσαν άρματα, άλλοι χωρίς αρμάτων.
§ 329 Και ως τους είδαν οι Ρωμαίοι, που ήσαν του βασιλέως,
εκείθεν εκ τον Μηζηθράν απάνω απέ το κάστρο,
ελόγισαν, εσκόπησαν ότι μάχην γυρεύου
4530οι Φράγκοι γαρ μετ᾿ εκεινούς ήγουν δε τους Ρωμαίους.
Των αρχηγών εμήνυσαν του Μιλιγγού του δρόγγου,
συμβίβασιν εποίησαν και όρκους υπωμόσαν
να στέκουν διά τον βασιλέαν, να αρνήσωνται τους Φράγκους.
Μαντατοφόρους έστειλαν εις την Μονοβασίαν
4535εις κάποιον Καντακουζηνόν όπου ήτον κεφαλή τους.Μιχαήλ Καντακουζηνός (παππούς Ιωάννη)
Εγράψαν κι αφιρώσαν τον κ᾿ επληροφόρεσάν τον
το πώς ήλθεν ο πρίγκιπας με όλα του τα φουσσάτα,
την μάχην επεχείρησεν κατά του βασιλέως.
Κ᾿ εκείνος γαρ το επίστεψεν και ξύλον αρματώνει·
4540μαντατοφόρους έστειλεν κι απήλθαν εις την Πόλιν,
εκείσε εις τον βασιλέαν κ᾿ επληροφόρησάν τον
το πώς ο πρίγκιπας Μορέως, εκείνος ο Γυλιάμος,
επάτησε τον όρκον του και άρχισε την μάχην
εκεί στην Λακοδαιμονίαν, με τα φουσσάτα όλα·
4545τους τόπους γαρ του βασιλέως άρχισε να κουρσεύη.
§ 331 Ακούσων γαρ ο βασιλέας ο μέγας Παλαιολόγος,
επίστεψεν τα σε λαλώ, τα του είχεν μηνύσει
απέκει εκ την Μονοβασίαν η κεφαλή όπου είχεν.
Μεγάλως το εθαυμάστηκεν κ᾿ εβάρυνέ το σφόδρα
4550το πώς ούτως καταγουργίς ο πρίγκιπας Γυλιάμος
επάτησε τον όρκον του όπου είχασιν μετ᾿ αύτον·
την μάχην άρχασε ζεστήν εκείσε εις τον Μορέαν.
 
ΠΑΡΑΣΠΟΝΔΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΟΡΕΑΝ
Ενταύτα ήλθεν στην Τουρκίαν κ᾿ ερρόγεψε τους Τούρκους·ρογεύω=στρατολογώ (μισθοφόρους)
χιλίους ερρόγεψε εκλεχτούς κι άλλους πεντεκοσίους,
4555και ήλθαν κι ανατολικοί καν άλλες δύο χιλιάδες.ανατολικοί [εδώ]=από Μ.Ασία
Εξάδελφόν του εδιόρθωσεν και κεφαλήν τον θέτει
απάνω εις όλους εκεινούς όπου με ακούεις και λέγω,
τον Μακρυνόν τον έλεγαν, ούτως τον ωνομάζαν.
§ 332 Κράζει τον γαρ και ορίζει τον να επάρη τα
4560φουσσάτα εκείνα όπου του έδιδεν, να απέλθη στον Μορέαν
να πολεμή και μάχεται μετά τον σύντεκνόν του,
εκείνον όπου ελέγασιν τον πρίγκιπα Γυλιάμον.
Ορίζει γαρ και είπε τον διά τίποτε λογάριν,
όπου να χρήζη, μετ᾿ αυτό φουσσάτα να ρογέψη,
4565να ευεργετήση γαρ τινές του να προσφέρη εις αύτον·
μη ακριβευτή οκνήση το, μη όλως το αμελήση,ακριβεύομαι=τσιγγουνεύομαι
αλλά ας βιαστή με προθυμίαν τον τόπον να κερδίση·
«Επείν αφών ο πρίγκιπας άρχισε γαρ την μάχην
όπου υπωμόσαμεν οι δύο αγάπην να κρατούμεν,
4570εκείνος έχει την αμαρτίαν, εκείνος και το ψέγος».
Χαρτία άγραφα του εβούλλωσε με το χρυσόβουλλόν του,
και λέγει του ούτως. «Μακρυνέ, έπαρέ τα μετά σε,
κι αν κάμη χρεία προνοιάσματα ή ευεργεσίες να ποιήσης,προνοιάσματα=φέουδα
προς την ουσίαν του καθενός το θέλεις εύρει εις αύτον,
4575όριζε και ας του γράφουσι εις αύτα τα χαρτία».
Του Δρόγγου, του Γαρδαλεβού, ομοίως της Τσακωνίας
χρυσόβουλλον τους ήφερεν, όλοι να είναι εγκουσάτοι,εγκουσάτος=προνομιούχος
άρματα να βασταίνουσιν, δεσποτικά μη ποιήσουν.δεσποτικά=υποχρεωτική εργασία
Εις κάτεργα εσέβησαν, ᾿ς καράβια και ταρέτεςταρέτες=είδος πλοίων
4580και της θαλάσσης ήλθασιν εις την Μονοβασίαν.
§ 333 Ούτως ωσάν σε το λαλώ κι ωσάν σε το αφηγούμαι,
άρχισε η μάχη στον Μορέαν να μάχονται οι δύο,
ο βασιλέας κι ο πρίγκιπας, όπου ήσαν γαρ συντέκνοι.
Κι ως έσωσεν ο Μακρυνός εις την Μονοβασίαν,
4585επέζεψεν ᾿ς τα κάτεργα εκείνος κι ο λαός του.
Ολόρθα εις Λακεδαιμονίαν ήλθεν με τα φουσσάτα·
ερώτησε τα ονόματα των αρχηγών, όπου ήσαν
στον δρόγγον γαρ του Μελιγού, ομοίως της Τσακωνίας,
ολών απόστειλε γραφάς από τον βασιλέαν,
4590άλλους έποικεν σεβαστούς, τους πρώτους γαρ τζαστάδες.
Τα Βάτικα επροσκύνησαν, ομοίως κ᾿ η Τσακωνία·
ο δρόγγος γαρ του Μελιγού, το μέρος της Γιστέρνας,
εκείνοι ερροβόλεψαν μετά τον βασιλέα.
ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΛΛΗΝΩΝ ΚΑΙ ΦΡΑΓΚΩΝ ΕΙΣ ΜΟΡΕΑΝ
§ 334 Κι ως έμαθεν ο πρίγκιπας ετούτα τα μαντάτα
4595το πώς ήλθεν ο Μακρυνός και άρχασε την μάχην,
τες χώρες του εκούρσευεν κ᾿ εζήμιωνε μεγάλως,
μαντατοφόρους έστειλε εκεί στον Μέγαν Κύρην,
στον Εύριπον κ᾿ εις τα νησία να έλθουν οι φλαμουριάροι
με τα φουσσάτα όπου είχασιν διά να τον συμμαχήσουν.
4600Κ᾿ εκείνοι του επαρήκουσαν κι ουδέν ήλθαν ενταύτα.
Ο πρίγκιπας εχόλιασεν μεγάλως προς εκείνους.
§ 334 Επήρεν τα φουσσάτα του όπου είχεν στον Μορέαν
κ᾿ ήλθεν στο κάστρον του Νικλίου με τον λαόν όπου είχεν.
Κι ως ήκουσε και έμαθεν το πώς ερροβολέψανροβολεύω=επαναστατώ
4605η Τσακωνία, τα Βάτικα, και των Σκλαβών ο δρόγγος,
ουδέν του εδόθη γαρ βουλή να υπάγη εκεί προς αύτους,
διατό ήσασιν πολύς λαός κ᾿ εκείνος είχε ολίγον.
Αλλά βουλήν του εδώκασιν τα κάστρη να γαρνίση,γαρνίζω=εξοπλίζω
να σωταρχίση δυνατά, καλά να τα αφιρώση,σωταρχίζω=εφοδιάζω
4610κι ατός του γαρ σωματικώς στην Κόρινθον ν᾿ απέλθη,
να ποιήση να έρχεται ευθέως ατός του ο Μέγας Κύρης,
του Ευρίπου οι αφέντες οι τρεις, ωσαύτως κι ο μαρκέσης
της Ποντενίτσας, σε λαλώ, και των νησίων οι αφέντες.Ποντενίτσα=>Μενδενίτσα
Κι ωσάν του εδόθη η βουλή στην Κόρινθον εδιάβη·
4615το θάρρος γαρ του πρίγκιπος κι ο λογισμός όπου είχεν
ήτον να δώση πόλεμον, εις κάμπον αν τον εύρη,
την κεφαλήν του βασιλέως, τον Μακρυνόν εκείνον.
§ 336 Εκείνος γαρ ο Μακρυνός ως είδεν από πρώτου
το πώς τον επροσκύνησαν οι τόποι όπου σας γράφω,
4620καθίζει, γράφει γράμματα, μαντοφόρους στέλνει
εκείσε εις τον βασιλέα όπου ήτον εις την Πόλιν,
το πώς ήλθεν εις την Μορέαν με τα φουσσάτα όπου είχεν
κ᾿ ευδόκησέ τον ο Θεός κ᾿ η ευχή του βασιλέως,
κ᾿ εκέρδισε δίχα σπαθίου το κρίνον του Μορέως.
4625Λοιπόν, αν θέλη ο βασιλέας φουσσάτα να του στείλη
άλλα πλείστα και πλειότερα παρά εκείνα όπου του εδώκεν,
ελπίδας είχεν στον Χριστόν με ευχήν του βασιλέως
τον τόπον όλον του Μορέως να τον έχη κερδίσει.
Ακούσων ταύτα ο βασιλέας εχάρηκεν μεγάλως·
4630τον Μέγαν γαρ Δεμέστικον, όπου ήτον αδελφός του,Κων/νος Παλαιολόγος (αδερφός Μιχαήλ Η’)
κράζει και λέγει του· «Αδελφέ, θέλω να υπάης ενταύτα
εκείσε γαρ εις τον Μορέαν, πάρε χιλίους μετ᾿ έσου,
όλους απάνω στα άλογα θέλεις να τους εκλέξης·
ρίξον ρόγαν κ᾿ υπέρπυρα και δος τους όσον θέλουν.
4635Κι ας έλθη ο Κατακουζηνός να ένι κι αυτός μετ᾿ έσου,
διατό ένι γαρ εξάκουστος παιδευτικός στρατιώτης·παιδευτικός=έμπειρος
σπούδαξον το γοργότερον του να έχης συμμαχήσει
τον Μακρυνόν όπου έστειλα και τον Μορέαν κερδίσει».
Κι ο Μέγας ο Δεμέστικος το ακούσει το μαντάτο,
4640το του ώρισεν ο βασιλέας ατός του ο αδελφός του,
εσπούδαξεν κ᾿ ερρόγεψε το άνθος της Ρωμανίας.ρογεύω=στρατολογώ (μισθοφόρους)
Εσέβησαν στα κάτεργα ομοίως εις τα καράβια,
και ήλθαν στην Μονοβασίαν εις δεκαπέντε ημέρες.
§ 337 Αφότου γαρ επέζεψεν Δεμέστικος ο Μέγας,
4645ο αυτάδελφος του βασιλέως, εις την Μονοβασίαν,
ερώτησεν πού ευρίσκετον ο Μακρυνός εκείνος·
κ᾿ είπαν του ότι στον Μυζηθρά στέκει με τα φουσσάτα,
όπου την παρακάθεται την Λακκοδαιμονίαν
«και καθ᾿ εκάστη εκδέχεται την βασιλείαν σου, αφέντη».
4650Κ᾿ εκείνος ως το ήκουσεν, εσπούδαξεν και ήλθεν
εκεί στην Λακκοδαιμονίαν, τον Μακρυνόν ενώθη·
βουλήν επήραν ενομού το πώς να έχουν πράξει.
Εμάθαν ότι ο πρίγκιπας ευρίσκεται στην Κόρινθον
κ᾿ εσκόπησαν ότι με αυτόν έχει γαρ τον λαόν του.
4655Εις τούτο εδόθη η βουλή να υπάν εις τον Μορέαν
να ευρούν τον τόπο απόσκεπον και θέλουσιν κερδίσει.απόσκεπος=αφύλακτος
Τ᾿ αλλάγια του φουσσάτου τους εχώρισαν ενταύτα·
έξι χιλιάδες ευρέθησαν όπου ήσαν καβαλλάροι·
αλλάγια εποίησαν δεκαοχτώ, προς τρία είχε η χιλιάδα.αλλάγι=στρατ. μονάδα
4660Τα πεζικά τους είχασιν αρίφνητα σε λέγω,αρίφνητα=αναρίθμητα
επεί είχαν του Γαρδαλεβού συν τα της Τσακωνίας,
του δρόγγου γαρ του Μελιγού και της μεγάλης Μάϊνης.
ΜΑΧΗ ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΠΡΙΝΙΤΣΑΝ [1263]
§ 338 Οι Σκορτινοί ερροβόλεψαν και ήσαν μετ᾿ εκείνους.
Εκίνησαν κ᾿ ερχόντησαν εκ του Χελμού τα μέρη·
4665εσώσαν στην Βελίγοστην, επιάσασιν κατούνες,
εκάψασιν το εμπόριον, το κάστρον μόνι αφήκαν.εμπόριον [εδώ]=οικισμός, μπούρκο
Την άλλη ημέραν ήλθασιν στον κάμπον Καρυταίνου,
εκεί στον παραπόταμο εμείναν την εσπέραν·
επί της αυρίου εκίνησαν κ᾿ ήλθαν στην Λιοδώραν,
4670το παρεπόταμον του Αλφέως ολόρθα εκατεβαίναν·
στην Ίσοβαν εδιάβηκεν αλλάγι από τους Τούρκους,Ίσοβα=>Τρυπητή Ανδρίτσαινας
το μοναστήρι εκάψασιν έδε αμαρτία που εγίνη.
Απαύτου εκατέβησαν ολόρθα εις την Πρινίτσαν·
εκεί κατούνες έπιασαν, εστήσασιν τες τέντες.κατούνα=στρατόπεδο
4675Ιδόντα γαρ οι Σκορτινοί το πλήθος του φουσσάτου,
ευθέως όλοι επροσκύνησαν – σφάλμα μέγαν εποίκαν –
κ᾿ εκείνοι τους ωδήγεψαν κ᾿ επροβεδίζανέ τους.
Εν τούτω γαρ αφίνω εδώ τα λέγω κι αφηγούμαι
διά τον Μέγαν Δεμέστικον και τα φουσσάτα όπου είχεν,Κων/νος Παλαιολόγος (αδερφός Μιχαήλ Η’)
4680και θέλω να σε αφηγηθώ και να σε καταλέξω
τον πόλεμον που εγίνετον ετότε εις την Πρινίτσαν.
Τριακόσιοι Φράγκοι εκέρδισαν εκείνα τα φουσσάτα,
το πώς το μέλλω αφηγηθή εμπρός εις το βιβλίον μου.
Ωσάν εδιάβη ο πρίγκιπας ετότε εις την Κόρινθον
4685(διά να ορθώση και να ελθή των Αθηνών ο δούκας
κ᾿ οι άλλοι αφέντες των νησίων με τα φουσσάτα όπου είχαν
εις συμμαχίαν του πρίγκιπος, διά να έχουν πολεμήσει
τον μέγαν γαρ Δεμέστικον με τα φουσσάτα όπου είχεν),
ήτον αφήκοντα εις Μορέαν δικαίον του διά μπάϊλον
4690τον μισίρ Ντζά ντε Καταβά, έναν του καβαλλάρην·Jean de Carabas
άνθρωπος ήτον φρόνιμος, παιδευτικός εις σφόδρα,
στρατιώτης γαρ απόκοτος κ᾿ εις άρματα τεχνίτης.
Αστένειον είχε φοβερήν ότι ήτον ρεματιάρηςρεματιάρης=πάσχων από ρευματισμούς
κι ουδέν ημπόρει να κρατή σπαθίν ούτε κοντάριν·
4695κ᾿ ως έμαθεν πληροφορίαν ότι έρχετον το φουσσάτο
του βασιλέως, το ωδήγευεν Δεμέστικος ο Μέγας,
εβιάστη, περιεσώρεψεν ᾿κ τον κάμπον του Μορέως
όσο φουσσάτο ημπόρεσεν και όσον ηδυνήθη.
Κι όσον τους περιεσώρεψεν εγνώμιασεν πόσοι ήσαν·
4700τριακόσιοι γαρ και δώδεκα ευρέθησαν και μόνον.
Απήρεν τους κι ανέβαινεν τα μέρη των Κρεστένων
γυρεύοντα κατερωτών, το πού είναι τα φουσσάτα
του βασιλέως, όπου έρχονται στον κάμπον του Μορέως.
Κι ως έμαθεν ότι έσωσαν εκείσε εις την Πρινίτσαν,
4705στο παραπόταμο του Αλφέως εσέβη διά να οδεύη.
Κι ως ηύρεν την καρφολασίαν εκείνου του φουσσάτου,καρφολασία=ίχνη από καρφιά παπουτσιών
εσέβην εξοπίσω τους κ᾿ έρχετο ελάμνοντά τους.ελάμνοντας= καταδιώκοντας
Κι όταν ήλθε κι απέσωσεν εις οκάτι μικρήν κλεισούραν
εκεί πλησίον, το λέγουσιν στο Αγρίδι Κουνουπίτσας,
4710κ᾿ είδαν τους κάμπους εκεινούς γεμάτους τα φουσσάτα
– ταχύτσιν ήτον ακομή, ώρα ανατελμάτου –
αφνίδια γαρ εξέβησαν εις τα φουσσάτα εκείνα.
Ο μισίρ Ντζιά ντε Καταβάς, ο φοβερός στρατιώτης,Jean de Carabas
τίποτε ουδέν εδείλιασεν διά το πολύ φουσσάτο.
4715Περίχαρος εγίνετον, κράζει την συντροφίαν του,
και λέγει ούτω προς αυτούς με προθυμίαν μεγάλην·
«Αφέντες φίλοι κι αδελφοί, συντρόφοι ηγαπημένοι,
όλοι πρέπει να χαίρεστε και τον Θεόν δοξάζειν
όταν μας ήφερε ο Θεός ᾿ς τόσα επιδέξιον τόπον,
4720τόσα φουσσάτα άφαντα να τα έχωμεν κερδίσει.
Προσέχετε, καλοί αδελφοί, κανείς μη τους δειλιάση
διατό ένι πλήθος γαρ λαού· διά τούτο όπου, σας λέγω,
τούτους να πολεμήσωμεν ότι κάλλιόν μας ένι,
παρά να ήσα ολιγώτεροι και μιάς φυλής ανθρώποι.
4725Ετούτοι είναι απόξενοι από διαφόρους τόπους,
απαίδευτοι να πολεμούν μετά Φράγκους ανθρώπους·
μηδέν οκνήσωμεν ποσώς να μας αποσκεπάσουν,
αφνίδως ας τους δώσωμεν όλοι με τα κοντάρια.
Τα άλογα, όπου έχουσιν, όλα υπαρίππια είναι,υπαρίππιον=άλογο για φορτία (μουλάρι;)
4730ενός φαρίου μας η φορά να ρίξη δεκαπέντε.φαρί=πολεμικό άλογο
Και πάλιν λέγω, αδελφοί, ετούτο κι ενθυμώ σας
τον κόπον, όπου εβάλασιν οι αφέντες οι γονείς μας,
τους τόπους, όπου έχομεν, να τους έχουν κερδίσει.
Κ᾿ εάν ουκ εβάλαμεν βουλήν την σήμερον ημέραν,
4735ο κατά είς το σώμα του να το έχη διαφεντέψει,
να δείξωμεν εις άρματα ότι είμεθεν στρατιώτες,
κι απαύτου να φυλάξωμεν ομοίως τα ιγονικά μας·
κι αν ούτως ουδέν ποιήσωμεν ωσάν εγώ σας λέγω,
ουδέν πρέπει να μας κρατούν ανθρώπους των αρμάτων,
ούτε προνοίες να έχωμεν, ούτε τιμήν στον κόσμον.
4740Ιδέτε πάλιν δεύτερον, αφέντες και συντρόφοι,
ότι, αν μας δώση ο Θεός κ᾿ η τύχη μας ετούτο,
τον αδελφόν του βασιλέως κ᾿ ετούτα τα φουσσάτα
με πόλεμον και με σπαθί να τους νικήσωμε ώδε,
έως ότου στήκει η κιβωτός στο Αραράτ το όρος,
4745μέλλει στήκει το έπαινος της σημερνής ημέρας,
όπου μας θέλουν επαινεί όσοι το θέλουν ακούσει.
Εγώ γάρ, ως το εξεύρετε κ᾿ εβλέπετε εις εμέναν,
ου δύνομαι του να κρατώ σπαθίν ούτε κοντάριν
του να σταθώ εις πόλεμον, του να έχω πολεμήσει·
4750αλλά να ποιήσω ως διά εσάς τούτην την προθυμίαν,
του πρίγκιπος το φλάμουρον θέλω να το βασταίνω,φλάμουρο=σημαία
στο χέριν μου το δέσετε να το κρατώ στερέα.
Την τένταν του Δεμέστικου θεωρώ την απ᾿ εδώθεν,
κι ομνύω σας γαρ εις τον Χριστόν ολόρθα εκεί ν᾿ απέλθω.
4755Κι όποιος ιδή ότι να τραπώ ή τίποτε δειλιάσω,
εχτρόν τον έχω του Χριστού, να μη με σφάξη ευθέως».
Ο Μέγας γαρ Δεμέστικος στην τένταν εκαθέτον,
όπου ήτον ανάβολον εις το χωριόν Πρινίτσας.
Κι ωσάν εφανερώθησαν εκείνοι οι Φράγκοι αφνίδια,
4760τούτον τον λόγο ελάλησεν, ατός του γαρ τον είπεν·
«προγεματίνσιν γαρ μικρόν εβλέπω ότι μας ήλθεν».
Ορίζει, εκαβαλλίκεψαν αλλάγια τρία και μόνον,
χιλίους απάνω εις τ᾿ άλογα τους Φράγκους ν᾿ απαντήσουν·
ευθέως εκαβαλλίκεψαν κι απήλθαν εις τους Φράγκους,
4765σταματικά τους έσμιξαν όλοι με τα κοντάρια.
Στο πρώτον που εβαρέσασιν επέσαν εκ τους Φράγκους
καλά το τρίτον απ᾿ αυτούς όλοι από τα φαριά τους·
διά ένα Φράγκον ήσασιν Ρωμαίων δέκα κοντάρια.
Ακούσατε, χάριν του Χριστού, κανείς από τους Φράγκους
4770κοντάρι ουδέν επίασεν, κανείς ουκ ελαβώθη·
εκείνοι γαρ όπου έπεσαν ευθέως καβαλλικεύουν
και τα σπαθία εξήβαλαν και τους Ρωμαίους εσφάξαν.
Ώρα εδιάβηκε πολλή που εκάθησαν οι Φράγκοι
κι ουδέν εφαίνονταν ποσώς μέσα εις τους Ρωμαίους
4775εκείνος γαρ ο μισίρ Ντζάς, ο Καταβάς, σε λέγω.Jean de Carabas
Αφότου εσηκώθησαν οι Φράγκοι εκεί όπου επέσαν,
όπου τους απεδείρασιν το πλήθος των Ρωμαίων,
εβγάλαν τα σπαθίτσια τους, τον πόλεμον αρχάσαν,
ούτως εσφάξαν τους Ρωμαίους ως φάλκος το λιβάδι.φάλκος=δρεπάνι
4780Από το πλήθος των Ρωμαίων εχάθησαν οι Φράγκοι
κι ουδέν τους έβλεπεν ποσώς Δεμέστικος ο ΜέγαςΚων/νος Παλαιολόγος (αδερφός Μιχαήλ Η’)
εκείθεν, όπου εκάθητον στην τέντα του απέσω.
Ο δε μακάριος μισίρ Ντζάς ο Καταβάς εκείνοςJean de Carabas
ουδέν ανάμενεν ποσώς να πολεμούν τους Φράγκους·
4785ολόρθα πάντα εσπούδαζεν να σῴση εις την τένταν,
όπου εθεώρει από μακρά ότι ήτον του Δεμεστίκου.
Τινές, όπου ήσασιν εκεί στον πόλεμον εκείνον,
είδαν και εμαρτύρησαν ότι είδαν καβαλλάρην
ασπραλογάτον εις φαρί, γυμνόν σπαθίν εβάστα,φαρί=πολεμικό άλογο
4790και πάντα υπήγαινεν ομπρός εκεί που ήσαν οι Φράγκοι.
Και είπαν κι αφιρώσασιν ότι ο άγιος Γεώργιος ήτον
κι ωδήγευεν κι αντρείευεν τους Φράγκους να πολεμούσιν.
Οι μεν είπαν ότι εχόλιασεν η υπεραγία Θεοτόκος,
όπου ήτον εις την Ίσοβαν στο μοναστήρι εκείνο,
4795το εκάψαν τότε οι Ρωμαίοι εις το ταξείδι εκείνο·
και άλλοι πάλε ελέγασιν ότι η αφιορκία που εποιήσεν
ο βασιλεύς – όπου ώμοσεν του πρίγκιπα Γυλιάμου
και άνευ φταίσματος τινός να ποιήση προς εκείνον,
διά λόγια γαρ ψεματινά και δωριανά μαντάταδωριανός=απατηλός
4800απόστειλε τα φουσσάτα του τον πρίγκιπα μαδίζει–μαδίζω=μάχομαι, κτυπώ
διά τούτο εχόλιασεν ο Θεός κ᾿ η υπεραγία Θεοτόκος
κ᾿ έδωκε νίκος των Φραγκών και των Ρωμαίων ωργίστη.
Από ώρας πρώτης άρχισεν ο πόλεμος εκείνος
κ᾿ οι Φράγκοι απεσώσασιν ώρα μεσημερίου
4805στην τένταν, όπου εκάθητον Δεμέστικος ο Μέγας.
Ο Μέγας γαρ Δεμέστικος απέκει εκ την τέντανΚων/νος Παλαιολόγος (αδερφός Μιχαήλ Η’)
το βλέμμα του είχε αδιάλειπα εκεί προς το φουσσάτον
να ιδή το τι εγίνονταν οι Φράγκοι του Μορέως·
πούπετε Φράγκον ου θεωρεί, μόνον και τους Ρωμαίους·
4810τας χείρας του εσήκωσε και τον Θεόν δοξάζει,
σκοπίζοντα, λογιζόμενος, εχάθησαν οι Φράγκοι.
Και ούτως ωσάν εστήκετον κ᾿ εθεώρει τα φουσσάτα,
αφνίδια εφάνησαν εκεί τα φλάμουρα των Φράγκων·φλάμουρο=σημαία
εγνώρισεν τα φλάμουρα του φράγκικου φουσσάτου.
4815Εκεί στην τέντα ερχόντησαν, που εβλέπασιν το σκήπτρον
του βασιλέως του αδελφού, του Μεγάλου Δεμεστίκου.
Στριγγήν φωνίτσαν έσυρεν, μεγάλη ως εδυνάστη,
εκεινών των παιδόπουλων, όπου ήσαν μετ᾿ εκείνον·παιδόπουλο=υπηρέτης
«Μωρέ, φέρε το ιππάρι μου, μωρέ, τον τουρκομάνον,
4820θεωρείτε φλάμουρα Φραγκών, όπου μας επετρώσαν».
Κ᾿ εκείνοι ως είδαν τα σπαθία γυμνά εξελαμπρισμένα
να ερχόντησαν απάνω τους – τα εβασταίναν οι Φράγκοι –
από το αίμα των Ρωμαίων ήσαν αιματωμένα –
ο κατά είς εσπούδαζεν να σώση τον ενιαυτόν του·
4825όλοι εις φυγίον εβάλθησαν ένθα ημπόρει ο καθένας.
Οκάποιος ήτον φρόνιμος που αγάπα την τιμήν του,
έδραμε, ήφερεν άλογον όπου έστηκεν στρωμένον,
όπου ήτον το καλλιώτερον του Μεγάλου Δεμεστίκου·
εβοήθησε του αφέντου του, πηδά καβαλλικεύει.
4830Οκάποιον ηύρεν εκεί άνθρωπον γαρ του τόπου,
όπου έξευρε κι απείκαζεν το μέρος της Πρινίτσας.
Εκείνος τον ωδήγεσεν και συντροφίαν του εποίκεν·
εκείθεν εκ την Λέβιτσαν στην Κάπελην ανέβη,
αγρίους τόπους εδιάβησαν να μη τους εγνωρίσουν,
4835και τόσα απήλθαν φρόνιμα μετά επιδεξιωσύνης,
στον Μυζηθρά τον έσωσεν όπου πολλά επεθύμα.Μυζηθράς=>Μυστράς
Τα δε φουσσάτα των Ρωμαίων, όπου ήσαν στην Πρινίτσαν,
το ιδεί τους Φράγκους ότι έσωσαν στην τέντα του Δεμεστίκου
κι απέδειραν κ᾿ ερρίξασιν του βασιλέως το σκήπτρον,
4840όλοι αποκεφαλίστησαν, εβάλθησαν να φεύγουν·αποκεφαλίζομαι=πανικοβάλλομαι
ο είς τον άλλον ουκ έβλεπεν το πόθεν υπαγαίνει.
Τι να σας λέγω τα πολλά και ποίος να σας τα γράφη;
Οι Φράγκοι αποστάθησαν σφάζοντα τους Ρωμαίους·
έμποδον μέγαν ηύρασιν τα δάση της Πρινίτσας,
4845τους τόπους εκείνους τους σκληρούς και πολλά δασωμένους.
Εκεί εγλύτωσαν οι Ρωμαίοι, όσοι εδράμαν κ᾿ εμπήκαν·
επεί, αν έλειπαν οι σκληροί οι τόποι όπου σας λέγω,
λογίζομαι εις πληροφορίαν ένας μόνος απ᾿ αύτους
ου μη να εγλύτωσε απ᾿ εκεί, αν είχασιν οι Φράγκοι
4850την δύναμιν να εσφάζασιν το γένος των Ρωμαίων.
Οι Φράγκοι αποστάθησαν σκοτώνων τους εχτρούς τους,
κι ως είδαν πάλε ότι έφυγαν κ᾿ επιάσαν τα βουνία,
εις τους δρυμώνες έφυγαν εκεί προς τον στρατέαν
άφηκαν να τους διώχνουσιν, εστράφησαν οπίσω.
4855Χίλια άλογα εκέρδισαν ετότες ὢν οι Φράγκοι.
Ως το έμαθαν οι άνθρωποι εκείθε εκ τα χωρία,
μικροί μεγάλοι έδραμαν να έχουσιν κερδίσει,
εκ των Ρωμαίων τα πράγματα να έχουν διαφορήσει.
Οι Φράγκοι γαρ εμείνασιν ετότε εις τα Σέρβια·
4860επεί αν ήθελαν να ελθούν, να μείνουν παρακάτου,
ουδέν εδύνονταν να υπάν ότ᾿ ήσαν κοπιασμένοι,
και διά το κέρδος το πολύ το είχασιν κερδίσει
επί την αύριον υπάν ορθά εις το Βλιζίρι.Βλιζίρι (Le Glisiere)=>Περιστέρι Ηλείας [ίσως]
Ο μισέρ Τζαν δε Καταβάς, ο ποδαγρός στρατιώτης,Jean de Carabas
4865πιττάκια ορίζει, γράφουσιν, μαντατοφόρους στέλνειπιττάκιον=επιστολή
εκείσε εις τον πρίγκιπα στο κάστρον της Κορίνθου.
Λεπτομερώς εδήλωσε την πράξιν και το πράγμα,
το πώς εγίνη ο πόλεμος εκείνος της Πρινίτσας,
την πράξιν όπου έπραξεν, το νίκος όπου ελάβαν.
4870Ο πρίγκιπας, ως το ήκουσεν, εσήκωσεν τας χείρας
και τον Θεόν εδόξασεν, την πάναγνον Θεοτόκον.
Εκ το έν μέρος εχάρηκεν, εκ το άλλο ελυπήθη·
εχάρη, διού ενίκησεν ετότε ο λαός του,
και πάλιν ελυπήθηκεν διού ουδέν ευρέθην...
Ο ΜΕΓΑΣ ΔΟΜΕΣΤΙΚΟΣ ΥΠΟΧΩΡΕΙ ΕΙΣ ΜΥΣΤΡΑΝ
4875...όσον τον μαστιχώνει πλέον πρέπει να τον προσέχη.μαστιχώνω=διερευνώ
Αν είχε επάρει ο πρίγκιπας τότε τον Μέγαν Κύρην
και τα φουσσάτα των νησίων κ᾿ εκείνα του Ευρίπου
και να είχε υπάγει σπουδαχτικά ολόρθα εις το Νίκλι
και να είχε εμπή στην Τσακωνίαν, κουρσέψει όλον τον τόπον,
4880ο Μέγας ο Δεμέστικος αργά να εφουσσατέψεν·Κων/νος Παλαιολόγος (αδερφός Μιχαήλ Η’)
όμως ως πράξει ο κατά είς, ομπρός του και το ηυρίσκει.
Αφίνω γαρ τον πρίγκιπα να λέγω περί εκείνου,
θέλω να σε αφηγήσωμαι την πράξιν όπου εποίκεν
ο Μέγας γαρ Δεμέστικος στον Μυζηθρά όπου ήτον.
4885Καθώς σε το αφηγήσομαι οπίσω στο βιβλίον μου
την πράξιν όπου έποικεν εκείσε στην Πρινίτσαν
ο Μέγας ο Δεμέστικος με τα φουσσάτα όπου είχεν·
όταν ημπόρεσε να ελθεί στου Μυζηθρά το κάστρον,
εκάθητον κ᾿ εθλίβετον, ημέραν νύχταν έκλαιεν·
4890το πρώτον διά την εντροπήν όπου είχεν των ανθρώπων,
και το άλλο διά τον βασιλέαν όπου είχεν μέγαν φόβον
μη πιάση και τυφλώση τον, εις φυλακήν τον βάλη
και λάβη άδικον θάνατον και χάση το κορμί του.
Ο βασιλέας τον έστελνεν με τα φουσσάτα όπου είχεν,
4895τον τόπον όλον του Μορέως να τον έχη κερδίσει,
κι αν μάθη ότι εκέρδισαν τον πόλεμον οι Φράγκοι
μόνοι τριακόσιοι μοναχοί καν είκοσι χιλιάδες,
πώς να τον αποδέξεται, πώς να τον χαιρετήση,
ειμή να λέγη ότι άπιστος και να τον θανατώση;
4900Οκάποιος Φράγκος ευγενής, άνθρωπος παιδεμένος,
από την Πόλιν είχε ελθεί από τον βασιλέαν
μαντατοφόρος εις αυτόν, επαρηγόριζέ τον·
«Δέσποτά μου, διά τον Χριστόν, τι θλίβεσαι τοσούτως;
ου ξεύρεις εις εριζικόν κοίτεται η στρατεία;
4905κι όποιος εξεύρει μηχανίαν και πράττει με πονηρίαν
τους αντρειωμένους καταλυεί κ᾿ επαίρνει την αντρίαν τους·
η μηχανία κ᾿ η πονηρία κερδίζει την αντρίαν.
Είδες εις την Πελαγονίαν την μηχανίαν που εποίκεν
τότε ο σεβαστοκράτορας κ᾿ εκέρδισε τον κάμπον·
4910ουδέν ετήρησε να ειπή πολλά φουσσάτα είχεν,
αλλά έβαλε την μηχανίαν κι άφηκεν την αντρίαν.
Οι πάντες όλοι εξεύρουν το ᾿ς όλην την οικουμένην,
εις το κοντάρι και σπαθί οι Φράγκοι είναι αντρειωμένοι.
Διά τούτο ο σεβαστοκράτορας, ως φρόνιμος όπου ήτον,
4915τους Αλλαμάνους έβαλεν κ᾿ εσμίξαν με τους Φράγκους
διά ν᾿ απαντήσουν τον θυμόν, τες κονταρές των Φράγκων
τους Ούγγρους έβαλε απ᾿ αυτού, τους Τούρκους και Κουμάνους,
όλους εκατεδόξευαν, Φράγκους τε και Αλλαμάνους,
και τα φαρία τους έσφαξαν τον πόλεμο εκερδίσαν.φαρία=πολεμικά άλογα
4920Εάν έλειπαν οι σαγιττές που εσφάξαν τα φαρία,
ποτέ του ουδέν εκέρδαιναν τον πόλεμον εκείνον.
Είδες, δέσποτα, αφέντη μου, πώς έσφαλες εις τούτο,
εκεί όπου σ᾿ επολέμησαν οι Φράγκοι στην Πρινίτσαν.
Καθώς με το αφηγήθησαν οι πρώτοι του φουσσάτου,
4925όπου μετά σου ήσασιν στον πόλεμον εκείνον,
η δεσποτεία σου εθάρρησεν στο πλήθος του φουσσάτου,
όπου έβλεπες ότι ήσασιν μετά την βασιλείαν σου,
τους Φράγκους εκαταφρόνησες, διατό έβλεπες ολίγους,
κι ουδέν εψήφησες ποσώς πώς να τους πολεμήσης,
4930το όποιον πράγμα ου πολεμούν οι φρόνιμοι στρατιώται·
επεί, όσον ένι ο άνθρωπος στρατιώτης κι᾿ αντρειωμένος,
αρμόζει να έχη μηχανίαν και φρόνεσιν εις αύτον
να πολεμή προσεχτικά απάνω εις τον εχθρόν του,
διατί λέγουν οι φρόνιμοι, ως ένι γαρ κ᾿ η αλήθεια·
4935η τέχνη γαρ και η πονηρία νικούσι την αντρίαν.
Ας είχες βάλει, δέσποτα, ετότε τους δοξιώτες,
να ιδεί τους Φράγκους ότι έρχονται εκείσε προς εσέναν,
να είχασιν σφάξει τα φαρία όπου εκαβαλλικεύαν,
εκέρδαινές τους παρευτύς, είχες τους νικημένους·
4940αλλά ώρισες κ᾿ εδιάβησαν κοντάρια χίλια ᾿ς αύτους,
σκοπώντα, λογιζόμενος να τους έχουν κερδίσει·
το όποιον πράγμαν έποικες στο θέλημά σου, αφέντη.
Ως είπα πάλιν λέγω το, ως ένι γαρ κ᾿ η αλήθεια,
αξιάζει Φράγκος εις φαρί διά είκοσι Ρωμαίους.
4945Είδες, αφέντη, τι έποικαν οι Φράγκοι στην Πρινίτσαν·
ως φρόνιμοι, παιδευτικοί όπου ήσαν εις στρατείαν,παιδευτικός=έμπειρος
το ιδεί το πλήθος του λαού και τα φουσσάτα όπου είχες,
ευθέως στην μέση εσέβησαν με τα κοντάρια εδώκαν
κ᾿ έβγαλαν τα σπαθίτσια τους κι εσφάξαν τς εδικούς σου,
4950κ᾿ οι εδικοί σου ουκ είχασιν δύναμιν να σπαράξουν.σπαράσσω [εδώ]=υποχωρώ
Ούτως το εποίκασιν αυτοί, ως πολεμούν οι λύκοι
όπου σεβαίνουν εις μαντρί, τα πρόβατα σκορπίζουν.
Λοιπόν μηδέ το θλίβεσαι ετούτο όπου εγίνη,
διατό ένι, εδές, το σύνηθες πάντοτε της στρατείας·
4955ώρα κερδίζει διαφορά κι άλλη πάλιν να χάνη.
Παρηγορήσου, αφέντη μου, και πιάσε άλλην στράταν·
και όρισον να σωρευτούν όλα σου τα φουσσάτα
και σκόπησον να τιμηθής και να έχης διαφορήσει,
το πράγμα όπου εγίνενον να το έχης αμαντίσει.αμαντίζω=βελτιώνω
4960Εγώ έμαθα ότι ο πρίγκιπας στην Ανδραβίδα εστράφη
και τα φουσσάτα όπου ήφερνεν εστράφησαν οπίσω·
άγωμε ολόρθα εις αυτόν εκεί στην Ανδραβίδα·
κι αν έχη τόσην αμαρτία εις πόλεμον να εξέβη,
μηδέν βαλθής με αλαζονείαν του να τον πολεμήσης,
4965μόνον με τέχνην, μηχανίας πολέμησε μετ᾿ αύτον.
Μηδέν του ποιήσης πόλεμον ποσώς με τα κοντάρια,
αλλά τους Τούρκους όρισε, όπου βαστούν δοξάρια,
να τους δοξέψουν τα φαρία να πέσουν οι καβαλλάροι.
Κι αν λάχη από του εριζικού τον πρίγκιπα να πιάσης,
4970κι αφών τον πιάνης, έχε τον, κερδαίνεις και τον τόπον».
Ο Μέγας ο Δεμέστικος επίστεψεν του Φράγκου·
κράζει τους πρώτους άρχοντας όπου είχε εκεί μετ᾿ αύτον,
λεπτώς τους αφηγήσετον το τι του είπεν ο Φράγκος·
όλοι το επαινέσασιν, καλήν βουλήν του εδώκεν.
4975Ορίζει κ᾿ ήλθαν οι αρχηγοί οι πρώτοι του φουσσάτου·
λέγει τους· «Άρχοντες γοργόν σπουδάξετε να υπάμε
εκεί όπου ένι ο πρίγκηπας στην χώρα Ανδραβίδας».
Κράζει τον Κατακουζηνόν, τον Μακρυνόν ομοίως,
όλους τους αφηγήσετον του Φράγκου γαρ τους λόγους
4980και των αρχόντων την βουλήν, των αρχηγών ωσαύτως.
Κ᾿ εκείνοι του απεκρίθησαν και λέγουν προς εκείνον·
«Τι ραθυμάς, ω δέσποτα, Μεγάλε Δεμεστίκε;ραθυμώ=θυμώνω
ουδέν σε φαίνει ότ᾿ η εντροπή που οι Φράγκοι μας εποίκαν,
ούτως εγένετον ᾿ς εμάς ωσάν στην δεσποτείαν σου;
4985κ᾿ ηθέλαμεν να εποιήσαμεν πράγμα γαρ της τιμής μας,
να μη μας κράζη ο βασιλέας απίστους δημηγέρτες;
αλλά θεωρούμεν τον καιρόν, το ασύστατον του χρόνου,
και κάμνει χρεία να πράξωμεν ως φρόνιμοι στρατιώτες.
Ημείς ακόμη ου ξεύρομεν το ποί᾿ είναι σκοτωμένοι,
4990το ποί᾿ εγλυτώσαν ζωντανοί, το ποί᾿ έχουν άλογά τους.
Απάρτι το καλοκαιρίον επλήρωσεν κ᾿ εδιάβη,απάρτι=από τούδε
χειμώνας εκατάλαβεν, σκολάζουν τα φουσσάτα·
ας αποϊδούμε τον καιρόν να ιδούμε τον λαόν μας,
το ποί᾿ μας ενεμείνασεν εκ τον λαόν μας όλον·
4995κι αν θέλη ο Θεός κ᾿ η τύχη μας να ζούμεν έως στον μάρτιον,
εις άνοιξιν γαρ του καιρού, που αρμόζει των φουσσάτων
να οικονομούνται εις άρματα, να τρέχουν εις την μάχην,
ετότε γάρ, αφέντη μου, ας οικονομηθούμεν,
όπου εύρωμεν τον πρίγκιπαν, εις αύτον ας υπάμε,
5000ας αποθάνωμε ενομού ή ας εκδικηθούμεν».
ΕΠΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΩΝ ΕΧΘΡΟΠΡΑΞΙΩΝ
Ο Μέγας ο Δεμέστικος ενταύτα απεκρίθη·
«Ο Θεός το εξεύρει, φίλοι μου, συντρόφοι κι αδελφοί μου,
τούτο σφάζει τον λογισμόν και την καρδίαν μου τρώγει,
διατί μας εκατάλυσεν ένας φτωχός στρατιώτης.
5005Αν είχαμεν τον πρίγκιπα μαδίσει ή πολεμήσει,
όπου ένι μέγας άνθρωπος, εξάκουστος στον κόσμον,
κ᾿ ενίκησέ με εις πόλεμον, παρηγορίαν να το είχα.
Το δε να λέουν οκάποιος φτωχός και ρεματιάτηςρεματιάρης=πάσχων από ρευματισμούς
ενίκησεν του βασιλέως τον αδελφόν εις κάμπον,
5010και πάλε άλλο χειρότερον, χείρον των χειροτέρων,
με τριακόσιους εκέρδισε χιλιάδες δεκαπέντε!»
Καθώς απήραν την βουλήν οι άρχοντες εκείνοι,
ο Μέγας ο Δεμέστικος κι ο Μακρυνός ομοίως,
μετ᾿ αυτούς Κατακουζηνός ο εξάκουστος στρατιώτης,
5015ούτως και το εδιορθώσασιν και αφιρώσανέ το.
Επέρασεν γαρ ο καιρός, εδιάβην ο χειμώνας,
ήλθεν ο μήνας του μαρτίου, η άνοιξις του χρόνου,
όπου κινούνται άπαντες εις άρματα και μάχην,
και της θαλάσσης και της γης ετότε φουσσατεύουν.
5020Ο αδελφός του βασιλέως Δεμέστικος ο ΜέγαςΚων/νος Παλαιολόγος (αδερφός Μιχαήλ Η’)
ώρισεν τα φουσσάτα του να σωρευτούσιν όλοι.
Η ένωσις εγίνετον στου Σαπικού τους κάμπους,Σαπικού κάμποι=>επαρχ. Μαντινείας
εις τα λιβάδια τα πλατέα, στες έμνοστες τες βρύσες.
Φουσσάτα εσώρεψεν πολλά από διαφόρους τόπους·
5025τα πεζικά της Τσακωνίας του Μελιγού του δρόγγου
και μέχρι στην Μονοβασίαν και των Σκορτών τον δρόγγον.Σκορτά=>ορεινή δυτ. Αρκαδία
Εχώρισαν τα αλλάγια τους, ορθώσαν κ᾿ εκινήσαν,αλλάγι=στρατ. μονάδα
εκείσε στην Καρύταιναν εμείναν την εσπέραν,
το παραπόταμον του Αλφέως ολόρθα εκατεβαίναν,
5030την Πρινίτσα απέρασαν και είδασιν τον τόπον,
ανάμνησαν το επάθασιν εκεί στον τόπο εκείνον.
Πάντα υπαγαίναν, λέγοντα τους Φράγκους φοβερίζουν·
το πράγμα όπου απεργώθησαν ου μη το πάθουν πλέοναπεργώνω=εξαπατώ
αν έλθουσιν εις πόλεμον, να δώσουν κονταρέας·
5035με τας σαγίττας βούλονται όλους να θανατώσουν.
Κατερωτούν το πού να ευρούν τον πρίγκιπα Γυλιάμον,
στην Ανδραβίδαν έμαθαν ότι τους αναμένει,
την χώραν ετριγύρισεν όλην με τραφοκόπια
και στήκει εκεί κ᾿ εκδέχεται με τα φουσσάτα όπου έχει.
5040Ο Μέγας ο Δεμέστικος κράζει τους αρχηγούς του·
βουλήν εζήτησεν αυτών το πώς οφείλει διάξαι.
Κ᾿ εκείνοι όπου ήσαν τοπικοί άνθρωποι, όπου εγνωρίζαν
τους τόπους και τα διάβατα, βουλήν του εδώκαν τέτοιαν·
μη πιάση γαρ και απελθή εκεί στην Ανδραβίδα,
5045διατί είναι τα έμπατα στενά και διά τους τσαγρατόρους.
Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΕΣΙΚΛΗ (ΣΕΡΓΙΑΝΑ) [1263]
§ 339 Ολόρθα τον εδιάβασαν στα Σεργιανά πλησίον·
απάνω προς ανατολάς εκεί τον αππλικέψαν.
Κλησίδιν ένι εκεί μικρόν το λέουν Άγιον Νικόλαον,κλησίδι=εκκλισίδιο
εις το Μεσίσκλιν το λαλούν του τόπου γαρ το επίκλην,(άγνωστο μέρος στην Ηλεία)
5050εκεί έστησαν την τέντα του κ᾿ εκατουνέψανέ τον.
Τα πλάγια όλα εγέμισαν κι οι κάμποι τα φουσσάτα·
εκεί εσπερώσαν κ᾿ έμειναν εκείνην την εσπέραν.
§ 340 Και το αύριο εξημερώνοντα, ώρα ανατελμάτου,
ήλθεν εκεί ο πρίγκιπας με τα φουσσάτα όπου είχεν.
5055Οι καβαλλάροι και πεζοί όλοι μετ᾿ αύτον ήλθαν·
εχώρισεν τ᾿ αλλάγια του, τρεις σύνταξες εποίκεν.
Εξέβην εκ τα Σεργιανά εκεί προς τους Ρωμαίους
κ᾿ εστήκασιν οι σύνταξες έτοιμες του πολέμου.
§ 341 Το πρώτο αλλάγιν των Ρωμαίων κ᾿ οι σύνταξες όπου είχεν
5060ήτον του Κανακουζηνού, του επαινετού στρατιώτου.
Εξέβη από το αλλάγιν του απάνω εις το φαρίν του·
τα κούκουρά του εβάσταινε, το απελατίκι εκράτει·κούκουρα=φαρέτρα
ανάμεσα γαρ των Φραγκών και του εδικού του αλλάγιαπελατίκι=σιδερένιο ρόπολο
υπάγαινε και έρχετον φημίζοντα δρομαίως.
§ 342 5065Κι όσον απήλθεν τρεις φοράς με το άλογον εκείνο,
πεζεύγει, εμετασέλλησε κι ανέβη απάνω εις άλλο,εμετασέλλησε=άλλαξε άλογο
κι άρξετο να φημίζεται εμπρός από τους Φράγκους.φημίζομαι=επιδεικνύομαι
Εκείνο γαρ το έκαμνεν Κατακουζηνός εκείνος,
κ᾿ υπηγαινοέρχετον εκεί φημίζων το φαρίν του,
5070εις καταφρόνησιν των Φραγκών, διατό ήσαν γαρ ολίγοι,
κ᾿ εις έπαρσιν κι αλαζονείαν, διατό ήσαν οι Ρωμαίοι
πλήθος λαού και πλειότεροι παρά το ήσαν οι Φράγκοι.
§ 343 Λοιπόν υπηγαινοέρχετον τρέχοντα το φαρίν του·φαρί=πολεμικό άλογο
το άλογο θυμώθηκε, τον καβαλλάρη επήρε
5075εκεί σιμά στον πρίγκιπα απέσω εις έναν βάτον·
επεδουκλώθην το άλογο, επέσασιν κ᾿ οι δύο.
Το ιδεί ο λαός του πρίγκιπος εδράμασιν εκείσε,
τον καβαλλάρη εσφάξασιν, το άλογον απήραν.
§ 344 Το ιδεί ο Μέγας Δεμέστικος κι ο Μακρυνός ομοίως
5080το πώς εχάθη η κεφαλή όπου είχαν στα φουσσάτα,
εφάνη τους ολοστινοί απέθαναν κ᾿ εκείνοι·ολοστινός=ολόκληρος
εδράξασιν κι απήραν τον ούτως αποθαμμένον·
εδώκαν τα σαλπίγγια τους, απήραν κ᾿ υπαγαίνουν.
§ 345 Ηθέλησεν ο πρίγκιπας να υπάγη στους Ρωμαίους,
5085κι όλοι τον ανασκόψασιν, συνεμποδίσανέ τον,
λέγας, ότι αν μετασταθούν ετότε οι Ρωμαίοι
και τριγυρίσουν τα άλογα με το σαγιττολάσι,σαγιττολάσι=πλήθος τοξοτών
πολλά ελαφρά τους θέλουσιν σκοτώσει τα άλογά τους·
κι αφών ψοφήσουν τα άλογα και πέσουν οι καβαλλάροι,
5090ωσάν γυναίκες και παιδία τους θέλουσιν κερδίσει
και θέλει χάσει ο πρίγκιπας πρώτα τον ενιαυτόν του,
κι απαύτου γαρ τον τόπον του και τον λαόν του όλον.
Ακούσων ταύτα ο πρίγκιπας υπόμεινεν ενταύτα,
κ᾿ εστράφη εις το οσπίτι του εκεί στην Ανδραβίδα.
5095Ο Μέγας ο Δεμέστικος με τα φουσσάτα όπου είχεν
ολόρθα εδιάβη κ᾿ έσωσεν εις του Νικλίου τους κάμπους.
Το κάστρον ετριγύρισεν κ᾿ επαρακάθισέ το.
§ 346 Εκεί τον ηύρε εριζικόν, το ουκ ήλπιζε να του έλθη.
Οι Τούρκοι, όπου ήσαν μετ᾿ αυτόν, όπου ήσαν μία χιλιάδα,
5100εζήτησαν την ρόγαν τους, έξι μηνών ελέγαν.
§ 347 Κι ο Μέγας ο Δεμέστικος – ωσάν ήτον θλιμμένος
να λάβη νίκος και τιμήν απάνω εις τους Φράγκους
κ᾿ εδιάβη κ᾿ έλαβε ζημίαν κ᾿ εστράφη με ατιμίαν –
των Τούρκων αλαζονικήν απόκρισιν εποίκεν.
§ 348 5105Και λέγει των μετά χολής· «Ουκ είστε γαρ ανθρώποι
να εντρέπεστε κ᾿ αισχύνεστε ρόγαν να με ζητάτε
εκεί όπου επλουτύνετε ᾿ς του βασιλέως τον τόπον
με των Φραγκών τα πράγματα και με του βασιλέως;
Εσείς γαρ όταν ήλθετε εδώ εις τον Μορέαν,
5110είστε γυμνοί, τετράχηλοι, όλοι εξεγυμνωμένοι·
κι αφότου ήλθετε εδώ στου βασιλέως τον τόπον,
εκ της ευχής του βασιλέως κι από της αφεντίας του
κι από τα κούρση τα πολλά, τα εποίκαμεν στους Φράγκους,κούρση=λεία, λάφυρα
εσείς γαρ επλουτύνετε κι ο βασιλέας τι έχει;
5115ειπέτε μου το διάφορον κ᾿ επάρετε την ρόγαν,
είτε ποτέ σας απ᾿ εμού ρόγαν ου μη σας δώσω».ρόγα=μισθός μισθοφόρου
§ 349 Οι Τούρκοι γαρ ως το ήκουσαν, στριγγήν φωνήν εβάλαν·
«Τι έν᾿ το μας λέγεις, δέσποτα, τι μας κατονειδίζεις;
᾿ς ποίον πόλεμον μας έβαλες κι ουδέν εποιήσαμε έργον;
5120εις την Πρινίτσα υπήγαμεν, εκεί όπου ήλθαν οι Φράγκοι,
κι ουδέν μας άφηκες εμάς να έχωμεν πολεμήσει,
αλλά έβαλες τους άρχοντες όπου έχεις, τους Ρωμαίους,
τους Φράγκους επολέμησαν κ᾿ εδώκαν κονταρέας·
ιδές το τι εδιαφόρησαν και τι τιμήν σε εποίκαν.
5125Ποίον ακούσετε Ρωμαίον με Φράγκον πολεμήσει,
με το κοντάρι ή με σπαθί να τον έχη νικήσει;
Οι πάντες όλοι εξεύρουν το, ως ένι γαρ κ᾿ η αλήθεια·
εις το κοντάρι κ᾿ εις σπαθί οι Φράγκοι είναι στρατιώτες.
Όμως ημείς διά τους Ρωμαίους ετράπημαν ετότε,
5130κ᾿ εφύγαμε εκ τον πόλεμον άνευ φταισίματός μας·
διά συντροφίαν το εποιήσαμεν, τίποτε ουδέν το φταίομεν.
Και πάλε μας εδιάβασες εκεί στην Ανδραβίδα·
τον πρίγκιπα εφοβέριζες διά να τον εξαλείψης,
κι αφότου εδιάβημαν εκεί κ᾿ ήλθαν ᾿ς εμάς οι Φράγκοι
5135ετοιμασμένοι εις πόλεμον όσον σύρει δοξάριν,
διά σκοτωμόν ανθρώπου ενός όπου εχάθη με φταίσιμόν του,
ώρισες και εστράφημαν κ᾿ εφύγαμε ως γυναίκες.
Πότε μας ώρισες ποσώς να έχωμεν πολεμήσει,
κ᾿ επαρατρέψαμεν ποσώς κ᾿ επαρακούσαμέν σου;
5140όπου κρατεί του δούλου του την ρόγαν, τον μιστόν του,
απηλογίαν του δίδει ευθέως να υπάγη όπου θέλει.
ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΕΓΚΑΤΑΛΕΙΠΟΥΝ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΕΣ
Κ᾿ ημείς, αφέντη, από του νυν απολογίαν μας δίδεις,απολογία=άδεια, έγκριση
αφών την ρόγαν μας κρατείς, ημείς σε προσκυνούμεν
κ᾿ υπάμεν να εύρωμε αλλαχού να ζούμε ωσάν στρατιώτες».
5145Εις την κατούναν ήλθασιν, ευθέως βουλήν απήραν·κατούνα=στρατόπεδο
ωρθώσαν την κατούναν τους, πηδούν, καβαλλικεύουν.
Από το Νίκλι εξέβησαν επιάσαν την οδόν τους,Νίκλι=>Τεγέα
εις τα οπίσω εστρέφονταν εις την Καρύταινα ήλθαν,
εκείσε εκατουνέψασιν εκείνην την εσπέραν.
§ 350 5150Κι ως το έμαθε ο δεμέστικος κι ως το επληροφορέθη
ότι εμίσσεψαν απ᾿ εκεί οι Τούρκοι κ᾿ υπαγαίνουν,
όπου ήσαν οι καλλιώτεροι όλου του του φουσσάτου
κ᾿ υπήγαιναν στον πρίγκιπα όπου ήτον γαρ εχτρός του,
μεγάλως το εβλαστήμησεν, ηθέλησεν να απέλθη
5155ατός του εξοπίσω τους διά να τους έχη στρέψει.
Οι δε οι φρονιμώτεροι, όπου ήσαν μετ᾿ εκείνον,
τον είπαν κ᾿ εσυμβούλεψαν, ουδέν ήτον τιμή του
να υπάγη εξοπίσω των Τουρκών αυτάδελφος βασιλέως,
διατό είναι οι Τούρκοι εις θυμόν μεγάλως χολιασμένοι,
5160«κι αν τύχη να επιμεληθούν και να σε πολεμήσουν,
πολλάκις κι εις τον πόλεμον να σε έχουν νικήσει
κ᾿ ήθελεν είσται άπρεπον πράγμα κατηγορίας·
αλλά ας διορθώσης άρχοντας ανθρώπους γαρ φρονίμους
να απελθούν να τους σώσουσιν, να τους καλολογήσουν,
5165να τους ειπούν κ᾿ υποσχεθής να τους έχης πληρώσει
την ρόγαν και φιλοτιμίαν όσην χρεωστεί να έχουν».φιλοτιμία=μπόνους
§ 351 Δύο άρχοντες εδιόρθωσεν, όπου ήσαν εκ την Πόλιν,
και συντροφίαν τους έδωκεν κ᾿ εδιάβησαν ενταύτα.
Εις την Καρύταινα έσωσαν εκείνην την εσπέραν·
5170τους Τούρκους ηύρηκαν εκεί που ήσαν κατουνεμένοι.
Εις τον Μελίκ εδιάβησαν όπου ήτον κεφαλή τους,
επέζεψαν κ᾿ εδιάβησαν στην τέντα του ολόρθα.
§ 352 Χαιρετισμόν του είπασιν εκ μέρους του δεμεστίκου
του βασιλέως τον αδελφόν κι από το αρχοντολόγι·
5175πολλά θαυμάζονται οι άρχοντες τούτο πώς εγινέτον
«κι ανηχωρήσετε από εμάς διά λόγια γαρ και μόνον
κι αφίνετε τον όρκον σας και την δουλότητά σας,
όπου έχετε εις τον βασιλέα κ᾿ ήλθετε διά εκείνον.
Στραφάτε οπίσω, οι άρχοντες, στον όρκον σας απάνω,
5180να πληρωθήτε παρευτύς την ρόγαν σας ακέραιαν».
§ 353 Ενταύτα τους απεκρίθηκεν ατός του ο Μελίκης
ωσαύτως και οι πρότεροι του τούρκικου φουσσάτου
και είπαν κι απεκρίθησαν ετέτοιους γαρ τους λόγους·
«Ου πρέπει αυταδέλφου βασιλέως να εβγαίνη από τον λόγον
5185όπου ειπή κ᾿ επισχεθή ανθρώπου γεννημένου.
Εν τούτω λέγομεν ημείς, άρχοντες και συντρόφοι,
ο Μέγας ο Δεμέστικος ατός του γαρ μας είπεν
κι αφίρωσε τον λόγον του ποτέ μη μας πληρώση.
Στραφάτε, ειπέτε του από εμάς ποτέ να μη στραφούμε
5190ούτε να τον δουλέψωμεν ημέραν της ζωής του,
διατί ποτέ του ουκ ηύραμεν καμμίαν αλήθεια εις αύτον.
Τους Φράγκους γαρ ηκούσαμεν ότι κρατούν αλήθειαν,
κ᾿ υπάμε να τους εύρωμεν, να ζήσωμεν μετ᾿ αύτους».
§ 354 Οι άρχοντες ηθέλασιν οπίσω να στραφούσιν·
5195κι οκάποιος Τούρκος φίλος τους είπε, εσυμβούλεψέ τους
να μείνουν εκείσε με αυτούς εκείνην την εσπέραν,
κι ά λάχη να μετανοήσουσιν οι Τούρκοι να στραφούσιν.
ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΙ ΑΠΟΣΚΙΡΤΟΥΝ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΦΡΑΓΚΟΥΣ
Οι Τούρκοι γαρ ως είχασιν επιθυμίαν μεγάλην
να απέλθουν εις τον πρίγκιπα, να τον έχουν δουλέψει,
5200από ταχέα γαρ το πρωί εδώκαν τα σαλπίγγια,
τα τούρκικα τα βούκκινα, όπου είχαν μέγα πλήθος,
σηκώνουν τες κατούνες τους, εβάλθησαν στον δρόμον
ολόρθα στο παραπόταμον του ποταμού του Αλφέως.
§ 355 Στο Περιγάρδη ήλθασιν εκεί προς το Βλυζήρη.Βλιζίρι (Le Glisiere)=>Περιστέρι Ηλείας [ίσως]
5205Αφότου γαρ εσώσασιν εκείσε εις τα Σέρβια.Περιγάρδι=>κοντά στην Αρχ. Ήλιδα
§ 356 Κράζει ο Μελίκ δύο Τούρκους του τους φρονιμώτερούς του,
όπου έξευραν την λογικήν γλώσσαν γαρ των Ρωμαίων,
κ᾿ έδωκε αυτών και συντροφίαν άλλους δώδεκα Τούρκους.
Στον πρίγκιπα τους έστειλεν εκεί στην Ανδραβίδα
5210να τον ειπούν διά τι αφορμήν απέρχονται προς αύτον.
Κι όταν εσώσασιν εκεί στον πρίγκιπα Γυλιάμον,
εκείνος τους εδέξατο μετά τιμής μεγάλης.
§ 357 Ενταύτα του αφηγήθησαν διά τι τρόπον αφήκαν
τον αδελφόν του βασιλέως και έρχονται προς αύτον
5215διά την καλήν του αφεντίαν, το έπαινος όπου είχεν·
στην μάχην όπου εμάχετον μετά τον βασιλέαν
να του βοηθήσουν ως ημπορούν κατά την δύναμίν τους,
διατί έχουν είδησιν καλήν κ᾿ εξεύρουν με αλήθειαν
ότι με τρόπον αδικίας τον μάχεται ο βασιλέας,
5220και πρέπει πάσα άνθρωπος όπου άρματα βαστάζει,
με την αλήθειαν του Θεού να μάχεται τον εχτρόν του.
«Λοιπόν, αφέντη πρίγκιπα, αν χρήζης την δουλείαν μας,
ημείς να σε δουλέψωμεν χρόνον έναν σωζάτον.σωζάτος=γεμάτος
Εί τε κι ου χρήζεις μας ποσώς κι ουδέν σού κάμνει χρεία,
5225ως πρίγκιπας κι αφέντης μας, δέομεν, παρακαλούμεν,
να ορίσης να μας δώσουσιν στράταν διά να υπάμεν
εις τόπον που να έχωμεν πέραμα να διαβούμε
στον τόπον της Ανατολής, να υπάμεν στα εδικά μας».
Κι ο πρίγκιπας ως φρόνιμος και καλοπαιδεμένος
5230κράζει τον μισίρ Ασελήν, ντε Τουθ είχεν το επίκλην –Ανσελής ντε Τουθ (Ancelin de Toucy)
του Καίσαρη ήτον αδελφός, μισίρ Φίλιππος άκω,Cesar de Toucy
στην φυλακήν ευρίσκετον ετότε εις την Πόλιν –
διατό ήτο ο μισίρ Ανσελέτ άνθρωπος παιδεμένος,
τες τάξες έξευρε ακριβώς, την γλώσσαν των Ρωμαίων,
5235τον ώρισεν του να απελθή ᾿ς απάντησιν των Τούρκων.
Απήρεν γαρ καβαλλαρίους μετ᾿ αύτον και σιργέντεςσιργέντης=υπαξιωματικός, ακόλουθος
εις αριθμόν τριακοσίων κ᾿ εδιάβη στο Βλυζήρη.Βλιζίρι (Le Glisiere)=>Περιστέρι Ηλείας [ίσως]
§ 358 Εκεί ηύρε γαρ τους άρχοντες του τούρκικου φουσσάτου.
Χαράν μεγάλην έποικεν εκείνος ο Μελίκης·
5240«Πολλά επεθύμουν να σε ιδώ, κύρης μου κι αδελφέ μου,
διατό είσαι από την Ρωμανίαν άνθρωπος παιδεμένοςΡωμανία=δυτική Βυζαντινή επικράτεια
κ᾿ εξεύρεις εκ τα τούρκικα να μας τα συντυχαίνης».συντυχαίνω=ομιλώ, συνομιλώ
Κι απαύτου άρχισε να λαλή και να του αφηγάται
τον τρόπον και την αφορμήν το πώς ήλθεν ενταύτα.
5245Κ᾿ εκείνος του απεκρίθηκεν μετ᾿ ευσπλαγχνίας μεγάλης·
«Καλώς ήλθες, ο φίλος μου, καλώς ο αδελφός μου,
πολλά επεθύμουν να σε ιδώ εδώ στην συντροφίαν μου».
§ 359 Κι αφότου εκαταχάρησαν εκείσε εις το Βλυζήρι,
στην Ανδραβίδα εδιάβησαν εκείνην την εσπέραν.
5250Ο πρίγκιπας εξέβηκεν στην απαντήν των Τούρκων,
όλοι μετ᾿ αύτον ενομού οι καβαλλάροι του όλοι·
στον ποταμόν τον Ηλειακόν εκεί συναπαντάται.Ηλειακός=>Πηνειός Ηλείας
Οι Τούρκοι γαρ επέζεψαν, ως το έχουσιν συνήθειαν,
τον πρίγκιπα επροσκύνησαν μικροί τε και μεγάλοι,
5255άνευ ο Μελίκ κι ο Σαλίκ όπου ήσαν οι προεστοί τους,
τους όποιους γαρ εκράτησεν μισίρ Ανσελής εκείνος
κι ουδέν γαρ απεζέψασιν ωσάν οι άλλοι Τούρκοι.
Τιμητικά τους χαιρετά ο πρίγκιπας ατός του.
§ 360 Από τας χείρας τους κρατεί κ᾿ εβάλθησαν να οδεύουν.
5260Οι Τούρκοι ουδέν ανάμειναν έως ου να κατουνέψουν,
αλλά καβαλλικεύοντα αρχάσαν συντυχαίνει
και λέγειν προς τον πρίγκιπα την παραπόνεσίν τους,
τον τρόπον και την αφορμήν το πώς ήλθαν εκείσε,
το πώς γαρ τους εκράτησεν Δεμέστικος ο Μέγας
5265την ρόγαν και οικονομίαν, όπου είχεν εξεδουλέψει,οικονομίαν [εδώ]=μισθός
κ᾿ εκείνοι ουδέν του εποίκασιν τίποτε πονηρίαν,
ούτε ανυπολήπτησαν τον βασιλέαν κανόλως·
«Απολογίαν επήραμεν απ᾿ αύτον ως στρατιώτες·απολογία=άδεια, έγκριση
ημέραν γαρ και φανερά εξέβημαν απ᾿ αύτον
5270κ᾿ ήλθαμε εδώ, αφέντη μας, να σε έχωμε δουλέψει
με τ᾿ άρματα, αληθινά, ως το έχουν οι στρατιώτες.
και όταν σε δουλέψωμεν εις θέλημα εδικόν σου,
δι᾿ ανταμοιβήν κ᾿ ευεργεσίαν ετούτο σε ζητούμεν,
να έχωμεν την άδειαν να υπάμεν την οδόν μας.
5275Ημείς, αλήθεια, αφέντη μου, ουκ ήλθαμεν ενταύτα
διά να σκολάσωμεν ποσώς, να χάνεται ο καιρός μας.
Σήμερα, αφέντη, όρθωσε όλα σου τα φουσσάτα,
και το πρωί ας κινήσωμεν να υπάμεν στους Ρωμαίους,
στου βασιλέως τον αδελφόν τον άπιστον εκείνον·
5280ποτέ αλήθειαν εις αυτόν τον ουκ ηύραμεν ουδόλως·
με λόγια μας εδιάβαζεν, την ρόγαν μας απήρεν.
Ετούτο, αφέντη, θέλομεν κ᾿ ετούτο σε ζητούμεν·
έλα μετ᾿ έμας έως εκεί και στέκε σίγερόν σου,σίγερος=ασφαλής
κ᾿ ημείς να πολεμήσωμεν το γένος των Ρωμαίων».
5285Ακούσων ταύτα ο πρίγκιπας εχάρηκεν μεγάλως,
ωσαύτως κ᾿ οι φλαμουριαροί κι όλοι του οι καβαλλάροι.φλαμουράριος=βαθμοφόρος
§ 361 Κράζει τον μισίρ Ανσελήν τον πρωτοσύμβουλόν του,
παρακαλεί κι ορίζει τον να ορθώση τα φουσσάτα
διά να κινήσουν το πρωί να πιάσουν την οδόν τους·
5290ολόρθα να υπαγαίνουσι, εκεί όπου είναι οι Ρωμαίοι,
ο Μέγας ο Δεμέστικος, στην Λακκοδαιμονίαν.
Ως το ώρισεν ο πρίγκιπας, ούτως γαρ εγενέτον,
και το πρωί εκίνησαν από την Ανδραβίδα.
Οι Τούρκοι επληροφόρησαν τον πρίγκιπα αλήθειον
5295το πώς εμάθασιν αυτοί εις την μαντείαν που εξεύραν,
ότι εις τον πρώτον πόλεμον που ηθέλαν πολεμήσει
με τον Μέγαν Δομέστικον, τον ηθέλαν κερδίσει.
Λοιπόν, ωσάν εξέβησαν από την Ανδραβίδα,
οι Τούρκοι υπαγαίνασιν πάντα εις την εμπροστέλαν·
5300προβόδους είχαν τοπικούς όπου τους ωδηγεύγαν,πρόβοδος=οδηγός
και τόσον ωδηγέψασιν μετά ημερών τεσσάρων,
στην Κοπρονίτσαν έσωσαν πλησίον της Αρκαδίας·Κοπρονίτσαν=>Κοπάνιτσα Φιγαλείας
οι Τούρκοι γαρ απέσωσαν κ᾿ επιάσασιν κατούνες,
όπου το λέγουσιν Μουντράν, έχει πανώραιαν βρύσιν.
§ 362 5305Κι αφότου εκατουνέψασιν επιάσαν τες μαντειές τους,
κ᾿ ηύραν, ως το εφανέρωσαν κ᾿ ήτον γαρ και η αλήθεια,
ότι το αύριον σάββατον ηθέλαν πολεμήσει
εκεί πλησίον εις τα βουνά όπου εβλέπουν απέκει.
Κράζουν τους Φράγκους, πού είχασιν διά πρόβεδους μετ᾿ αύτους,
5310και λέγουσί τους· «Άρχοντες, άμετέ μας εκείσε
όπου ένι γαρ ο πρίγκιπας, χρήζομεν του συντύχει
διά όφελές του και τιμήν όπου του μέλλει να έχη».
Κι ως το ήκουσαν οι πρόβεδοι, πηδούν καβαλλικεύουν,
απήρασιν τους άρχοντας του τούρκικου φουσσάτου,
5315τον Μελίκ και τον Σαλίκ και άλλους δεκαπέντε
κ᾿ εδιάβησαν στον πρίγκιπα εκεί στην Κοπρινίτσα.
Το ιδεί τους γαρ ο πρίγκιπας επροσηκώθηκέν τους·
«Καλώς ήλθαν οι Τούρκοι μου, καλώς οι αδελφοί μου».
Κ᾿ εκείνοι γαρ τον προσκυνούν και λέγουν προς εκείνον·
5320«Γίνωσκε, αφέντη βασιλέα, κράτει το απ᾿ εμέναν
αύριον, σάββατο πρωί θέλομεν πολεμήσει.
Εις τούτο ήλθαμεν εδώ διά να σε το ειπούμεν».
Εις τούτο απεχαιρέτησαν, εστράφησαν οπίσω.
Ο πρίγκιπας, ως το ήκουσεν, λαλεί τους κεφαλάδες.κεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
5325όλων βουλήν εζήτησεν πώς θέλουσιν ποιήσει.
§ 364 Εν τούτω ο μισέρ Ασελής έδωκε την βουλήν τουΑνσελής ντε Τουθ (Ancelin de Toucy)
και λέγει προς τον πρίγκιπαν· «Αφέντη, να ηξεύρης,
εγώ έμαθα από άνθρωπον και καταπατητήν μου,
ο αδελφός του βασιλέως, Δεμέστικος ο Μέγας,
5330ήλθεν εις την Βελίγοστην με όλα του τα φουσσάτα,
διού έμαθεν ερχόμεθα να υπάγωμεν εκείσε
του πιάσειν τα διάβατα και όλες τες κλεισούρες
εκεί εις την ράχην την ψηλήν, Μακρύ Πλάγι το λέγουν.
§ 365 Εις τούτο θέλω, αφέντη μου, οι Τούρκοι όπου υπάσιν
5335ομπρός εις τα φουσσάτα μας να υπάγουν εις την μέσην,
μη τύχη γαρ και κροτιστούν και στο φυγίον βαλθούσιν
και χάσωμεν τον πόλεμον κι όλον τον λογισμόν μας.
Εις τούτο λέγω, αφέντη μου, αν ένι ορισμός σου,
το πρώτο αλλάγι να έχω εγώ απ᾿ όλα τα φουσσάτα,
5340και εις την μέση οι Τούρκοι ας είν᾿ κ᾿ εσύ στην οπιστέλαν,οπιστέλα=οπισθοφυλλακή
εγώ να υπάγω έμπροστεν απ᾿ όλα τα αλλάγια·
ολπίζω εις έλεος Χριστού να ποίσω τέτοιαν πράξιν,
όπου ν᾿ αρέση του Θεού και σύ να το ηγαπήσης».
§ 366 Ως το ήκουσεν ο πρίγκιπας, μεγάλως το απεδέχτη·
5345«Αρέσει μου, σερ Ασελή, να γένη ως το είπες,
χώρισον τα αλλάγια κι ας είναι μέσο οι Τούρκοι».
Εις τούτο ο σερ Ασελής εδιέβη εις τους Τούρκους
κ᾿ εκαλολόγησεν αυτούς ως φρόνιμος όπου ήτον·
λέγει τους· «Φίλοι, αδελφοί, ο πρίγκιπας ορίζει,
5350ότι είστεν απόξενοι, τον τόπον ου γροικάτε,
το πρώτο αλλάγι να έχω εγώ ομπρός να υπαγαίνω,
εσείς να έρχεστε απ᾿ εμέν κι ο πρίγκιπας απαύτου·
και όπου και αν κάμη χρεία, εσείς να βοηθήτε».
Κ᾿ οι Τούρκοι, ως το ήκουσαν εις έπαινον το ηπήραν.
Η ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΠΛΑΓΙΟΥ [1264]
§ 367 5355Εν τούτω εκαβαλλίκεψαν, εβάλθησαν κι οδεύουν.
Εκίνησε ο μισίρ Ανσελής με το εδικόν του αλλάγι,
εκ το Καλάμι ανέβηκεν κ᾿ υπάει στο Μακρύ Πλάγι.Μακρυπλάγι=> στον Τουρκολέκα Αρκαδίας
Εστάθην ολιγούτσικον και λέγει του λαού του·
«Άρχοντες, φίλοι κι αδελφοί, να εξεύρετε ᾿ς αλήθειαν,
5360ότι ο αδελφός του βασιλέως με τα φουσσάτα, όπου έχει,
εδώ εις τούτα τα βουνία κ᾿ εις τούτες τες κλεισούρες,
όπου υπαγαίνομεν ημείς, εδώ μας αναμένει.
Διά τούτο σας παρακαλώ να το έχετε στον νούν σας,
μη ελθούν αφνίδια απάνω μας, τίποτε κροτιστήτε,
5365αλλά ως άνθρωποι φρόνιμοι όπου είστε και στρατιώτες,
στερέα σταθήτε εις πόλεμον ως άνθρωποι αντρειωμένοι,
να επάρετε το έπαινος απ᾿ όλον το φουσσάτο·
επεί – ο Θεός μη το έποικεν – εάν μας παρατρέψουν,
εχάναμεν τον πόλεμον κι όλον το πριγκιπάτον».
§ 368 5370Κ᾿ εκείνοι γάρ, ως το ήκουσαν, υπόσχεσιν του εποίκαν
του ν᾿ αποθάνουν ενομού διά την τιμήν του όλοι.
Εδώκαν τα σαλπίγγια τους κι αρχίσαν ν᾿ ανεβαίνουν
το ανήφορον Μακρυπλαγίου κ᾿ ήλθαν στον Φονεμένον.
§ 369 Κι ως επροσκύψαν κ᾿ έσωσαν απάνω εις την ράχην,
5375επήδησαν τα εγκρύμματα εκείνα των Ρωμαίων,εγκρύμματα=ενέδρες
με ταραχήν και προθυμίαν εδράμαν γαρ εις αύτα·
διατί ήσαν εκείνοι πλειότεροι, εσπάραξαν τους Φράγκους,
έναν δοξόβολον καλόν του κατηφόρου απήλθαν,
εσφάζαν και εδιώχναν τους το αλλάγι των Ρωμαίων.
§ 370 5380Φωνήν μεγάλην έσυρεν μισίρ Ανσελής εκείνος·
«Παιδία, συντρόφοι, επάνω τους· μηδέν τους εντραπούμεν».
Κ᾿ οι Φράγκοι εμεταστάθησαν, στρέφονται εις τους Ρωμαίους,
με τα κοντάρια και σπαθία εδράμασιν εις αύτους·
στην ράχην τους ανέβασαν εκεί εις την Φονεμένην.
5385Κι από της τόσης ταραχής, το εκάμναν οι Ρωμαίοι,
ακούσασιν τον θόρυβον τα άλλα τους αλλάγια
κ᾿ έδραμεν κι άλλη σύνταξις κ᾿ ήλθεν να τους βοηθήση.
Κι από του πλήθους των Ρωμαίων όπου έδραμαν στους Φράγκους,
δεύτερον τους εκρότησαν, του κατηφόρου εστρέψαν,
5390ένα δοξόβολον καλόν, με αλήθειαν σε το λέγω,
και ούτως τους εσύντριβαν ως φάλκονες κουρούνες.φάλκονας=γεράκι
Ενταύτα ο μισίρ Ανσελής εστρίγγιζεν μεγάλως
και λέγει των συντρόφων του· «Άρχοντες, τι ένι ετούτο;
ουδέν εντρέπεστε ποσώς να παίζωμε ως κοπέλια;
5395ωσάν παιγνίδιν παίζομεν, το λέγουσιν αμπάρες·
σήμερον ας αποθάνωμεν παρά να εντραπούμεν·
όλοι μετ᾿ έμου δράμετε απάνω εις τους εχτρούς μας».
Εν τούτω οι Φράγκοι εντράπησαν από εκεινούς τους λόγους
κι όλοι ομού επροθύμησαν, εις τους Ρωμαίους εδράμαν·
5400με τα σπαθία τους άρχισαν κ᾿ εκατεκόβανέ τους.
Κ᾿ ιδών ετούτο οι Ρωμαίοι ετέθησαν εις κρότος,κρότος=άτακτη φυγή
φεύγοντα γαρ ανέβησαν μέχρι εις την ράχη απάνω.
§ 371 Κ᾿ οι Τούρκοι όπου έρχονταν στο δεύτερον αλλάγι,
ως ήκουσαν τον θόρυβον πού εκάμναν οι Ρωμαίοι,
5405σπουδαίως τον ανήφορον έδραμαν κ᾿ εσώσασιν εκείσε·σπουδαίως=ταχέως
κι ως ηύρασιν ότι οι Ρωμαίοι απήρασιν το κρότος,
εβάλθησαν με προθυμίαν κ᾿ εσφάξαν, εδιώχνανέ τους.
Κι ως ήκουσαν τον θόρυβον, το κρότος του φουσσάτου.
§ 372 Τα έτερα αλλάγια των Ρωμαίων όπου ήσαν χωσιασμένα,χωσιασμένα=έχουν στήσει ενέδρα
5410όλα εις φυγίον εβάλθησαν, εφεύγαν όπου εφτάσαν.
§ 373 Κ᾿ ετότε ο μισίρ Ανσελής κράζει τους εδικούς του·
επεί είχεν έναν αδελφόν, Καίσαρην τον ελέγαν,
στην Πόλιν τον εβάσταξαν στην φυλακήν απέσω
και λέγει· «Τι έναι η αμαρτία που γένεται εις εμένα,
5415να μη πιαστή απ᾿ τους άρχοντες, από τους κεφαλάδες
ένας ή δύο διά ν᾿ αλλαχτή ο αφέντης ο αδελφός μου,
ο Καίσαρης της Ρωμανίας, όπου κρατούν στην Πόλιν
απέσω εις την φυλακήν, εις τα παλαιά παλάτια;»
§ 374 Ενταύτα ως το ήκουσεν οκάποιος του σιργέντης,
5420Περήν Κουμάϊν τον έλεγαν, ούτως τον ωνομάζαν·
«Τι να έχω, αφέντη, από εσέν να σού τους έχω δείξει;»
και λέγει του ο μισίρ Ανσελής· «Όσον κελεύεις να έχης
άνευ το σώμα μου κι αυτό και πράγμα της τιμής μου».
Το ακούσει την υπόθεσιν εκείνος ο σιργέντης,
5425το του είπεν κ᾿ υπησχήθη του μισίρ Ανσελής εκείνος.
§ 375 Λέγει του· «Έλθεμε τα με και να σε δείξω πού είναι.»
Επήρε τον κ᾿ εδιέβησαν απάνω εις ένα σπήλαιον,
όπου ήτον μέσα εις δύο βουνία, εις μίαν λαγκάδα απέσω
εκεί όπου ένι σήμερον, το κάστρον Γαρδικίου·
5430«Θεωρείς, αφέντη, κάτω εκεί μέσα εις την λαγκάδα
τον Μέγαν τον Δεμέστικον και τον Καβαλλαρίτσην,
απαύτου και τον Μακρυνόν εδώθεν του σπηλαίου.
Οχτώ γαρ Τούρκοι τους κρατούν και συντυχαίνουνέ τους,συντυχαίνω=ομιλώ, συνομιλώ
πολλά τους ονειδίζουσιν και κατακρένουνέ τους·
5435την ρόγαν τους εκράτησαν, εχτρούς τους τους εποίκαν».
§ 376 Αφού ήλθε ο μισίρ Ανσελής απένω εις το σπήλαιον,
κ᾿ ετήρησεν κ᾿ εγνώρισεν τους άρχοντας εκείνους,
εκ τα άρματα όπου εβάσταζαν, καλά τους εγνωρίζει.
Στριγγήν φωνήν ελάλησεν και λέγει προς τους Τούρκους·
5440«Και τι ένι αυτό που κάμνετε, συντρόφοι κι αδελφοί μου;
προσέχετε μη ποιήσετε πράγμα της απιστίας·
εδώ γουργόν τους φέρετε με φύλαξιν μεγάλην».
Οι Τούρκοι, ως τον εγνώρισαν εκ τ᾿ άρματα που εβάστα,
ο μισίρ Ανσελής είπαν· ένι όπου μας κράζει».
ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΜΑΧΗΝ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΠΛΑΓΙΟΥ
5445Ευτύς εξαρματώσαν τους, εκεί τους ανεβάζουνεξαμαρτώνω=αφοπλίζω
έμπροστέν του τους ήφεραν κρατώντα τους οι Τούρκοι.
§ 377 Τας χείρας του εσήκωσεν και τον Θεόν δοξάζει,
επεί επληροφορέθηκεν κι αληθινόν το εκράτει,
τον αδελφόν του απ᾿ αυτούς θέλει εξαγοράσει.
5450Ώρισεν κ᾿ ελαλήσασιν το ίδιον του σαλπίγγι,
επήραν τους κ᾿ εδιάβησαν μετά χαράς μεγάλης·
εκείσε εις την Βελίγοστην, του πρίγκιπος τους δίδει,
μέγα κανίσκιν του έδωκεν, πολλά τον ευχαρίστα.κανίσκι=δώρο
§ 378 Αφού γαρ εσυνάχτησαν το φράγκικον φουσσάτο
5455εκείσε εις την Βελίγοστην αγνώμιασιν εποίκαναγνώμιασις=απαρίθμηση
να ιδούν και να εγνωρίσουσιν το τι λαόν επιάσαν.
Εν τούτω εγνωμιάσασιν και ηύραν την αλήθειαν·
ότι εκρατούσαν ζωντανούς εκείσε εις φυλακήν τους
τον Μέγαν γαρ Δεμέστικον, τον Μακρυνόν εκείνον,
5460ωσαύτως εκρατούσασιν και τον Καβαλλαρίτσην·
ομοίως εκρατούσασιν άρχοντες, σεβαστάδες,
τριακόσιους γαρ πεντήκοντα και τέσσαρους ωσαύτως,
ωνομασμένοι άρχοντες ήσαν ετούτοι όλοι
ηύραν και αρχοντόπουλα κι άλλον λαόν μετ᾿ αύτους,
5465ήσαν πεντάκις χίλιοι τριάκοντα και πλέον.
Ώρισεν γαρ ο πρίγκιπας να αναπαυτούν εκείσε
στην χώραν της Βελίγοστης όλα του τα φουσσάτα.
Αφών γαρ αναπαύτησαν εκείνην την ημέραν.
§ 379 Επί την αύριον ήλθασιν όλον το αρχοντολόγι,
5470όπου ήσαν από τα Σκορτά, όλοι ροβολεμένοι·ροβολεμένοι=επαναστατημένοι
ελεημοσύνην του ζητούν συμπάθειον να τους ποιήση.
Εν τούτω τον παρακαλούν όλοι του οι καβαλλάροι
όπως ποιήση προς αυτούς συμπάθειον, ελεημοσύνην.
Κι ο πρίγκιπας, ως φρόνιμος, καλός αφέντης ήτον,
5475γλυκύς, πραΰς, ανάδοχος, εις πάντας τέτοιος ήτον,ανάδοχος=καταδεκτικός
ευτύς τους εσυμπάθησε, ώρισε να του ομόσουν
να απέχουν εκ τες πονηρίες, να είναι πιστοί προς αύτον.
§ 380 Μεθαύριον γαρ το πρωί ο πρίγκιπας Γυλιάμος
ορίζει να του φέρουσι εμπρός του τους Ρωμαίους
5480να τους ιδή οφθαλμοφανώς και να συντύχη με αύτους
τον αδελφόν του βασιλέως κι όλους τους κεφαλάδες.
Ενταύτα ηφέρασιν ομπρός, Δεμέστικον τον Μέγαν,Μ. Δομέστικος Φίλης
του βασιλέως τον αδελφόν, όπου πολλά επεθύμα
να τον ιδή, ως έτυχεν να ένι εις φυλακήν του.
5485Το έλθει τον επροσηκώθηκεν, γλυκέα τον εχαιρέτα,
από το χέρι τον κρατεί, σιμά του τον καθίζει.
Μετά ταύτα εκάθισαν ομοίως κ᾿ οι κεφαλάδες όλοι
κ᾿ ενταύτα άρχισε να λαλή, του Δεμεστίκου λέγει·
το πώς ήτον ομόσοντα μετά τον βασιλέαν
5490να στήκουν πάντοτε ενομού, αγάπην να κρατούσιν,
την συντεκνίαν όπου έποικαν ποτέ να μη την σφάλουν·
κ᾿ εκείνος γαρ το έσφαλεν κ᾿ εξέβη από τον όρκον,
την μάχην επεχείρησεν κι απέστειλεν φουσσάτα,
τον τόπον του εκατέλυσεν με κούρση και με μάχην,κούρση [εδώ]=επιδρομή, λεηλασία
5495το όποιον πράγμα έσφαλε ως βασιλέας όπου ήτον·
ενταύτα εβλέποντα ο Θεός, ο εκδικητής των πάντων,
την αμαρτίαν όπου έποικεν και τα φονοκοπεία,φονοκοπείο=σφαγή
εχόλιασεν και ωργίστη του. «Ιδές, το τι εγινέτον,
του βασιλέως η αμαρτία ᾿ς εσέν εκατεστάθη.
5500Ιδές, κύρη μου, αδελφέ, πόσα φουσσάτα είχες,
καβαλλαρίους γαρ και πεζούς καν δέκα οχτώ χιλιάδες
εις την Πρινίτσαν, που ήλθες με παρρησίαν μεγάλην,
με θάρρος γαρ και λογισμόν να επάρης τον Μορέαν·
τριακόσιοι Φράγκοι ευρέθησαν όπου ήσαν εδικοί μου,
5505τον πόλεμον εκέρδισαν κ᾿ εσάς εκατεσφάξαν.
Κ᾿ εδάρτε πάλιν, αδελφέ, εις το Μακρύν το Πλάγι
ίδετε το τι επάθετε με τα φουσσάτα όπου είχες.
Εγώ γαρ ούτε καυχούμαι το, ούτε επαινούμαι ατός μου,
αλλά τον Θεόν ευχαριστώ, τον δικαιοκρίτην πάντων,
5510αφότου με εξεδίκησεν, ως το είδετε ατοί σας».
§ 381 Αφότου αποπλήρωσεν ο πρίγκιπας Γουλιάμοςαποπληρώνω=ολοκληρώνω
τα όσα αφηγήθηκεν κ᾿ είπεν του Δεμεστίκου,
άρχισε πάλιν να λαλή Δεμέστικος ο Μέγας
και λέγει προς τον πρίγκιπα απόκρισιν ετέτοιαν·
5515«Ουδέν έχομεν, αδελφέ, πρίγκιπα του Μορέως,
ισοπορίαν διά να λαλώ όσον διαφέρνει εις τούτο,
διατί είμαι γαρ εις φυλακήν κ᾿ έχεις με δεσμωμένον.
Όμως, αν μού ήθελες ευθέως κόψει την κεφαλήν μου,
ου μη να αφήσω και να ειπώ κι απόκρισιν να δώσω
5520μέρος από όσα ελάλησες, διατί έν᾿ κατηγορία μου.
Ου πρέπει γαρ ευγενικού ανθρώπου να καυχάται,
όταν του δώση η τύχη του εις πόλεμον το νίκος
και φέρη τον στας χείρας του, να έχη εις εξουσίαν του
εκείνον όπου μάχεται και έχει τον εχτρόν του·
5525της μάχης τα εριζικά κοινά είναι εις τους πάντας.
§ 382 Κ᾿ ετούτο όπου ελάλησες διά τον εμόν αφέντην,
τον βασιλέα γαρ των Ρωμαίων, άδικον μέγαν έχεις·
επεί οι πάντες εξεύρουν το, ως ένι γαρ κ᾿ η αλήθεια,
ότι ο τόπος του Μορέως ουδέν ένι εδικός σου
5530με δικαίαν κληρονομίαν με δυναστείαν τον έχεις,
του βασιλέως της Ρωμανίας ένι γονικαρχία·
και με αμαρτίαν τυραννικήν ήλθασιν οι γονείς σου
κ᾿ επιάσασιν του βασιλέως τον τόπον και κρατείς τον.
Ίδες το πού σε ήφερεν ο φτόνος κ᾿ η αμαρτία σου
5535στας χείρας γαρ του βασιλέως του αφέντη μου του αγίου·
κι αν ήθελεν, ως βασιλέας, είχεν την εξουσίαν
να ποιήση όσον ήθελεν ετότε εις εσέναν.
Πολλά ένι ελεήμονας και χριστιανός εις πάντας·
μετά τιμής σ᾿ εξήβαλεν από την φυλακήν του,
5540με συμφωνίες σε εξήβαλεν και όρκον του εποίκες,
ποτέ σου με άρματα μη υπάης ᾿ς αύτον και στον λαόν του·
και σύντεκνον σε έποικεν να στερεωθή η φιλία σας.
Κι αφότου εξέβης απ᾿ εκεί, από την φυλακήν του,
κ᾿ ήλθες εδώ εις τον Μορέαν, ποτέ ου και αναπαύτης.
5545Ευθέως φουσσάτα εσώρεψες κι ατός σου αρματώθης,
εδιάβης στην Λακκοδαιμονίαν διά να φανής εις κόσμον·
εύκαιρην δόξαν έδειξες διά να φανή η αφεντία σου,εύκαιρη=επιπόλαια
τον βασιλέαν απίστησες, επάτησες τον όρκον,
το ενάντιον γαρ του έποικες εις όσον του επισχήθης,
5550την μάχην επεχείρησες αφότου αρματώθης.
Κατ᾿ αυτού εδιάβης κ᾿ έσφαλες επάτησες τον όρκον.
§ 383 Κι αν εθυμάσου τα έπαθες εις την Πελαγονίαν,
ποτέ σου ου μη εκαυχήσεσουν κι άλλον να εκατηγόρας.
Επεί του κόσμου τα ενάντια και της στρατείας ομοίως
5555ουδέν υπάρχουσιν ομού, ου πρέπει να έχουν καύχος.
Όμως, αν το ήφερε ο καιρός, της φυλακής μου η θλίψη,
κ᾿ ελάλησα περισσότερα, τα ουκ έπρεπε να είπω,
συμπάθειο ας έχω από σού κι από τους κεφαλάδες».κεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
ΤΑ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΜΑΧΗΝ ΤΟΥ ΜΑΚΡΥΠΛΑΓΙΟΥ
§ 384 Ο πρίγκιπας, ως φρόνιμος, ούτως του απεκρίθη·
5560«Εσύ, αδελφέ Δεμέστικε, γινώσκω, από πικρία σου
είπες κ᾿ ελάλησες πολλά, κ᾿ εγώ σε τα υπομένω,
ως άνθρωπος ευγενικός, διατό είσαι εις φυλακήν μου.
Ει δε και αν ήτον αλλαχού, να είχες ελευτερίαν,
να είπες, ότι αφιόρκησα στον όρκον όπου εποίκα,
5565αν ήτο ατός του ο βασιλέας, να εσφάγηκα μετ᾿ αύτον.
Διατό είσαι γαρ εις φυλακήν, είσαι συμπαθημένος·
οι πάντες γαρ εξεύρουσιν εγώ σφάλμα ουκ εποίκα.
Ο βασιλέας διά ψέματα, όπου του αποστείλαν
εδώθεν οι άπιστοι Ρωμαίοι εκ την Μονοβασίαν,Μονοβασία=Μονεμβασιά
5570επίστεψεν τα λόγια τους κι απόστειλεν φουσσάτα,
και άρχισε να μάχεται κ᾿ εποίησεν αμαρτίαν.
Κι ο Θεός ο παντοκράτορας να του έχη συμπαθήσει,
γιατό έχω γαρ πληροφορίαν, άλλοι τον απεργώσαν,
κ᾿ επίστεψε τα λόγια τους κ᾿ έστειλε εδώ φουσσάτα,
5575και άρχασαν την μάχην μας κ᾿ εγίνετον ζημία μας.
Απαύτου γαρ εσίγησαν αμφότερα τα μέρη
κ᾿ ερρίξαν την κατηγορίαν εις τους Μονοβασιώτες.
§ 385 Μετά ταύτα ο πρίγκιπας εκείνην την εσπέραν
μετά βουλής εδιόρθωσε τες φυλακές όπου είχεν,
5580το πού να βάλη τον καθέν προς την ουσίαν όπου είχεν.
Εις το Χλουμούτζι απέστειλεν Δεμέστικον τον Μέγαν
κ᾿ εις την αυτούνην συντροφίαν και τον Καβαλλαρίτσην·
τους άλλους γαρ απέστειλεν στα έτερά του κάστρη.
Κι όσον απέστειλεν αυτούς, ωσάν σε το αφηγούμαι,
5585ώρισεν και εκράξασιν όλους τους κεφαλάδες,
ομοίως τους φρονιμώτερους όλου του του φουσσάτου.
Βουλήν απήρεν μετ᾿ αυτούς το πώς θέλουσιν πράξει,
το πού να απέλθουν, πού να υπάουν, πού να καβαλλικέψουν·
οι μεν ελέγαν να απελθούν στο σπίτι του ο καθένας,
5590να αναπαούσιν κάμ ποσώς διατί ήσαν κοπιασμένοι·
οι δε οι φρονιμώτεροι κι όπου ήσαν πονεμένοι,
ισιάστησαν του να απελθούν στην Λακοδαιμονίαν,
διατό ήτον χώρα εύκολη διά ανάπαψιν φουσσάτου,
και είχασιν τα πράγματα πλήθη διά την ζωήν τους,
5595όπως και να διακρατούν του Μιζηθρά το σέντζιο.σέντζιο=πολιορκία
Κι αν τύχη να εύρουσιν οδόν να πιάσουσιν το κάστρον,
απ᾿ όσο ημπορέσουσι τον τόπον να κερδέσουν.
§ 386 Ευτύς τον μισέρ Ασελή ο πρίγκιπας ελάλει,Ανσελής ντε Τουθ (Ancelin de Toucy)
οπούτον πρώτος αρχηγός εις όλα τα φουσσάτα·
5600τον μισέρ Τζαν ντε Καταβά τον πρωτοστράτοράν τουJean de Carabas
ορίζει αυτοί να ορθώσουσιν, να εξέβουν τα φουσσάτα
να πάν στην Λακιδαιμονίαν καθώς το εσυμβουλέψαν.
Κι αυτοί, ως προθυμότατοι, ωρθώσαν, εκινήσαν·
επί την αύριον το πρωί εσώσασιν εκείσε.
§ 387 5605Κι αφών γαρ αποσώσασιν, τάδε μαντάτα ηύραν·
Ρωμαίοι γαρ οι πλεώτεροι της χώρας γαρ εκείνης
εδιέβησαν συφαμελοί στου Μεζιθρά το κάστρον.
Κι αφών ηύρε ο πρίγκιπας εύκαιρην δε την χώραν
από του κάστρου τον λαόν, τους τοπικούς εκείνους,
5610μεγάλως το εβαρέθηκεν, πολύ κακόν του εφάνη.
Ευθέως εδιόρθωσεν, τα σπίτια τους εδώκεν,
άλλων τινών που έβαλεν να μένουσιν απέσω,
που ήσαν Φράγκοι τοπικοί, άνθρωποι της αλήθειας,
όπου είχε θάρρος εις αυτούς πλέο παρού ᾿ς εκείνους.
5615Απαύτου ορίζει τον λαόν να τρέχουν να κουρσεύουν
τες χώρες, τα περίχωρα πούσαν ροβελεμένα.
Την χώραν εσωτάρχισεν της Λακεδομανίας·
λαόν έθεκεν εις αυτήν, ορίζει να την χτίζουν
και να την δυναμώνουσιν εξ ό,τι κάμνει χρεία.
§ 388 5620Εδράμαν τα φουσσάτα του τα Βάτικα, το Έλος,
και μέχρι ώς στην Μονοβασίαν εκούρσεψν τον τόπον·
απαύτου τον Δραγάλιγον κι όλην την Τσακωνίαν
εκούρσεψαν κι αφάνισαν, τους τόπους ερημώσαν·
την χώραν εσωτάρχισαν, επλούτυναν οι ανθρώποι,
5625όπου έβαλεν ο πρίγκιπας να μένουν εις την χώραν,
επεί και ελογίζετον να ξεχειμάση εκείσε.
§ 389 Ως δε είναι τα εριζικά κ᾿ η τύχη των ανθρώπων,
αλλά σκοπούσιν να γενούν και άλλα τους ευρίσκουν,
πολλά εμποδίζει ο κίντυνος που έρχεται του ανθρώπου·
5630ουδέν επέρασεν ποσώς σώος γαρ ένας μήνας,
μαντάτα τον ηφέρασιν του πρίγκιπος Γουλιάμου,
οι Σκορτινοί ερροβόλεψαν κ᾿ υπάν με τους Ρωμαίους,
έβαλαν παρακαθισμούς στο κάστρο του Αρακλόβου,παρακαθίζω=πολιορκώ
ομοίως στην Καρύταιναν εβάλασιν φουσσάτα
5635εις λογισμόν να τα κρατούν διά τον βασιλέα.
Το ακούσει το ο πρίγκιπας και πληροφορεθεί το,
την χώραν εσωτάρχισεν της Λακοδαιμονίας
από λαόν και πράγματα να έχουν διά ζωήν τους,
κι απήρεν τα φουσσάτα του και στην Βελίγοστη ήλθεν.
§ 390 5640Τους κεφαλάδες έκραξεν όλου του του φουσσάτου·
βουλήν απήρασιν ομού το πόθεν να σεβούσιν
στον δρόγγο εκείνον των Σκορτών, διατί είν᾿ σκληροί οι τόποιΣκορτά=> ορεινή δυτ. Αρκαδία
από βουνία και έμπατα κι από σκληρές κλεισούρες.
Έκραξε τον μισίρ Ανσελήν τον φρόνιμον στρατιώτην
5645και λέγει του ο πρίγκιπας με ειλικρινήν την γνώμην.
§ 391 «Εσύ, αδελφέ και σύντροφε, πολλά έποικες διά εμέναν·
με την βουλήν και φρόνεσιν όπου έχω από εσέναν
μεγάλα κατορθώματα, στρατιωτικές δουλείες,
εποίησα που ωφελήθηκα, οι πάντες το εγνωρίζουν,
5650στην μάχην όπου έχομεν μετά τον βασιλέαν.
Διά τούτο πάλιν, αδελφέ, φίλε και συγγενή μου,
αξιώ σε και παρακαλώ να ποιήσης γαρ ετούτο
διά το δεσπέττο και χολήν, την με έποικε ο ανεψιός μου,δεσπέττο=στεναχώρια
ο αφέντης της Καρύταινας, ο μέγας δημηγέρτης,
5655– όπου άφηκεν τον τόπον του κ᾿ εμέν, όπου είμαι θείος του,
κι όπου κρατεί την αφεντία, όπου έχει από εμέναν,
κ᾿ εδιάβη, να πομπεύεται εις το ρηγάτο Πούλας–
ωσαύτως διά την κάκωσιν και την δημηγερσίανδημηγερσία=ανταρσία, ξεσηκωμός
των Σκορτινών των άπιστων, αυτών των δημηγέρτων,
5660όπου απιστήσαν εις εμέν υπέρ φορών γαρ δύο.
Τους Τούρκους, όπου έχομεν αρτίως εδώ μετ᾿ έμας,
να τους διορθώσης να σεβούν εις των Σκορτών τον δρόγγον,
να κάψουν κ᾿ εξαλείψουσιν τα οσπίτια και χωρία,
κι όσους ανθρώπους πιάσουσιν ευθέως να αποθάνουν·
5665κι όσον κερδίσουν απ᾿ αυτούς ένι εδικόν τους».
§ 392 Ενταύτα ο μισίρ Ανσελής, ως φρόνιμος όπου ήτον,
εγνώρισε τον πρίγκιπα το πώς ήτον θλιμμένος,
και είπεν κ᾿ υποσχήθη του το ορίζει να πληρώση,
γλυκιά τον αποκρίθηκεν· «Αφέντη μη χολιάζης·
5670κ᾿ εγώ να ποιήσω το αγαπάς, όπου σε θέλει αρέσει».
Τους κεφαλάδες έκραξε, πρώτον γαρ τον Μελίκην,
του πρίγκιπος τον ορισμόν λεπτώς του αφηγήθην
το πώς ορίζει να σεβούν εις των Σκορτών τον δρόγγον·
όσον κούρσον και διάφορον θέλουσιν γαρ κερδίσει,κούρσο=λάφυρα
5675να το έχη με τους Τούρκους του, να ένι εδικόν του.
ΤΙΜΩΡΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΟΙΚΩΝ ΤΩΝ ΣΚΟΡΤΩΝ
§ 393 Κι ο Μελίκ, ως το ήκουσεν, μεγάλως το ανεχάρη,
απόκρισιν του έδωκεν πρόθυμα να το ποιήση·
χαιράμενοι εγίνησαν μικροί τε και μεγάλοι.
Εις τρία αλλάγια τους έποικεν να είναι χωρισμένοι·
5680ο μισίρ Ανσελής του έδωκεν πρόβεδους εκ τον τόπον.πρόβεδος=οδηγός
Εσέβησαν εις τα Σκορτά οι Τούρκοι κ᾿ εσκεπάσαν,
εκάψαν κ᾿ εξηλείψασιν τον τόπον και τες χώρες·
όσους πιάσαν με άρματα, όλους εκατεκόψαν,
κι όσοι επροσπέφταν εις αυτούς είχαν ελεημοσύνην,
5685του πρίγκιπος τους ήφερναν κ᾿ επαραδίνανέ τους.
§ 394 Κι όταν είδαν οι άρχοντες οι Σκορτινοί ετούτο,
στα όρη επροσφύγασιν και στα υψηλά βουνία·
βουλήν απήραν ενομού το πώς θέλουσιν διάξει.
Στον πρίγκιπαν απέστειλαν έναν μαντατοφόρον,
5690ελεημοσύνην του ζητούν και να τους συμπαθήση,
λέγοντα και αρνούμενοι, ουδέν ερροβολέψαν·ροβολεύω=επαναστατώ
εκείνο γαρ όπου έποικαν ήτον δι᾿ άλλον τρόπον.
Βουλήν απήραν ενομού το πώς θέλουσιν πράξει
από την μάχην των Ρωμαίων, αυτού του βασιλέως,
5695διατό έλειπεν ο αφέντης τους της Καρυταίνου εκείνος.
Ως το ήκουσεν ο πρίγκιπας ουδέν τους αποδέχτη.
§ 395 Το δε οι μεγάλοι άνθρωποι, οι κεφαλάδες όλοι,κεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
όπου είχαν σπλάγχνος και φιλίαν στον αφέντην Καρυταίνου
τον πρίγκιπα παρακαλούν, γονατιστά τον δέονται,
5700να συμπαθήση του λαού, αφότου επροσπέσαν.
Κι ο πρίγκιπας ως φρόνιμος, με προθυμίαν το εποίκεν.
Εις τον Μελίκ απέστειλεν σπουδαίως μαντατοφόρον,σπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
να αφήση γαρ το κούρσο του και να απέλθη εις αύτον.
Κ᾿ εκείνος, ως το ήκουσεν, εις την Βελίγοστη ήλθεν,
5705τον πρίγκιπα επροσκύνησεν· καλά τον αποδέχτη.
Ενταύτα απηλογίασεν ο πρίγκιπας τον λαόν του
κ᾿ εδιάβηκεν ο κατά είς εις την ανάπαψίν του.
Κι αυτός εδιάβη στον Μορέαν μετά την φαμελίαν του,
κι όσοι ήσαν από τον Μορέαν εδιάβησαν μετ᾿ αύτον.
§ 235 5710Ομοίως εδιάβησαν εκεί οι Τούρκοι μετ᾿ εκείνον·
κι αφότου εσώσασιν εκεί απηλογία εζητήσαν
του πρίγκιπος, καθώς ήτον η συμφωνία όπου είχαν
ετότε, όταν ήλθασιν αρχήν στην Ανδραβίδα.
Πολλά του εφάνη βαρετον ο αποχωρισμός τους·
5715ώρισεν κ᾿ επληρώσαν τους την ρόγαν τους ακέραιαν,
και τον Μελίκ φιλοτιμά και ξένια του εδώκεν.φιλοτιμά=πληρώνω παραπάνω
Παρακαλεί και λέγει του του να σταθή μετ᾿ αύτον
εξαμηνιαίον και μοναχά και τότε να υπαγαίνη·
κ᾿ εκείνος του απεκρίθηκεν, υποκλιτά τον λέγει·
5720«Αφέντη μου και βασιλέα, ελπίζω η δούλεψίς μου
όφελον σε εποίησεν και διάφορον ομοίως.
Όταν εσυμβιβάστηκα, με τον εχτρόν του Θέου,
αυτούνον τον Δεμέστικον, εκείσε εις την Πόλιν,
χρόνον του υποσχέθηκα μετ᾿ αύτον να ποιήσω·
5725και τώρα εδιχρόνισε που λείπω εκ τα εδικά μου.
Κ᾿ ετούτοι όπου είναι μετ᾿ εμε όλοι μου οι συντρόφοι
ουδέν με αφίνουν να σταθώ εδώ στον τόπον τούτον.
Και δέομαί σε, αφέντη μου, μηδέ με το βιάσης,
ότι όρκον έχω να στραφώ εκεί εις τα ιγονικά μου».
5730Ιδών ετούτο ο πρίγκιπας, ουδέν τον πολυβιάζει·
χαρίσματα του έδωκεν, φιλοδωρίες μεγάλες
με πρόβεδους τον έστειλεν κι εδιάβη της Βλαχίας.Βλαχία=> Θεσσαλία (κυρίως)
§ 397 Αλήθεια τούτο εγίνετον ότι τινές απ᾿ αύτους
ενέμειναν με προθυμίαν ετότε εις τον Μορέαν·
5735και ώρισεν ο πρίγκιπας κ᾿ εβάφτισαν τους όλους.
Έποικεν δύο καβαλλαρίους, έδωκέν τους προνοίες,
γυναίκες γαρ τους έδωκεν, κ᾿ εποιήσασιν παιδία,
όπου είναι ακόμη εις τον Μορέαν, στου Βουνάρβη, στην Ρένταν.
§ 398 Εν τούτω αφίνομεν εδώ ετούτο, όπου αφηγούμαι,
5740και θέλω να σε αφηγηθώ διά εκείνον τον στρατιώτην,
τον αφέντην της Καρύταινας, την πράξιν όπου εποίκεν,
που ήτον εκείνους τους καιρούς στου πρίγκιπος την μάχην,
κι ουδέν ήτον εις τον Μορέαν στην μάχην των Ρωμαίων
εις τον καιρόν όπου λαλώ, κι ακούσετε τα λέγω.
 
Η ΕΡΩΤΙΚΗ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΥΘΕΝΤΟΥ ΚΑΡΥΤΑΙΝΗΣ
§ 399 5745Στην μάχην όπου είχασιν ο πρίγκιπα Γυλιάμος
με των Ρωμαίων τον βασιλέα και με τον αδελφόν του,
ο αφέντης της Καρύταινας, (όπου τον εκρατούσαν
διά έναν εκ τους καβαλλαρίους τους πρώτους γαρ του κόσμου,
στρατιώτης ήτο εξάκουστος εις όλα τα ρηγάτα),
5750από αμαρτίας δαιμονικής, διά γυναικός αγάπην
– το επάθασιν κι άλλοι πολλοί φρόνιμοι και στρατιώτες! –
οκάποιου του καβαλλαρίου γυναίκα ερωτεύτη,
του μισίρ Ντζά ντε Καταβά, ούτως τον ωνομάζαν.Jean de Carabas
§ 400 Επήρε την εκ τον Μορέαν κ᾿ εδιάβη εις την Πούλιαν,Πούλια=>Απουλία Ιταλίας
5755λέγας να προσκυνήσουσιν εκεί στα μοναστήρια,
εις τον Άγιον Νικόλαον εις το Μπαρ, να σώση κ᾿ εις την Ρώμην,Μπαρ=>Μπάρι Ιταλίας
είθ᾿ ούτως στον Αρχάγγελον, στο μέγα μοναστήριν,
όπου ένι εις όρος και βουνί πλησίον της Μαφρεδόνης.
§ 401 Ο ρόι Μαφρές ευρίσκετον ετότε εις την ΠούλιανΜανφρέδος της Σικελίας (γιος Φρειδερίκου Β’)
5760ρήγας, αφέντης Σικελίας, κι όλου γαρ του ρηγάτου·
κι ως ήκουσεν από τινές όπου ήλθαν κ᾿ είπανέ του
ο αφέντης της Καρύταινας ήλθεν εκεί εις την Πούλιαν,
ο εξάκουστος εις τα άρματα ᾿ς όλην την Ρωμανίαν,
πολλά το εθαυμάστηκεν ερώτησε τον τρόπον
5765να μάθη και την αφορμήν, το τι ήθελεν εκείσε.
Τινές όπου το ακούσασιν από την φαμελίαν του
να προσκυνήση, λέγουν του, εις τα άγια μοναστήρια,
όπου είναι εις το ρηγάτο του, ν᾿ απέλθη κ᾿ εις την Ρώμην·
και οκάποιος άλλος φρόνιμος (όπου ήτον παιδεμένος,
5770όπου ήτον ερωτήσοντα οκάποιον συγγενήν του,
όπου ήτον εκ την φαμελίαν του αφέντη της Καρυταίνας,
και του είχε ειπεί την αφορμήν, τον τρόπον, την αλήθειαν)
λέγει τον ρήγαν μυστικώς κ᾿ επληροφόρησέ τον
τον τρόπον και την αφορμήν και όλην την αλήθειαν·
5775ο αφέντης της Καρύταινας ο εξάκουστος στρατιώτης
οκάποιου του καβαλλαρίου γυναίκαν ερωτεύτη,
κι απήρε την εκ τον Μορέαν κ᾿ ήλθαν εδώ εις την ΠούλιανΠούλια=>Απουλία Ιταλίας
διά να την έχη ερωτικήν, να χαίρεται μετ᾿ αύτην.ερωτική= ερωμένη
§ 402 Το ακούσει το ο ρόϊ Μαφρόϊς, μεγάλως το εβαρύνθη,ρόι=βασιλιάς (γαλ. roi)
5780εθλίβηκε την εντροπήν του ευγενικού στρατιώτου·
καβαλλάρην απόστειλεν καλά συντροφεμένον,
κ᾿ εδιάβη εις τον μισίρ Ντζεφρέ της Καρυταίνου αφέντην.
Εκ το ιμοιράδιν του ρηγός λέγει, παρακαλεί τον,ιμοιράδιν=εκ μέρους
να έλθη εκεί να τον ιδή, χρήζει να του συντύχη.
5785Κ᾿ εκείνος γαρ το ακούσει το, πηδά, καβαλλικεύει,
με όλην του την φαμελίαν απήλθεν εις τον ρήγαν.
§ 403 Το ιδεί τον ο ρόϊ Μαφρές, επροσηκώθηκέν τον,
απέ το χέρι τον κρατεί, σιμά του τον καθίζει,
άρξετον να τον ερωτά το πότε ήλθεν ενταύτα.
5790Κ᾿ εκείνος αποκρίθηκεν· ήλθε να προσκυνήση
στα μοναστήρια, όπου έταξεν ετότε εις την Πόλιν,
στην φυλακήν του βασιλέως της Κωνσταντίνου Πόλης.
§ 404 Κι ο ρήγας του αποκρίθηκε, τα ετέτοια του ελάλει.
«Θαυμάζομαι εις την γνώσιν σου, εις το έπαινος όπου έχεις
5795ότι είσαι εις τα άρματα εξάκουστος στρατιώτης,
κι άφηκες τον αφέντην σου τον πρίγκιπα Γυλιάμον
εις τέτοιαν μάχην δυνατήν και χρείαν από φουσσάτο,
όπου έχει με τον βασιλέα της Κωνστανίνου Πόλης.
Ου πρέπει να ένι ευγενικός άνθρωπος ψεματάρης,
5800ούτε στρατιώτης, ως εσύ όπου είσαι επαινεμένος,
και πάσα άνθρωπος ευγενής πρέπει να το βαρειέται
και να το θλίβεται πολλά όταν ακούση ότι σφάλλει.
§ 405 Αφέντη της Καρύταινας, θέλω να τα εγνωρίσης
και κράτει το εις πληροφορίαν, εξεύρω την αλήθειαν,
5805τον τρόπον και την αφορμήν το πώς ήλθες ενταύτα,
και θλίβομαί το, μά τον Θεόν, διά το έπαινος όπου έχεις.
Το πράγμα ένι άσκημον, βαρειώμαι να το λέγω.
Όμως διά την αγάπην σου θέλω να το φαυλίσω
να το εγνωρίσης καθαρά, το σφάλμα όπου εποίκες.
5810Εσύ άφηκες τον πρίγκιπα, τον κύρην σου τον λίζιον,λίζιος=υποτελής
όπου έχει μάχην δυνατήν μετά τον βασιλέαν,
κ᾿ επάτησες τον όρκον σου, όπου έχεις γαρ εις αύτον,
κ᾿ είσαι αφίορκος, άπιστος στον λίζιον σου αφέντην.
Και πάλε, άλλο άσκημον, δημηγερσίαν μεγάλην,δημηγερσία=ανταρσία, ξεσηκωμός
5815επήρες του καβαλλαρίου του ανθρώπου σου του λίζιου
την ομόζυγόν του γυνήν και περπατείς μετ᾿ αύτην,
όπου έχεις όρκον μετ᾿ αυτόν κ᾿ εκείνος μετά σέναν.
Λοιπόν, διατό ένι εξάκουστον το έπαινος όπου έχεις,
σε δίδω τέρμενον μακρύν, ημέρες δεκαπέντε,
5820να λείπης εκ τον τόπον μου κ᾿ εις τον Μορέα να υπάγης
του πρίγκιπος του αφέντη σου εις μάχην να βοηθήσης
όπου έχει με τον βασιλέα εκείνον των Ρωμαίων.
Είτε ευρεθής στον τόπον μου διαβών οι δύο εβδομάδες,
ομνύω σε εις το στέμμα μου, κ᾿ εις την ψυχήν μου απάνω,
5825ορίσει θέλω παρευτύς να κόψουν την κεφαλήν σου».
§ 406 Το ακούσει το ο μισίρ Ντζεφρές της Καρυταίνου ο αφέντης,
το πώς τον αποσκέπασεν ο ρήγας απ᾿ ατός του,
και είπεν του το φταίσιμον, το σφάλμαν όπου εποίκεν,
απ᾿ της αισχύνης κ᾿ εντροπής, όπου είχεν εκ τον ρήγαν,
5830η συντυχιά του εκόντεψεν, το τι λαλήσει ουκ είχεν.
Όμως, ωσάν ημπόρεσεν, τον ρήγαν αποκρίθη·
«Αφέντη ρήγα, δέομαι, προσπίπτω, προσκυνώ σε·
όσον με είπες και λαλείς, ως ο Θεός το λέγεις,
επεί απ᾿ ατός μου γνώθω το το φταίσιμον που εποίκα·
5835και προσκυνώ κ᾿ ευχαριστώ την βασιλείαν σου εις τούτο
κ᾿ εγώ κάταυτα να διαβώ κι απέδω να μισσέψω,
να υπάγω εις τον αφέντην μου τον πρίγκιπα Γυλιάμον».
Απηλογίαν εζήτησεν, ο ρήγας του την δίδει.
§ 407 Εστράφη εις την κατούναν του, την φαμελίαν του απήρε,
5840σπουδαίως απέκει εμίσσεψεν, εκίνησεν κ᾿ εδιάβη.σπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
Εις το Βροντήσι έσωσεν απέσω εις έξι ημέρες·Βροντήσι=> Μπρίντεζι
κάτεργον ηύρεν έτοιμον κ᾿ εσέβηκεν εις αύτο
κ᾿ εις την Κλαρέντσαν έσωσεν απέσω εις τρεις ημέρας.
Τον πρίγκιπα ερώτησεν πού να τον έχη εύρει,
5845κ᾿ εκείνος που το έξευρεν επληροφόρησέ τον·
στην Ανδραβίδα ευρίσκεται ο πρίγκιπας Γυλιάμος.
Σώρεψιν έχει δυνατήν με όλους τους κεφαλάδες,
τους αρχιερείς και βουργισέους, και τους καβαλλαρίους,βουργήσης=αστός
βουλήν επαίρνουν ενομού διά μαντάτα όπου έχουν·
5850μαντάτα τους ηφέρασιν, πολλά καλά ουκ είναι.
Λαός μέγας επέζεψεν εις την Μονοβασίαν·Μονοβασία=Μονεμβασιά
ο βασιλεύς τους έστειλεν όπως να συμμαχήσουν
τον τόπον του και τον λαόν όπου είχεν κιντυνέψει.
ΕΠΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΟΥ ΑΥΘΕΝΤΟΥ ΚΑΡΥΤΑΙΝΗΣ
§ 408 Κι ως το άκουσεν το σε λαλώ ο αφέντης της Καρυταίνου,
5855ότι ο πρίγκιπας ευρίσκεται εκεί εις την Ανδραβίδα
με όλους τους κεφαλάδες του και τους καβαλλαρίους,
μεγάλως το εχάρηκεν εις τούτην την ελπίδα
ότι όλοι θέλουσιν βαλθή, διατί τον αγαπούσαν,
στον πρίγκιπα της Αχαΐας διά να του συμπαθήση.
5860Άλογα του εδανείσασιν οι φίλοι του εκείσε·
ευτύς εκαβαλλίκεψεν στην Ανδραβίδα εδιάβη,
§ 409 όλοι τον απαντήσασιν, χαράν μεγάλην κάμνουν.
Όλους επαρακάλεσεν, ως αδελφούς και φίλους·
λέγει· «Εδάρτε ας ιδώ το ποί με αγαπούσιν
5865από εσάς τους συγγενείς και φίλους κι αδελφούς μου.
να έχω την βοήθειαν σας στο φταίσιμον, το εποίκα·
επεί εγνωρίζετε καλά ότι έσφαλα μεγάλως
εις τον αφέντην λίζιον μου, τον πρίγκιπα Γυλιάμον».
§ 410 Όλοι του επισχήθησαν, μικροί τε και μεγάλοι,
5870να είναι εις βοήθειαν του στην δύναμίν τους όλην.
Επήραν τον κ᾿ υπήγασιν στον πρίγκιπα ολόρθα
εκεί όπου ήτον κι αππλίκευεν εις την Αγίαν Σοφίαν.αππλικεύω=εγκαθίσταμαι, καταλύω
§ 411 Ενταύτα επροσκύνησε τον πρίγκιπα Γουλιάμον·
ο πρίγκιπας ευρίσκετον εις αύτον χολιασμένος,
5875οργήν μεγάλην του έδειξεν, μέγα δίκαιον το είχεν,
επεί εις εκείνον ήλπιζεν και πλέον το θάρρος είχεν,
βοήθειαν να έχη απ᾿ αυτόν εις όλες του τες χρείες,
κι αυτός τον ελευτέρωσεν στην βίαν του την μεγάλην.ελευτερώνω=εγκαταλείπω [εδώ]
Ο αφέντης της Καρύταινας ο επαινετός στρατιώτης,
5880φρόνιμος ήτον κ᾿ έξευρεν το φταίσιμο όπου εποίκεν,
και το ζωνάριν του έβγαλεν, στον σφόντυλά του βάνει·σφόντυλας=σβέρκο, λαιμός
ευτύς χαμαί επέσατο, ελεημοσύνην κράζει
και λέγει προς τον πρίγκιπα ενώπιον των πάντων·
«Εγώ, αφέντη, έφταισα και ήλθα να με κρίνης».
5885Γονατιστά τον έλεγεν ετούτα, τα σε λέγω.
§ 412 Οι αρχιερείς κ᾿ οι έτεροι όλοι οι κεφαλάδεςκεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
κ᾿ οι καβαλλάροι συν αυτώ ευτύς εγονατίσαν,
δεόμενοι ελέγασιν του πρίγκιπος ετούτο·
«Διά τον Χριστόν, αφέντη μας, εδά συμπάθησέ του
5890κι αν πέση πλέον εις φταίσιμον, την κεφαλήν του κόψε.
Εσύ εξεύρεις, αφέντη μας, την μάχην που έχεις τώρα·
έπρεπεν άλλους να είχαμεν του να μας βοηθήσουν».
§ 413 Κι ως ήτον πάντα ο πρίγκιπας φρόνιμος, ελεήμων
ούτως τους αποκρίθηκεν, τούτους τους λόγους είπεν·
5895«Άρχοντες, εγνωρίζατε, καλά το επινοείτε,
ο αφέντης της Καρύταινας ανεψιός μου υπάρχει
και άνθρωπός μου λίζιος ευρίσκεται και πρώτος,
και όσον πλέον έσφαλεν εις πλέον θλίψιν το έχω.
Όμως, διά την αγάπην σας και παρακάλεσίν σας,
5900πάλε κ᾿ ετούτην την φοράν ας είν᾿ συμπαθημένος».
Όλοι τον επροσκύνησαν, ευχαριστήσανέ τον,
και έστρεψεν τον τόπον του ωσαύτως και τα κάστρη.
Είπεν γαρ ο πρίγκιπας ενώπιον του λαού του·
«Άρχοντες, όλοι εξεύρετε το σφάλμαν όπου εποίκεν
5905εις τον καιρόν που εγύρισε μετά τον Μέγαν Κύρην·
με άρματα επολέμησε εις κάμπον μετ᾿ εμένα.
Εγώ του εσυμπάθησα, καθώς το εξεύρετε όλοι·
τον τόπον του τον έστρεψα, ως νέο δόμα του εδώκα
όπως τα πάντα να κρατή αυτός και τα παιδία του,
5910επείν εξακληρήθηκεν με φταίσιμο εδικόν του·
θέλω δε πάλι από του νυν να το έχη εις τοιούτον τρόπον».
§ 414 Αφών εσυμπαθήστηκεν ο αφέντης της Καρυταίνου,
εις την βουλήν εκάθισεν αυτός κ᾿ οι κεφαλάδες,
ο πρίγκιπας όπου λαλώ κ᾿ οι καβαλλάροι όλοι.
5915Ο πρίγκιπας τους ερωτά, διά να τον συμβουλέψουν
διά τον λαόν όπου έμαθεν του βασιλέως ότι ήλθεν.
Επείν ηθέλησε ο Θεός κ᾿ η υπεραγία Θεοτόκος,
ο αφέντης της Καρύταινας εστράφη εδώ μετ᾿ έμας,
δος του φουσσάτα και λαόν να απέρχεται εις το Νίκλι
5920να στέκη εκεί να μάχεται, τον τόπον να φυλάσση,
και πάλε όταν κάμνη χρεία να του βοηθούμεν όλοι».
 
ΔΙΑΜΑΧΑΙ ΑΥΤΟΚΡ. ΦΡΕΙΔΕΡΙΚΟΥ ΠΡΟΣ ΠΑΠΑΣ
§ 415 Εν τούτω αφίνω εδώ λέγειν και αφηγάσται
διά τον Γουλιάμον πρίγκιπα ομοίως και τον λαόν του,
και θέλω να σε αφηγηθώ, όπως να το εγνωρίσης,
5925το πώς ήλθεν ο αδελφός του ρηγός της Φραγκίας,
μισίρ Κάρλον τον έλεγαν, ο αφέντης της Προβέντζας,Κάρολος A’ ο Ανδεγαυός (Charles d'Anjou)
(ο Πάπας γαρ τον έστεψεν ρήγαν της Σικελίας)
και πώς εσυμπεθέρεψεν, και πώς εσυμβιβάστη
μετά τον πρίγκιπα Μορέως, εκείνον τον Γυλιάμον,
5930κι απήρεν του ρηγός ο υιός ᾿ς ομόζυγον γυναίκαν
του πρίγκιπος την θυγατήρ, την μαντάμα Ζαμπέα,Ισαβέλλα Βελλεαρδουίνου (Ιζαμπώ)
με συμφωνίες, συμβίβασες, τες εποίκαν αμφοτέρως,
να κληρονομήση του ρηγός ο υιός το πριγκιπάτο,
κι ο πρίγκιπας του να κρατή τον τόπον του εκ τον ρήγαν.
§ 416 5935Εις τον καιρόν όπου λαλώ και λέγω κι αφηγούμαι,
ο κόντος, ντ᾿ Αντζώ τον έλεγαν, ο αφέντης της Προβέντσαςκόμης Προβηγκίας (αλλά όχι Ανζού)
είχεν με την γυναίκαν του εκείνην την κουντέσσανΒεατρίκη της Προβηγκίας (Beatrice di Provenza)
τρεις θυγατέρες έμορφες όπου ήσασιν παιδία τους.
Την πρώτην γαρ υπάντρεψεν (όπου ήτον κληρονόμος),
5940μετά τον δεύτερον αδελφόν του ρηγός της Φραγκίας,Λουδοβίκος Θ’ (Louis IX)
μισίρ Κάρλον τον έλεγαν, ο εξάκουστος στρατιώτης.Κάρολος A’ ο Ανδεγαυός (Charles d'Anjou)
Εκείνος εκληρονόμησεν με την ομόζυγόν του
του κόντου ντ᾿ Αντζώ την αφεντίαν κι όλον του το κοντάτο.
Την δεύτερην γαρ αδελφήν του κόντου την θυγάτηρ
5945επήρε ο ρήγας της Φραγκίας ομόζυγον γυναίκαν.
Διαβόντα ολίγος ο καιρός, ο ρήγας της Αγγλετέρρας
επήρεν την τρίτην αδελφήν των δύο όπου σε λέγω
στεφανικήν γυναίκαν του, ρήγαιναν την εποίκε.
§ 417 Κι αφότου γαρ υπάντρεψεν ο κόντος της ΠροβέντσαςΠροβέντσα=>Προβηγκία
5950τες θυγατέρες του τες τρεις, καθώς σε το αφηγούμαι,
διαβών ολίγος ο καιρός, απόθανεν ο κόντος
κ᾿ ενέμεινεν στον τόπον του αφέντης κληρονόμος
ο μισίρ Κάρλος αδελφός του ρηγός της Φραγκίας,
διατί είχεν την πρώτη αδελφήν από τες τρεις εκείνες.
§ 418 5955Λοιπόν, εκείνον τον καιρόν κ᾿ εκείνους γαρ τους χρόνους
ο Φρεδερίγος βασιλέας, εκείνος της Αλλαμάνιας,Φρειδερίκος Β’ Βασ. Γερμανίας
αφέντευεν την Σικελίαν εκείνο το ρηγάτο
σύν τα της Πούλιας, σε λαλώ, είχεν την αφεντίαν.
ΔΙΑΜΑΧΑΙ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΜΑΦΡΕΔΟΥ ΚΑΙ ΠΑΠΑ
Τον Πάπαν εδυνάστευεν, του απήρεν την Καμπάνιαν,Καμπάνια=>επαρχία Ιταλίας
5960την Ρωμανίαν αλλά δή, την αφεντίαν της Ρώμης·
τον Πάπαν γαρ εξώρισε κ᾿ εμίσσεψε εκ την Ρώμην,
στην Βενετίαν εκατέφυγεν να μη τον θανατώση.
Απέκει τον αφώρισεν ο Πάπας κ᾿ οι Εκκλησίες
εκείνον και τους τόπους του κι όπου ήσαν μετ᾿ εκείνον.
5965Καμμία εκκλησία ουκ εψάλλετον, αλλά ούτε ελειτουργάτον,
παιδία ουκ εβαφτίζονταν, νεκρούς ουδέν εψάλλαν,
αλλά ποτέ αντρόγυνον ουδέν τους ευλογούσαν.
Πάντα τον αφωρίζασιν ᾿ς όλες τες εκκλησίες,
εις τα ρηγάτα πανταχού εις την χριστιανωσύνην,
5970στα μοναστήρια κ᾿ οι αρχιερείς όλης της οικουμένης.
Ο Φρεδερίγος ο βασιλεύς είχεν υιόν γαρ νόθον,
Μαφρόϊ τον ωνομάζασιν, πρίγκιπα της Σαλέρνου·Μανφρέδος της Σικελίας (γιος Φρειδερίκου Β’)
της Κάπουας και των εν αυτή είχε την αφεντίαν.
Απόθανεν ο βασιλεύς εκείνος ο Φρεδερίγος
5975κ᾿ εστέψασιν τον ρόϊ Μαφρέ ρήγαν της Σικελίας,Μανφρέδος της Σικελίας (γιος Φρειδερίκου Β’)
όστις αφέντευεν κι αυτός τα εκράτει κι ο πατήρ του
τους τόπους και την αφεντίαν, τα εκράτει και εκείνος·
την εκκλησίαν εμούρτευεν ως τύραννος όπου ήτον.
ΚΑΡΟΛΟΣ ΑΝΔΕΓΑΥΙΚΟΣ ΚΑΙ ΠΑΠΑΣ
§ 419 Και ως επέρασεν καιρός καμπόσος, ως εικάζω,
5980του Πάπα εσυγκρότησαν κ᾿ εστράφη εις την Ρώμην.Πάπας Κλήμης Δ’
Κ᾿ έξευρεν και εγνώριζεν ότι ο μισίρ Κάρλος
ο κόντος (ντε Αντζώ τον έλεγαν, αφέντην της Προβέντσας,Κάρολος A’ ο Ανδεγαυός (Charles d'Anjou)
αυτάδελφος ήτον του ρηγός, εκείνου της Φραγκίας),
ήτον στρατιώτης φοβερός, εξάκουστος στον κόσμον.
5985Με την βουλήν των αρχιερέων και των γαρδιναρίωνγαρδινάριος=καρδινάλιος
μαντάτα απόστειλε εις αυτόν, ομοίως στον αδελφόν του,
ευχήν και παρακάλεσιν κ᾿ υπόσχεσες μεγάλες,
αν θέλη να έλθη προς αυτόν την μάχην να καταπιάση
μετά τον ρόϊ τον Μαφρόϊ (τον τύραννον εκείνον
5990όστις κρατεί της εκκλησίας τους τόπους και τα δίκαια),
να πολεμήση μετ᾿ αυτόν, να τον έχη εξαλείψει·
του Αγίου Πέτρου τον θησαυρόν κι όλον του το λογάρινλογάρι=χρήμα
να το έχη εις εξουσίαν του, φουσσάτα να ρογέψη.
Και τον σταυρόν να επάρουσιν όσοι εις Χριστόν πιστεύουν
5995να έλθουν όλοι μετ᾿ αυτόν όσοι είναι βαφτισμένοι·
το σκήπτρον γαρ της Εκκλησίας να του το παραδώση,
να το έχη κ᾿ εις κληρονομίαν αυτός και τα παιδία του,
πήγαν να τον φημίσουσι, το στέμμα να του βάλουν,
να ένι ρήγας της Σικελίας και του ρηγάτου Πούλιας.Πούλια=>Απουλία Ιταλίας
6000Κι ως το ήκουσεν ο θαυμαστός εκείνος ο αντρειωμένος,
ο μισίρ Κάρλος, σε λαλώ, ο κόντος της Προβέντσας,Προβέντσα=>Προβηγκία
το του υπισχίετον κ᾿ έγραφεν ο αγιώτατος ο Πάπας,
ουδέν ηθέλησε ποσώς του να το καταπιάση,
6005λέγας και λογιζόμενος, ότι αν το καταπιάση,
τον ρήγαν εκείνον της Φραγκίας, όπου ήτον αδελφός του,
ήθελεν βάλει εις ταραχήν κ᾿ εις μάχην γαρ μεγάλην
με τους Αλλαμάνους αλλά δή και με τους Γημπηλίνους·Γημπηλίνοι=Γιβελίνοι (αντιΠαπικοί)
κ᾿ ήθελεν έχει αμαρτία διά τα φονοκοπείαφονοκοπείο=σφαγή
6010της μάχης και του εξηλειμού ᾿ς των χριστιανών το γένος.
Εν τούτω εξήλθεν η υπόθεσις, ετούτο όπου σε γράφω.
§ 420 Ο ρήγας εκείνος της Φραγκίας ωρέχτη να ποιήση
χαράν και κάλεσμα λαμπρόν μετά τους εδικούς του·
τον σύγαβρόν του εμήνυσεν, τον ρήγαν της Αγγλετέρρας,
6015φιλιτικώς του το έγραψεν, αξιοπαρακαλεί τον
να έλθη με την ρήγαιναν, εκείνην την αδελφήν του,
εις το Παρίς να εσμίξουσιν, να ποιήσουν την χαράν τους.
Κ᾿ εκείνος το εδέξατο ᾿ς ειλικρινήν αγάπην·
ονόστιμον του εφάνηκεν να εσμίξουν και χαρούσιν.
6020Επήρε γαρ την ρήγαινα καλά συντροφεμένην
εις το Παρίς απήλθασιν, χαράν μεγάλη εποίκαν
στην ένωσιν που ενώθησαν οι ρήγαινες οι δύο.
§ 421 Και μίαν ημέραν κυριακήν, είχον χαρές μεγάλες,
οι δύο αδελφές οι ρήγαινες ενώθησαν αλλήλως·
6025η δεύτερη ήτον της Φραγκίας κ᾿ η τρίτη της Αγγλετέρρας.
Κι ωσάν εκαθεζόντησαν ᾿ς της ρήγαινας την τσάμπρα,τσάμπρα=δωμάτιο
ήλθεν κ᾿ η πρώτη αδελφή, η κουντέσσα της Προβέντσας,Βεατρίκη της Προβηγκίας (Beatrice di Provenza)
όπου είχεν γαρ το ιγονικόν εκείνο του πατρός τους.
Το ιδεί την ότι έρχετον, επροσηκώθησάν της
6030εκάθισαν γαρ ενομού, ως το έχουν οι γυναίκες.
Κι όσον επεριεγίνησαν καθήμεναι αλλήλως,
η ρήγαινα γαρ της Φραγκίας, όπου ήτον η μεσαία της,
λέγει της πρώτης αδελφής, όπου ήτον η κουντέσσα·
«Ου πρέπει σε, καλή αδελφή, να κάθεσαι μετ᾿ έμας
6035ίσως ωσάν εμάς τες δύο όπου είμεσταν ροΐνες·ροΐνα=βασίλισσα
εις άλλην δόξαν και βαθμόν είμεσταν παρά εσένα».
§ 422 Κι ως το ήκουσεν η ευγενική εκείνη η κουντέσσα,
από πικρίας και εντροπής απέκει εσηκώθη·
ευθέως επέκει εμίσσεψεν, στο οσπίτι της απήλθεν,
6040εσέβην εις την τσάμπραν της μετά πολλών δακρύων.
§ 423 Και μετά ταύτα ανέφανεν ο κόντος της Προβέντσας·Κάρολος A’ ο Ανδεγαυός (Charles d'Anjou)
ερώτησεν απ᾿ έξωθεν το πού ήτον η κουντέσσα,
κι οκάποιος του απεκρίθηκεν και λέγει του· «Αφέντη,
εκεί απ᾿ έσω στην τσάμπραν της, λογίζομαι, κοιμάται».
§ 424 6045Ο κόντος γάν ελεύτερα εσέβηκεν απ᾿ έσω·
το νοήσει δε η ευγενική ότι έρχετον ο κόντος,
τα ομμάτια της εσφούγγισεν μετά το αναπετάριν.αναπετάρι=μαντίλι [ίσως]
Ο κόντος γαρ εγνώρισεν τα ομμάτια της κουντέσσας
από τα δάκρυα τα πολλά το πώς ήσαν πρησμένα,
6050και λέγει της μετά θυμού· «Τι ένι το κλαίεις, κουντέσσα;»
κ᾿ εκείνη ηθέλησε να αρνηθή, να μη το φανερώση.
Κ᾿ εκείνος ώμοσεν ευθέως όρκον φριχτον και είπεν·
«Εάν ου το είπης σύντομα αλήθεια, τι έν᾿ το κλαίεις,
ποιήσει σε θέλω τιμωρίαν να κλάψης εις αλήθειαν».
6055Κ᾿ εκείνη φοβιζόμενη είπεν του την αλήθειαν,
το πώς απήλθε διά να ιδή τες δύο της αδελφάδες
κ᾿ εκάθισεν ομού με αυτές διά να παραδιαβάσουν·
«και διατ᾿ ότι εκάθισα ισόπυρα μετ᾿ αύτες,
κι ουδέν τες ακριοετίμησα διατό ήσασιν ροΐνες,
6060η αδελφή μου η ρήγαινα εκείνη της Φραγκίας
άρξετον του να με λαλή και λέγει προς εμέναν·
Ου πρέπει σε, καλή αδελφή, να κάθεσαι μετ᾿ έμας
ισόπυρα εις ένα βαθμόν, ούτε εις αξίαν ετέτοιαν,
διότι αρμόζει να έχωμεν δόξαν κι αξίαν πλειοτέραν,
6065παρά κουντέσσα ή δούκισσα ή άλλη καμμία γυναίκα.»
Κ᾿ εγώ, το ακούσει το, ευτύς εθλίβηκα τοσούτως,
ότι απ᾿ της θλίψεως κι εντροπής εμίσσεψα απέκει
κ᾿ ήλθα εδώ εις την τσάμπρα μου και έκλαψα εις σφόδρα».
§ 425 Ο κόντος δε το ακούσει το, όρκον φριχτον εποίκεν
6070και είπεν την εαυτού γυνήν, εκείνην την κουντέσσα·
«Ομνύω σε ετούτο εις τον Χριστόν κ᾿ εις την εαυτού μητέρα,
ποτέ μου να μη αναπαώ, μήτε χαράν να έχω,
έως ου να ποιήσω να γενής ρήγαινα με το στέμμα».
§ 426 Ευθέως εξέβην απ᾿ εκεί και ήλθεν εις τον ρήγαν,
6075στον αδελφόν του, σε λαλώ, τον ρήγαν της Φραγκίας,Λουδοβίκος Θ’ (Louis IX)
εκεί όπου επαραδιάβαζεν μετά τον σύγαβρόν του,
τον ρήγαν, όπου λέγουσιν της Αγγλετέρρας ρήγαν.
Επαίρνει τον εις μίαν μερέαν κι άρχισε να του λέγη·
«Αφέντη ρήγα κι αδελφέ, καλά πρέπει να εξεύρης,
6080το πώς ο άγιος μας ο πατήρ, ο Πάπας γαρ της Ρώμης,
διά πλείστων και πολλών φορών απέστειλε εις εμένα
ευχήν και παρακάλεσιν να απέλθω εκεί εις την Ρώμην,
αν θέλω εις μάχην να πιαστώ μετά τον ρόϊ Μαφρόϊ,
να πολεμήσω μετ᾿ αυτόν εις κάμπον με φουσσάτα,
6085ρήγαν με στέψη Σικελίας, το σκήπτρον να με δώση,
να είμαι γαρ διαφέστορας της Εκκλησίας της Ρώμης.διαφέστορας=προστάτης
Κ᾿ εγώ ποτέ ουκ ηθέλησα να το έχω καταπιάσει,
ο Θεός το εξεύρει, ως διά εσέν, να μη σε βάλω εις μάχην
και κόλασιν, να μάχεσαι τον ρήγα Αλλαμανίας,
6090είθ᾿ ούτως και το μέρος του με όλους τους Γημπηλίνους.Γημπηλίνοι=Γιβελίνοι (αντιΠαπικοί)
Λοιπόν, αφέντη, αρτίως βουλή μού ήλθεν να το ποιήσω·
διού σε δέομαι, προσκυνώ, ως αφέντην κι αδελφό μου,
να έχω πρώτα ορισμόν από την αφεντίαν σου
κι απέκει και βοήθειαν, λογάριν και φουσσάτα,
6095να απέλθω γαρ τιμητικά, ως πρέπει της τιμής σου».
§ 427 Ο ρήγας δε το ακούσει το, μεγάλως το αποδέχτη,
και λέγει ούτως προς αυτόν τον αδελφόν του εκείνον·
«Ευχαριστώ τον Βασιλέα όπου έπλασε τον κόσμον,
όταν σε έδωκεν βουλήν ετούτο να ποιήσης,
6100διατί ένι πράγμα της τιμής και σωτηρία του κόσμου.
Κ᾿ εις τούτο εβγάνω μάρτυρα τον Κύριον της Δόξης
το πώς είχα την όρεξιν να σε το συμβουλέψω,
να το ποιήσης με όρεξιν και να το καταπιάσης,
Και πάλι επροσεγγιζαίνομουν, μη πιάση και σκοπήσηςεπροσεγγιζαίνομουν=ανησυχούσα
6105ότι ήθελα να λείπεσαι από την συντροφίαν μου.
§ 428 Λοιπόν, αφών σε έδωκεν την όρεξιν ο Θέος
κι ορέγεσαι από λόγου σου να το έχης καταπιάσει,
έπαρε εκ το λογάριν μας ομοίως κ᾿ εκ τον λαόν μας,
φουσσάτα ρόγεψε καλά να έχης μετά σέναν,ρογεύω=στρατολογώ (μισθοφόρους)
6110και ο Θεός και η ευχή του αγιωτάτου εκεινού του πατρός μας
κ᾿ είθ᾿ ούτως κ᾿ η εμή ευκή όπου είμαι αδελφός σου,
να είναι εις βοήθειαν σου ένθα κι αν υπαγαίνης·
επεί έχω ελπίδα εις τον Θεόν κ᾿ εις την αγίαν Θεοτόκον,
στην φρόνεσιν κ᾿ εις την στρατείαν, όπου ένι εις εσένα,
6115να ποιήσης πράγμα της τιμής πρώτα της Εκκλησίας
μετά ταύτα εμέν κ᾿ εσέν κι ολών των εδικών μας».
Ο ΚΑΡΟΛΟΣ ΑΝΔΕΓΑΥΪΚΟΣ ΕΙΣ ΙΤΑΛΙΑΝ
§ 429 Ο κόντος γαρ, ως φρόνιμος όπου ήτον κ᾿ επιδέξιος,
τον ρήγαν ευχαρίστησεν ως αφέντην κι αδελφόν του,
και μετά ταύτα εδιόρθωσε, απήρε γαρ λογάριν,
6120φουσσάτα ερρόγεψεν πολλά, ανθρώπους παιδεμένους,
καβαλλαρίους γαρ και πεζούς στρατιώτες αντρειωμένους,
τον ρήγα απεχαιρέτησεν, απήλθεν στην Προβέντσαν.Προβέντσα=>Προβηγκία
§ 430 Τα πλευτικά του εδιόρθωσεν, εσέβηκεν εις αύτα,πλευτικά=καράβια
και εις την Ρώμην έσωσεν απέσω εις έναν μήναν.
6125Δώδεκα μίλια ευρίσκεται η θάλασσα εκ την Ρώμην·
κι αφότου εξέβηκε εις την γήν, εβγήκεν ο λαός του·
τα άλογα και τα φαρία και τες αρματωσίες,φαρία=πολεμικά άλογα
και την φαγούραν αλλά δή και τες οικονομίες,φαγούρα=τρόφιμα
ώρισεν κ᾿ εφορτώσασιν ᾿ς αμάξια και μουλάρια,
6130κ᾿ εκίνησεν κι απέρχετον ολόρθα εις την Ρώμην.
§ 431 Το ακούσει ετούτο ο αγιώτατος της Ρώμης γαρ ο Πάπας,Πάπας Κλήμης Δ’
ο μισίρ Κάρλος έρχετον, ο κόντος της Προβέντσας,Κάρολος A’ ο Ανδεγαυός (Charles d'Anjou)
με τα φουσσάτα τα λαμπρά, το άνθος της Φραγκίας,
εσήκωσε τας χείρας του και τον Θεόν δοξάζει,
6135τον άγιον Πέτρον αλλά δή ομοίως τον άγιον Παύλον,
όπου τον εγκαρδιώσασιν να έλθη εις την βοήθειαν
της αγιωτάτης Εκκλησίας στους τύραννους απάνω·
διατό είχε αρτίως πληροφορίαν κ᾿ εις τον Θεόν ελπίδα
να λείψουσιν οι τυραννίες κ᾿ οι εχτροί της Εκκλησίας,
6140κ᾿ εκείνος ν᾿ αναπαύεται εις το σκαμνί της Ρώμης,σκαμνί [εδώ]= Αγία Έδρα
§ 432 Εν τούτω ο Πάπας ᾿κ την χαράν όπου είχε από τον κόντον
και διά να δώση προθυμίαν του κόντου, καθώς πρέπει,
ατός του εκαβαλλίκεψεν με τους γαρδιναλίους,γαρδινάλιος=καρδινάλιος
ομοίως με τους ευγενείς ανθρώπους εκ την Ρώμην,
6145κι απήλθεν εις συναπαντήν του κόντου της Προβέντσας·
τιμήν μεγάλην του έποικεν στην ένωσιν εκείνην.
Κι αφότου απεσώσασιν και ήλθαν εις την Ρώμην,
ο κατά είς επέζεψεν εις την κατούνα όπου είχεν.κατούνα=στρατόπεδο
Κι όσον εκατουνέψασιν, ωσάν σε το αφηγούμαι,
6150ο Πάπας γαρ απέστειλεν πέντε γαρδιναρίους,
μητροπολίτες τέσσαρους και δώδεκα επισκόπους,
στον κόντον τους απόστειλεν αξιοπαρακαλώντα
να έλθη εκεί, να τον ιδή διά και να του συντύχη·
ενταύτα τον ηφέρασιν μετά τιμής μεγάλης.
Ο ΚΑΡΟΔΟΣ ΑΝΔΕΓΑΥΪΚΟΣ ΣΤΕΦΕΤΑΙ ΒΑΣΙΛΕΥΣ [1265]
§ 433 6155Ο Πάπας γαρ ο αγιώτατος επροσηκώθηκέν του,
από το χέρι τον κρατεί, σιμά του τον καθίζει·
«Καλώς ήλθεν ο ευγενικός, το αίμα της Φραγκίας,
των χριστιανών διαφέστορας, ο υιός της Εκκλησίας».διαφέστορας=προστάτης
Άρξετον να τον ερωτά μαντάτα από τον ρήγα,
6160τον αδελφόν του, σε λαλώ, εκείνον της Φραγκίας·
κι αφότου αφηγήσετον του ρήγα τα μαντάτα,
τότε τον ευχαρίστησεν και μυριοεπαινά τον,
διατί ήλθε εκεί κ᾿ εκόπιασεν στης Εκκλησίας την χρείαν,
το όποιον πράγμα θέλει είσται τιμή και όφελός του,
6165των χριστιανών ανάπαψις κι όλης της Εκκλησίας.
Κι αφότου εσυντύχασιν κ᾿ είπαν όσον ηθέλαν,
ο κόντος γαρ εστράφηκεν εις την κατούνα όπου είχεν.
Και μετά ταύτα ώρισεν ο αγιώτατος ο Πάπας
κ᾿ εκάλεσεν τους άπαντας, μικρούς τε και μεγάλους·
6170κάλεσμα έποικεν φοβερόν και κούρτην γαρ μεγάλην,κούρτη=συνέλευση αρχόντων
εκάλεσεν εκεινούς όπου ήλθασιν ετότε με τον κόντον,
ομοίως και τους ευγενικούς ανθρώπους γαρ της Ρώμης.
§ 434 Στου άγιου Πέτρου την εκκλησίαν ελειτούργησεν ο Πάπας·
κι αφότου ελειτούργησεν κ᾿ εξέβη από το βήμα,
6175τον μισίρ Κάρλον έστεψεν ρήγαν της Σικελίας
μετά χρυσίου του στέμματος ατός του γαρ ο Πάπας·
ευφήμησάν τον οι άπαντες, μικροί τε και μεγάλοι.
Κι αφότου εστέφτη ο κόντος ντε Αντζώ ρήγας της Σικελίας,Κάρολος A’ ο Ανδεγαυός (Charles d'Anjou)
ουδέν ηθέλησε ποσώς να χάνη τον καιρόν του·
6180ήλθε στον Πάπα, λέγει τον· «Αφέντη, πάτερ άγιε,
εγώ ουδέν ήλθα εδώ να κάθωμαι ως γυναίκα,
αφότου εκαταπίασα την μάχην με τον ρήγαν,
αυτόνον γαρ τον ρόϊ Μαφρέ και με τους Γημπηλίνους,
όπου είναι εχτροί της Εκκλησίας κ᾿ είναι αφωρισμένοι.
6185Εγώ ου καυχώμαι, ου δύνομαι μόνος να πολεμήσω
τους τύραννους και τους εχτρούς όλης της Εκκλησίας.
Αλλά αφών σύ καθέζεσαι εις το σκαμνί της Ρώμηςσκαμνί [εδώ]= Αγία Έδρα
και έποικες διαφέστοραν εμέν της Εκκλησίας,διαφέστορας=προστάτης
όρισε, στείλε πανταχού εις όλα τα ρηγάτα,
6190όσοι πιστεύουν εις Χριστόν και είναι στον ορισμόν σου,
όλοι να σε βοηθήσουσιν με τα φουσσάτα που έχουν,
να πολεμήσης τους εχτρούς που είναι της Εκκλησίας».
Ακούσων τούτο ο αγιώτατος ο Πάπας γαρ της Ρώμης,
ονόστιμον του εφάνηκεν το ελάλησεν ο ρήγας.
6195Ευθέως ορίζει, γράφουσι, στέλνει μαντατοφόρους
εις τα ρηγάτα αλλά δη κ᾿ εις όλην την Ιτάλιαν,
ευχήν και παρακάλεσιν να έλθουν να του βοηθήσουν
να εβγάλη από της Εκκλησίας την αφεντίαν και τόπους
τους τύραννους και ασεβείς όπου την εμουρτεύαν,
§ 435 6200Φουσσάτα ήλθασιν λαμπρά απ᾿ όλα τα ρηγάτα,
κ᾿ εις την Ιτάλιαν ήλθασιν όσοι ήσαν γαρ Γέλφοι.Γέλφοι=Γουέλφοι (οπαδοί Πάπα)
Κι αφότου εσωρεύτησαν όλοι εκεί εις την Ρώμην,
ο ρήγας εδιεμέρισεν του καθενός το αλλάγιναλλάγι=στρατ. μονάδα
και ώρισε του να εξεβούν από την πόλιν Ρώμης.
6205Κ᾿ εκείνος αρματώθηκεν ως του έπρεπεν ως ρήγας·
αρματωμένος τα άρματα ήλθε εκεί εις τον Πάπαν,
γονατιστά του εζήτησεν να δώση την ευχήν του.
Κι ο Πάπας τον ευλόγησεν και τον σταυρόν του εποίκεν·
ώρισεν και εθέσαν τον στο αριστερόν πλατάρινπλατάρι=ώμος
6210του αγίου σταυρού την τύπωσιν, να τον βαστά μετ᾿ αύτον·
ομοίως και τα φουσσάτα του, μικροί τε και μεγάλοι,
τους άπαντας ευλόγησεν, ευχήθηκεν και είπεν·
«Όσοι αποθάνουν ᾿κ το σπαθί εις το ταξείδι εκείνο,
να έχουν συμπάθειον ᾿κ τον Χριστόν ομοίως κ᾿ εκ τον Πάπα
6215από όσα αμαρτήματα εποίησαν στην ζωήν τους,
ώσπερ γαρ να απόθαναν στα μέρη της Συρίας
διά να εξήβαλαν του Χριστού αυτόν τον άγιον τάφον
από τας χείρας των εθνών, το γένος των βαρβάρων».
ΗΤΤΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΜΑΜΦΡΕΔΟΥ ΕΙΣ ΒΕΝΕΒΕΝΤΟΝ [1266]
§ 436 Κι αφότου απήρε την ευχήν ο ρήγας εκ τον Πάπα,
6220ούτως το έποικεν ομοίως απάντων των φουσσάτων,
εξέβησαν κι απέρχονταν ολόρθα εις την Πούλιαν.
§ 437 Ως το έμαθεν ο ρόϊ Μαφρές αυνούνα τα μαντάτα,Μανφρέδος της Σικελίας (γιος Φρειδερίκου Β’)
ότι έρχετον απάνω του ο ρόϊ Κάρλος ατός του,
απέστειλεν και ήλθασιν από την Αλλαμάνιαν
6225φουσσάτα πλείστα και καλά, όλοι ήσαν αντρειωμένοι,
είθ᾿ ούτως εκ την Λουμπαρδίαν ομοίως κ᾿ εκ την Ντουσκάναν,Ντουσκάνα=>Τοσκάνη
όπου ήσαν εκ το μέρος του, όσοι ήσαν Γημπελίνοι·Γημπελίνοι=Γιβελίνοι (αντιΠαπικοί)
εκ την Σικέλιαν ήλθασιν κ᾿ εκείνοι της Καλάβριας,
τόσα φουσσάτα εσώρεψεν, ότι αριθμόν ουκ είχαν,
6230στα Μπονιβάντ εστήκετον κι ανάμενε τον ρήγαν·
και τόσα τον ανέμεινε, ότι έσωσεν κ᾿ εκείνος.
Εκείσε επολεμήσασιν με όλα τους τα φουσσάτα·
κι ως ένι θέλημα Θεού όπου έχει γαρ και δίκαιον,
του δίδει ο Θεός την ευτυχίαν, επαίρνει και το νίκος,
6235εκέρδισε τον πόλεμον ο μέγας ρόϊ Κάρλος.
§ 438 Εκεί εσκοτώθη ο ρόϊ Μαφρές, τον πόλεμον εχάσε,
κι όσοι ενέμειναν απ᾿ αυτού, λέγω από τον λαόν του,
όλοι επροσκυνήσασιν τον μέγαν ρόϊ Κάρλον,
κι ούτως ενέμεινεν αυτός με ανάπαψιν κ᾿ ειρήνην
6240ρήγας αφέντης Σικελίας και του ρηγάτου Πούλιας.
ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΙΝΟΣ ΠΡΙΓΚΙΨ ΜΟΡΕΩΣ
§ 439 Εν τούτω αφίνω να λαλώ αυτό το σε αφηγούμαι,
και θέλω πάλε να στραφώ στον πρίγκιπα Γυλιάμον,
να ειπώ και να αφηγήσωμαι τες πράξες, τες εποίκεν.
§ 440 Εδώ άρξομαι να λαλώ και να σας αφηγούμαι
6245περί του πρίγκιπα Μορέως, εκείνου του Γυλιάμου,
το πώς εποίησεν κ᾿ έπραξεν εις τον καιρόν εκείνον,
όταν εστράφη ο ευγενικός της Καρυταίνου ο αφέντης
εκ το ρηγάτο Σικελίας εκείθεν εκ την Πούλιαν.Πούλια=>Απουλία Ιταλίας
Καθώς σε το αφηγήσωμαι οπίσω εις το βιβλίον μου,
6250ότι τον εσυμπάθησεν ο πρίγκιπας ατός του·
τον τόπον του του έστρεψεν, όπερ εκράτει απ᾿ αύτον
εις τρόπον γαρ και συμφωνίαν, καθώς το επεριεστήσαν,
να τον κρατή εις κληρονομίαν μόνη και του παιδίου του,
ώσπερ και του τον έστρεψεν και πρώτα εις το ΝίκλιΝίκλι=>Τεγέα
6255που εμάχετον ο πρίγκιπας μετά τον Μέγαν Κύρην.
Ως το έχει και το συνηθές της μάχης ένθα ένι,
τα μεν καιρούς κερδαίνουσιν, τα δε έχουν ζημίες,
το όποιον πράγμα με ήθελεν κολάσει γαρ μεγάλως
όλα να σού τα έγραφα εις τούτο το βιβλίον.
6260Αλλά διά το ελαφρότερον εμέν, όπου το γράφω,
κ᾿ εσέν, όπου το αφκράζεσαι κι όπου το αναγινώσκεις,
εβιάστην κι αθολόγησα, έγραψα κι αφηγούμαι
τες πράξες και υπόθεσες όπου καρπόν βαστούσιν.
Εν τούτω άρξομαι απ᾿ εδώ κι αφκράζου να μαθαίνης.
ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΥΤΟΥ ΠΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΑ ΚΑΡΟΛΟΝ
§ 441 6265Ο πρίγκιπος, ως το ήκουσεν κι ως το επληροφορέθη
το πώς ο ρήγας Κάρουλος ενίκησεν ετότεΚάρολος A’ ο Ανδεγαυός (Charles d'Anjou)
το ρόϊ Μαφρέ εις πόλεμον, την κεφαλήν του εκόψε,
κι απήρεν του την αφεντίαν όλου του του ρηγάτου,
μεγάλως το εχάρηκεν, εις σφόδρα το αποδέχτη,
6270διατί το γένος των Φραγκών, όπου ήτον γαρ κ᾿ εκείνος,
επλήσιασεν εις τον Μορέαν, στην εδικόν του τόπον.
§ 442 Εν τούτω εσκόπησεν καλά έσω στον λογισμόν του
και είπεν κ᾿ εδιακρίσετον ούτως, ωσάν το λέγω·
ότι αφότου ο βασιλέας της Κωνσταντίνου Πόλης
6275ερρίζωσεν εις τον Μορέαν κ᾿ επλήθυνε η αφεντία του,
ποτέ του ουδέν τον ήθελεν εβγάλει από τον τόπον
εκείνος μόνος μοναχός με τον λαόν όπου είχεν,
εάν ουκ είχε δύναμιν από άλλης αφεντίας.
Λοιπόν, αφότου ο Θεός επρόσταξεν και ήλθε
6280του ρόϊ Κάρλου η αφεντία εκεί πλησίον στην Πούλιαν,
(κι ο Θεός ουδέν του έδωκεν υιόν διά κληρονόμον
να αφήκη εις τον τόπον του αφέντην γαρ δικαίον του,
όταν του έλθη θάνατος, στην ώραν της θανής του,
μόνι και θηλυκά παιδία έχει διά κληρονόμους),
6285ει ημπορέση δυνηθή συμπεθερίαν ποιήσει
μετά τον υψηλότατον εκείνον τον ρόϊ Κάρλον,
την θυγατέραν, σε λαλώ, του πρίγκιπος Γουλιάμου,
να έπαιρνε διά νύφην του αυτός ο ρήγας Κάρλος,
ήθελεν έχει δύναμιν, φουσσάτα αντρειωμένα,
6290να έβγαλε τον βασιλέα από το πριγκιπάτο.
§ 443 Κι αφότου εσκόπησεν καλά ο πρίγκιπας ατός του,
ώρισεν και εκράξασιν τους κεφαλάδες όλους,
που ήσαν οι φρονιμώτεροι κ᾿ οι πρώτοι της βουλής του,
κ᾿ είπεν τους κι αφηγήσετον εκείνην την βουλήν του.
6295Και όσον τον αφκράστησαν, εσύντυχαν αλλήλως·
πολλά εδιακρίναν κ᾿ είπασιν τες αφορμές και τρόπους
το πώς ημπόρει να γενή να πληρωθή το πράγμα,
διατί ήτον ευγενικός κ᾿ εις πλούτος υπέρ φύσιν,
κι ο πρίγκιπας ήτον μικρός προς την ουσίαν όπου είχε,
6300πολλάκις μη το εδέξατο κι ου μη το εκαταδέχτη.πολλάκις [εδώ]=μη τυχόν
§ 444 Λοιπόν, εις τούτο εσύντυχεν ο φρονιμώτερός τους,
όστις ευρέθη στην βουλήν του πρίγκιπος ετότε,
τον έλεγαν κι ωνόμαζαν μισίρ Νικόλα ντε Σαίντ Ομέρ.Νικόλαος Β’ Σαιντ-Ομέρ (Nicolas de Saint-Οmer)
Αφέντης ήτον της Θηβού, γνώσιν είχεν μεγάλην,
6305και είπεν προς τον πρίγκιπα, τέτοιαν βουλήν του δίδει·
«Ει μεν θέλεις, αφέντη μου, ετούτο να πληρώσης,
εγώ το επαίρνω απάνω μου, αν κάμης την βουλήν μου,
να πληρωθή η συμπεθερία μετά τον ρόϊ Κάρλον.
Αλήθεια ένι, το εξεύρουσιν οι πάντες, το εγνωρίζουν,
6310ο αφέντης ο πατέρας σου μετά και τους γονείς μας,
όπου εκέρδισαν τον Μορέαν, το λέγουν πριγκιπάτο,
με το σπαθί εκερδίσασιν, όσον υποκρατούμε.
Κι ο αφέντης και πατέρας σου τον τόπον του Μορέως
ουδέν τον είχε από τινάν να τον κρατή απ᾿ εκείνον·
6315μόνι εκ τον Θεόν κ᾿ εκ το σπαθί είχεν την αφεντίαν.
Κι όσον εμεταστάθηκεν ο αφέντης και πατήρ του,
κι αφέντεψε ο μισίρ Ντζεφρές, ο αφέντης κι αδελφος σου,
κ᾿ εκράτησεν του βασιλέως εκείνου του Ρομπέρτου
την θυγάτηρ του, όπου έστελνεν του ρόϊ Ραγγού εις γυναίκα,
6320κ᾿ ενταύτα ευλογήθηκεν καθώς το εξεύρομε όλοι.
᾿Σ ανταμοιβήν του βασιλέως, διατί έσφαλεν προς αύτον,
να έχη αγάπην μετ᾿ αυτόν, το πράγμα να πραΰνη,
εποίησε την συμβίβασιν κ᾿ εγίνη άνθρωπός του,
που να κρατή τον τόπον του από τον βασιλέα.
6325Λοιπόν, καθώς το έποικεν ετότε ο αδελφός σου
κ᾿ εγένετον του βασιλέως ο άνθρωπός του λίζιος,λίζιος=υποτελής
ουδέν ημπόρει άλλον κανείν εκείνος να δουλέψη,
μόνι κι αυτός ολοστινός εις αύτον να το ποιήση.ολοστινός=ολόκληρος
Λοιπόν, ωσάν το έποικεν διά διάφορόν του εκείνος,
6330διά να πληρώση όρεξιν και να έχη διαφορήσει,
ούτως το ποίησε και αρτίως εσύ εις τον ρόϊ Κάρλον,
διά να πληρώσης όρεξιν και να έχης διαφορήσει.
Κ᾿ ει μεν το ποιήσεις, ως λαλώ, απάνω μου το επαίρνω,
ο ρήγας μετά προθυμίας μετά σε συγγενέψει».
§ 445 6335Το ακούσει το ο πρίγκιπας κ᾿ εκείνοι της βουλής του,
όλοι το αγαπήσασιν κ᾿ εις σφόδρα το επαινέσαν.
Κι αφότου εδόθη η βουλή, καθώς σε το αφηγούμαι,
το πράγμα εστερεώθηκεν κ᾿ εστάθησαν εις αύτο.
Τον επίσκοπον της Ώλενας μετά τον μισίρ ΠιέρηPierre de Vent
6340(το επίκλην του ήτον ντε Βας, ούτως τον ωνομάζαν,επίκλη=επώνυμο
τον εκρατούσαν φρόνιμον ᾿ς όλον τον πριγκιπάτον),
αυτούς εκλέξαν να απελθούν στον ρήγα αποκρισάροι.αποκρισάρης=απεσταλμένος
§ 446 Ὠρθώθησαν κ᾿ επέρασαν ολόρθα εις το Βροντήσι·
κι αφότου αποσκάλωσαν, άλογα αγοράσαν,αποσκαλώνω=αποβιβάζομαι
6345ωδέψασιν κι απήλθασιν εκεί όπου ήτον ο ρήγας.
Τον ηύραν στην Ανάπολιν κ᾿ επροσκυνήσανέ τον·Ανάπολη=>Νάπολι
πιττάκια του εβασταίνασιν κ᾿ επροσκομίσανέ τα,πιττάκιον=επιστολή
τα εγράφασιν κ᾿ ελέγασιν, όλα να τους πιστέψη,
τα θέλουσιν αφηγηθή κ᾿ εκ στόματος λαλήσει.
6350Κι αφότου επαράλαβεν ο ρήγας τα πιττάκια
κ᾿ εγνώρισεν την δήλωσιν ότι να τους πιστέψη,
ορίζει ο ρήγας, κράζουν τους εις τόπον κατ᾿ ιδίας,
κι άρξετον να τους ερωτά το τι θέλουν να ειπούσιν.
§ 447 Κ᾿ εκείνοι, ως ήσαν φρόνιμοι, αρχίσαν να του λέγουν·
6355λεπτομερώς του είπασιν το τι ηθέλαν εκείσε,
την όρεξιν του πρίγκιπος, αν θέλη ο Θεός κι ο ρήγας
συμπεθερειόν να ποιήσουσιν, το ένα να γενούσιν.
Κι αφότου αφκράστηκεν καλά ο ρήγας τα του είπαν,
απόκρισιν τους έδωκεν· να επάρη την βουλήν του
6360κ᾿ ενταύτα ποιήση απόκρισιν, ως πρέπει και λαχάνει.
§ 448 Ενταύτα ο ρήγας ώρισε, κράζουν τους κεφαλάδες,
τους πρώτους και καλλιώτερους όπου ήσαν στην βουλήν του·
λεπτώς τους αφηγήσετον του πρίγκιπος Μορέως,
το τι εμήνα κ᾿ έγραφεν να ποιήση μετ᾿ εκείνον.
6365Κ᾿ ενταύτα άρχασαν να λαλούν κ᾿ επαίρνουν την βουλήν τους·
κι αφότου εσυμβουλεύτησαν είπασιν και ετούτο·
να κράξουν κ᾿ ερωτήσουσιν τους αποκρισαρίουςαποκρισάρης=απεσταλμένος
να μάθωσιν κι ακούσωσιν όλα τους τα κεφάλαια.
§ 449 Εν τούτω τους εκράξασιν, άρχασαν κ᾿ ερωτούν τους,
6370ο πρίγκιπας γαρ του Μορέως, εκείνος ο Γυλιάμος,
το πώς κρατεί τον τόπον του και ποίον αφέντην έχει,
και τι τόπος ένι ο Μορέας και τι ημπορεί να αξιάζη;
Ενταύτα αποκρίθηκεν αυτός ο μισίρ Πιέρης,Pierre de Vent
όπου έξευρεν κ᾿ εγνώριζεν τα πάντα του Μορέως,
6375τα πάντα του αφηγήθηκεν από αρχής εις τέλος.
Κι αφότου ο ρήγας ήκουσεν ωσαύτως κ᾿ η βουλή του
το πριγκιπάτο του Μορέως το τι κρατεί κι αξιάζει,
όλοι τον εσυμβούλεψαν να πληρωθή το πράγμα,
διατί είδασιν κι απείκασαν ότι ήτον διάφορόν του.
6380Κ᾿ εν τούτω ο ρήγας έστερξεν να πληρωθή η βουλή τους·
κι αφότου ο ρήγας έστερξεν συμπεθερία να ποιήση
μετά τον πρίγκιπα Μορέως, εκείνον τον Γυλιάμον,
επίσκοπον εδιόρθωσε και δύο φλαμουριαρίουςφλαμουράριος=βαθμοφόρος
και άλλους δύο καβαλλαρίους όπου ήσαν μετ᾿ εκείνον,
6385αποκρισάρους να απελθούν στον πρίγκιπα Γυλιάμον,
να στρέψουσιν απόκρισιν μετά τους εδικούς του
το θέλημα κι απόκρισιν, το του μηνά ο ρήγας.
Ενταύτα εμισσέψασιν κ᾿ ήλθαν εις το Βροντήσι·Βροντήσι=> Μπρίντεζι
τα πλευτικά ηυρήκασιν, τα ήσαν ωρθωμένα.πλευτικά=καράβια
§ 450 6390Εσέβησαν αμφότεροι, ήλθαν εις την Κλαρέντσαν,
στην Ανδραβίδα ηύρασιν τον πρίγκιπα Γυλιάμον.
Ο επίσκοπος της Ώλενας μετά τον μισίρ Πιέρην
τον πρίγκηπα ελάλησαν και μοναξά τον είπαν
τα όσα επερίστησαν κ᾿ εποίησαν με τον ρήγαν.
6395Και μετά ταύτα, εκράξασιν και τους μαντατοφόρους,
όπου ήλθασιν μετ᾿ εκεινούς από τον ρήγαν Κάρλον.
Κι ενταύτα εσυντύχασιν τα είχασιν να ειπούσιν
από τον ρήγαν Κάρουλον του πρίγκιπα Μορέως·
το πώς αρέσει του ρηγός, ορέγεται και θέλει
6400να πληρωθή η συμπεθερία στας συμφωνίας εκείνας,
όπου είπασιν γαρ του ρηγός εκείνοι οι αποκρισάροι,αποκρισάρης=απεσταλμένος
τους έστειλεν ο πρίγκιπας ετότε εις τον ρήγαν,
ήγουν να επάρη ο πρίγκιπας την θυγατέρα όπου είχεν,
όπου ήτον κληρονόμος του, την έλεγαν Ζαμπέα,Ισαβέλλα Βελλεαρδουίνου (Ιζαμπώ)
6405να απέλθουν στην Ανάπολιν, να εσμίξουν με τον ρήγαν,
να ευλογηθούσιν τα παιδία, να επάρη ο υιός του ρήγα
την θυγατέρα, σε λαλώ, του πρίγκιπα Γυλιάμου,
και μετά ταύτα ο πρίγκιπας να ποιήση και το ομάτζιο,ομάτζιο=φεουδαρχικό δικαίωμα
του να κρατή τον τόπον του από τον ρήγα Κάρλον.
6410Κι ως το ήκουσεν ο πρίγκιπας, μεγάλως το αποδέχτη,
μεγάλως γαρ ετίμησεν, δωρήματα εδώκεν
εκείνων όπου ήλθασιν αποκρισάροι εις αύτον.
Και ώρθωσεν κ᾿ εστράφησαν εκείσε εις τον ρήγαν
του να στρέψουν απόκρισιν, να τον πληροφορέσουν,
6415το πώς ο πρίγκιπας Μορέως, οι συμφωνίες του αρέσουν
κ᾿ οικονομάται διά να ελθή το πράγμα να πληρώσουν.
Κι ο πρίγκιπας απέστειλεν στον Εύριπον ευθέως,
κ᾿ ηφέρασίν του κάτεργον καλά αρματωμένον,
κ᾿ εις την Κλαρέντσαν ώρθωσεν κι άλλο του αρματώσαν.
6420Οικονομήθη ως έπρεπεν τέτοιου μεγάλου ανθρώπου·
εσέβην εις τα κάτεργα μετά την θυγατήρ του,
την ωνομάζασι η Ζαμπέα, μετά την φαμελίαν του,Ισαβέλλα Βιλλεαρδουίνου (Ιζαμπώ)
επήρεν και καβαλλαρίους όσους του έκαμναν χρεία,
εκ την Κλαρέντσα εμίσσεψαν, εις το Βροντήσι εσώσαν.Βροντήσι=> Μπρίντεζι
Κ αφότου απεσκάλωσαν εκεί εις το Βροντήσι,
6425άλογα ευτύς αγόρασεν και την οδόν επίασεν.
Και ούτως απεσώσασιν εκείσε εις τον ρήγαν,
ήγουν εις την Ανάπολιν που ήτον κατοικία του.
ΓΑΜΟΣ ΙΣΑΒΕΛΛΑΣ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΙΝΟΥ ΜΕ ΒΑΣΙΛΟΠΑΙΔΑ ΝΕΑΠΟΛΕΩΣ
§ 452 Ο ρήγας γαρ, ως το ήκουσεν κι ως το επληροφορέθη,
ότι έρχετον ο πρίγκιπας εκεί πλησίον της χώρας,
6430ατός του εκαβαλλίκεψεν, εξέβη εις απαντήν του.απαντή=συνάντηση
Εκεί όπου τον απάντησεν γλυκέα τον χαιρετίζει,
από το χέρι τον κρατεί, ωδεύασιν οι δύο·
τιμήν μεγάλην του έποικεν, οι πάντες το εθαυμάσαν.
Και μετ᾿ αυτόν επέζεψαν εις του ρηγός το οσπίτι·
6435ώρισεν, αππλικέψαν τον τιμητικά εις την χώραν.
Εκάλεσέ τον να γευτή επί της αυρίου μετ᾿ αύτον·
και διά τιμήν του πρίγκιπος εκάλεσεν τους πάντας
όλους τους ευγενικούς, όπου ήσαν εις την χώραν.
Κούρτην μεγάλην έποικεν, χαρές μεγάλες ήσαν.
§ 453 6440Και αφότου εχάρησαν καλά εκείνην την ημέραν,
ο κατά είς εδιάβηκεν εις την κατούνα όπου είχεν.
Επί της αυρίου το πρωί ο πρίγκιπας εδιάβη,
στον ρήγαν εκατέλαβε να τον έχη συντύχει.
Ορίζει ο ρήγας κ᾿ ήλθασιν όλοι του οι κοντάδες·
6445εκάθισαν εις την βουλήν, άρξαν να συντυχαίνουν.συντυχαίνω=ομιλώ, συνομιλώ
Ενταύτα ήλθασιν εκεί εκείνοι οι αποκρισάροι,αποκρισάρης=απεσταλμένος
όπου ήσαν εις τον πρίγκιπα διαβόντα εις τον Μορέαν
και άρξασιν να λέγουσιν να θέλουν αφηγάσται,
το πώς απήλθαν στον Μορέαν, στον πρίγκιπα Γυλιάμον,
6450με του ρηγός τον ορισμόν διά την συμπεθερίαν,
κ᾿ εις τι αποκατάστησαν κ᾿ εις τι ποσόν ηφέραν
το πράγμα, την υπόθεσιν ενώ ήσασιν σταλμένοι.
«Λοιπόν, αφών επρόσταξεν ο βασιλέας της Δόξης
κ᾿ ήλθεν ο πρίγκιπας εδώ εις το κράτος της βασιλείας σου,
6455ενέμεινεν η υπόθεσις ᾿ς εσάς τους δύο αφέντας,
να ποιήτε κ᾿ εκπληρώσετε το πράγμα εις τέτοιον τρόπον,
όπου να ένι εις τιμήν εσάς των δύο αφέντων,
κ᾿ εις δόξαν και ανάπαψιν εσάς και του λαού σας».
§ 454 Και όσον αποπλήρωσαν εκείνοι οι αποκρισάροιαποπληρώνω=ολοκληρώνω
6460το όσον είχασιν να ειπούν διά την συμπεθερίαν,
άρχασεν τότε ο πρίγκιπας να λέγη κι αφηγάται
την πράξιν γάν και την αρχήν, το πώς το πράγμα αρχάστην
και πώς από του ορισμού και θέλημα του ρήγα
ήλθεν εκείθεν κ᾿ ήφερεν με αυτόν την θυγατήρ του,
6465κ᾿ ήτον να ποιήση έτοιμος το όσον επεριστήσαν
οι αποκρισάροι του ρηγός με αυτόν εις τον Μορέαν,
στες συμφωνίες όπου έποικαν κ᾿ εις όλα τα κεφάλαια.
Κ᾿ ενταύτα αποκρίθηκεν ο ρήγας απ᾿ ατός του·
ότι όσον λέγει ο πρίγκιπας αλήθεια ούτως ένι,
6470και θέλει γαρ κι ορέγεται να πληρωθή το πράγμα,
καθώς το εσυμβίβασαν κι ωσάν το επεριεστήσαν.
§ 455 Κι αφότου επληρώσασιν κ᾿ είπασιν τα κεφάλαια,
ώρισαν και ηφέρασιν εκείσε τα παιδιά τους.
Της Ανάπολης ο αρχιερεύς, μητροπολίτης ένι,Ανάπολη=>Νάπολι
6475εκείνος αρρεβώνιασεν ετότε τα παιδία·
κι αφότου αρρεβώνιασεν κ᾿ εποίησεν τον γάμον,
εποίησε γαρ ο πρίγκιπας το ομάτζιον προς τον ρήγαομάτζιο=φεουδαρχικό δικαίωμα
του να κρατή τον τόπον του από τον ρήγα Κάρλον.
Εκδύθη και τον τόπον του και του ρηγός τον δίδει,
6480κι ο ρήγας ερεβέστισεν ενταύτα τον υιόν του,
εκείνον τον μισίρ Λωίς από το πριγκιπάτο·Φίλιππος Α΄ του Τάραντος [το “Λωίς” λάθος]
και εκείνος το έστρεψεν πάλε του πεθερού του,
να το κρατή, νομεύεται έως ότου ζη εις τον κόσμον.
Κι αφότου εκαταστήσασιν ετούτα όπου σε λέγω,
§ 456 6485άργησε ο πρίγκιπας εκεί ημέρας δεκαπέντε
μετά τον ρήγαν Κάρουλον· χαρές μεγάλες είχαν.
Ενταύτα ήλθαν εκ τον Μορέαν του πρίγκιπος μαντάτα
το πώς από του βασιλέως ήλθε εις ΜονοβασίανΜονοβασία=Μονεμβασιά
οκάποιος του ένας ανεψίος και ήφερεν φουσσάτα,
6490Κουμάνους, Τούρκους και Ρωμαίους εκ της Νικαίας τα μέρη,
κ᾿ έχουσιν φόβον στον Μορέαν οι άνθρωποι του τόπου,
τον πρίγκιπα παρακαλούν να καταλάβη εκείσε.
Ακούσων ταύτα ο πρίγκιπας, απήγεν εις τον ρήγαν
και είπεν του λειπομερώς εκείνα τα μαντάτα,
6495κ᾿ εζήτησέ του απολογίαν ν᾿ απέλθη στον Μορέαναπολογία=άδεια, έγκριση
διά συμμαχίαν και δύναμιν του τόπου και λαού του·
εις τα κάστρη του να απελθή διά να τα σωταρχίση.σωταρχίζω=εφοδιάζω
Κι ο ρήγας, ως το ήκουσεν, είπε ότι καλόν ήτον
να απέλθη εις τον τόπον του διά να τον συμμαχήση,
6500κι από τους αντιδίκους του να τον έχη φυλάξει.
Εν τούτω απήρε ο πρίγκιπας απολογίαν ᾿κ τον ρήγαν·
§ 457 σπουδαίως εκαβαλλίκεψεν, έσωσε εις το Βροντήσι,Βροντήσι=> Μπρίντεζι
ηύρεν να κάτεργα έτοιμα, εσέβηκεν απέσω,σπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
εις δύο ημέρας έσωσεν εκείσε εις την Κλαρέντσα
6505κι απέκει εκαβαλλίκεψεν κ᾿ ήλθεν στην Ανδραβίδαν.
Το ακούσει το οι άπαντες του τόπου του Μορέως,
το πώς ήλθεν ο πρίγκιπας, εχάρησαν μεγάλως·
θάρσος επήραν δυνατόν απάνω εις τους εχτρούς τους.
§ 458 Καταπαντόθεν έστειλεν γραφές των κιβιτάνωνκιβιτάνος=φρούραρχος (chevetain)
6510να έχουν μεγάλην φύλαξιν όλοι με τον λαόν τους,
επεί κ᾿ εκείνος έρχετον διά να τους συμμαχήση,
τα κάστρη να σωταρχίσουσι και τον λαόν σωρέψουν,σωταρχίζω=εφοδιάζω
να στήκουν και φυλάττουσιν τον τόπον και τες άκρες.
§ 459 Και όσον αναπαύτηκεν καν τέσσαρες ημέρες,
6515των κεφαλάδων έγραψεν και των καβαλλαρίων,κεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
κ᾿ ήλθαν εκείσε εις αυτόν κ᾿ ευθέως καβαλλικεύουν.
Επήρε τους κ᾿ εδιάβησαν από τα κάστρη όλα
και ώρθωσε να έχουσιν φύλαξες κατά τόπον,
ως να διαφυλάττωνται απέ τους αντιδίκους.
§ 460 6520Εν τούτω παύω εδώ μικρόν να γράφω και να λέγω
από τον πρίγκιπα Μορέως εκείνον τον Γυλιάμον
και θέλω να αφηγήσωμαι από τον ρήγαν Κάρλον,
την πράξιν όπου έποικεν, το σπλάγχνος όπου εδείξεν
ετότε προς τον πρίγκιπα εκείνον του Μορέως.
 
ΕΠΑΝΑΛΗΨΙΣ ΤΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ ΕΙΣ ΜΟΡΕΑΝ
§ 461 6525Ο ρήγας ως πανφρόνιμος, ούτος ο ρόϊ Κάρλος,
απέ το σπλάγχνος το πολύ, την ζέσιν όπου είχεν
προς τον αυτού συμπέθερον τον πρίγκιπαν Γουλιάμον,
κι ως ήτον και παιδευτικός της μάχης των φουσσάτων,παιδευτικός=έμπειρος
αφότου εξέβη ο πρίγκιπας κ᾿ εμίσσεψεν απ᾿ αύτον,
6530εσκόπησεν, ελόγιασεν ότι αφότου ο βασιλέας
απέστειλεν εις τον Μορέαν φουσσάτα εδικά του
να μάχωνται τον πρίγκιπα που ένι συμπέθερός του,
του πρίγκιπα κάμει ήθελεν χρεία να είχεν συμμαχίαν
από φουσσάτα και λαόν τον τόπον του φυλάξει.
6535Εν τούτω ορίζει κ᾿ έκραξαν έναν του καβαλλάρην,
όπου ήτον παιδευτικός στρατιώτης, εις τας μάχας·
μισίρ Γγαλεράν τον έλεγαν, ντε Βρή είχε το επίκλη.Galeran d'Ivry
Λέγει του· «Θέλω να απελθής εκείσε εις τον Μορέαν
εις συμμαχίαν του πρίγκιπος, όπου έν᾿ συμπέθερός μου,
6540με ρογατόρους εκατόν απάνω εις τα φαρία τουςφαρία=πολεμικά άλογα
και διακοσίους ομοίως πεζούς όλοι εκλεκτοί κ᾿ εκείνοι,
να είναι οι εκατον τζαγράτοροι κ᾿ οι άλλοι σκουταράτοι.σκουταράτος=φέρων ασπίδα (βαθμοφόρος)
Κι ορίζω να είναι εξαμηναίον όλοι τους πληρωμένοι,τζαγρατόροι=φέροντες βαλλίστρα
να είσαι εσύ απάνω τους μπάϊλος και καπετάνος·
6545κ᾿ οικονομήσου παρευτύς κ᾿ υπάγαινε σπουδαίως.σπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
Τα πλευτικά είναι έτοιμα εκείσε εις το Βροντήσι,Βροντήσι=> Μπρίντεζι
και σέβα εις ταύτα, υπάγαινε σπουδαίως εις τον Μορέαν,
εις συμμαχίαν του πρίγκιπος, πολλά με τον χαιρέτα,
κ᾿ ειπές του από το μέρος μου, αν χρήζη πλέον φουσσάτα,
6550ας έχω είδησιν μικρήν κ᾿ ευθέως να του αποστείλω».
Ο καβαλλάρης παρευτύς, ως φρόνιμος όπου ήτον,
οικονομήθη έτοιμα, ως το ώριζεν ο ρήγας.
Εξέβη απ᾿ την Ανάπολιν, ήλθεν εις το Βροντήσι·Ανάπολη=>Νάπολι
εκεί ηύρεν τα πλευτικά έτοιμα εσέβη εις αύτα απέσω,πλευτικά=καράβια
6555κ᾿ εις την Κλαρέντσαν έσωσεν απέσω εις τρεις ημέρες.
Ο πρίγκιπας ευρέθηκεν ετότε εις το Βληζήρι.
Μισίρ Γγαλεράν του απέστειλεν μαντατοφόρους έξι·Galeran d'Ivry
σιργέντες ήσαν τέσσαροι κ᾿ οι δύο ήσαν καβαλλάροι,σιργέντης=υπαξιωματικός, ακόλουθος
κ᾿ εμήνα του λεπτομερώς το πώς ήλθεν ᾿κ την Πούλιαν
6560με του ρηγός τον ορισμόν, με το φουσσάτο όπου έχει
εις συμμαχίαν του πρίγκιπος να ποιήση τον ορισμόν του.
Κι όταν έμαθε ο πρίγκιπας το έλθημον του μπάϊλου
εκείνου του μισίρ Γκαλερά, όπου ήλθε από τον ρήγαν
και ήφερεν και μετ᾿ αυτού το έκλαμπρον φουσσάτο,
6565καβαλλαρίους γαρ και πεζούς, καθώς σε το αφηγούμαι,
πολλά του εφάνη ονόστιμον, εχάρην το μεγάλως·
και διά να ποιήση γαρ τιμήν του μπάϊλου διά τον ρήγαν,
ευθέως εκαβαλλίκεψεν με τον λαόν όπου είχεν,
κι απήλθε ολόρθα προς αυτόν εκείσε εις την Κλαρέντζα.
6570Και πάλι ο μισίρ Γγαλεράνς, ως φρόνιμος όπου ήτον,
το ακούσει και μάθει ότι έρχετον ο πρίγκιπας προς αύτον,
ευθέως εκαβαλλίκεψε μετά την συντροφίαν του,
αρματωμένοι εις τα άλογα, πεζοί και καβαλλάροι,
και ήλθαν εις συναπαντήν του πρίγκιπος Γυλιάμου
6575στον ποταμόν του Ηλειακού, στην Κρίβησκαν το λέγουν.Κρίβησκα=> κοντά στη Γαστούνη
Εκεί εσυναπαντήθησαν εχάρησαν αλλήλως·
εκείνος ο μισίρ Γγαλεράνς τον πρίγκιπα εχαιρέτα
εκ το ιμοιράδι του ρηγός και είπεν προς εκείνον·ιμοιράδιν=εκ μέρους
«Ο ρήγας με έστειλεν εδώ, πολλά σε χαιρετίζει,
6580ετούτον όλον τον λαόν μετά με σε αποστέλνει
εις συμμαχίαν του τόπου σου, βοήθειαν διά την μάχην
όπου έχεις με τον βασιλέαν αυτόνων των Ρωμαίων.
Και πάλι αν χρήζης πλεότερον, μήνα του να σε στείλη».
Κι ο πρίγκιπας ως φρόνιμος ευχαριστά τον ρήγαν,
6585στην συμμαχίαν, την έστειλεν, ομοίως και βοήθειαν.
Αφότου γαρ απέσωσαν κ᾿ οι δύο εις την Κλαρέντζαν,
ώρισεν ο πρίγκιπας άλογα να έχουν εύρει,
τα λέγουσιν παρίππια, να δώσουν των ρογατόρωνπαρίππια=άλογα για φορτία (μουλάρια;)
προς ένα γαρ του καθενός διά να τους αναπεύουν,
6590του να βαστούν τα ρούχα τους και τες αρματωσίες τους.
Κι αφότου οικονόμησεν ο πρίγκιπας τους Φράγκους,
όπου ήλθαν εις βοήθειαν του, τους έστειλεν ο ρήγας,
βουλήν απήρεν μ᾿ εκεινούς όπου ήσαν της βουλής του,
το ποίαν οδόν να πιάσουσιν κι εις ποίον μέρος να απέλθουν
6595εις τους εχτρούς όπου έχουσιν, το γένος των Ρωμαίων.
Κι αφών επήραν την βουλήν, εμίσσεψαν ενταύτα
στο παρεπόταμον του Αλφέως, εκείσε απεσώσαν·
τα λέγουσιν στην Ίσοβαν· ήλθαν οι κιβιτάνοικιβιτάνος=φρούραρχος (chevetain)
με τον λαόν όπου είχασιν, ομοίως κ᾿ οι φλαμουριάροι·φλαμουριάριος=βαθμοφόρος
6600διά μήνες δύο ωρίστησαν να έχουν το ψωμί τους,
κ᾿ εκεί βουλήν απήρασιν το πού να φουσσατέψουν.
§ 462 Εν τούτω εσυμβουλεύτησαν να απέλθουν εις το Νίκλι,
εις τέτοιον νούν γαρ και σκοπόν διατό ένι απλής ο τόποςαπλής=ευρύχωρος (με άπλα)
διά να έχουν τα φουσσάτα τους ανάπαψιν κι αππλίκηναππλίκι=κατάλυμα
6605και να πλησιάσουν των Ρωμαίων εις τα φουσσάτα όπου έχουν,
πολλάκις να ηθελήσουσιν να έχουν φουσσατέψει·πολλάκις [εδώ]=μη τυχόν
κ᾿ ει μεν ελθούν εις όρεξιν του να έχουσιν μαδίσει,μαδίζω=μάχομαι, κτυπώ
ο πρίγκιπας ελόγιαζεν εις τα φουσσάτα όπου έχει,
κ᾿ εις την ελπίδα του Θεού βοήθειαν να του δώση,
6610απάνω γαρ εις τους Ρωμαίους το νίκος να το επάρη.
Κ᾿ ει μεν ευδόκησε ο Χριστός να του έδωκεν το νίκος,
πολλά ελαφρά να εκέρδισε όλον το πριγκιπάτο.
§ 463 Ενταύτα εκαβαλλίκεψαν, εχώρισαν τα αλλάγια,
εξέβησαν κ᾿ την Ίσοβαν, εσώσαν την εσπέρανΊσοβα=>Τρυπητή Ανδρίτσαινας
6615εκείσε στην Καρύταινα, εις το λαμπρόν το κάστρον.
Ο αφέντης της Καρύταινας ως έμαθεν ενταύτα
ότι έρχετον ο πρίγκιπας με τα φουσσάτα όπου είχεν,
εκεί εκ το παρεπόταμον ανέβαινεν προς αύτον.
Ευθέως εκαβαλλίκεψεν μετά τους εδικούς του
6620και ήλθεν εις συναπαντήν του πρίγκιπα Μορέως.
Και πάλε από την Άκοβαν ήλθε ο μισίρ Γατιέρης,Γκωτιέ ντε Ροζιέρ (Gauthier de Rosières)
ο αφέντης του κάστρου εκεινού, με τα φουσσάτα όπου είχεν·
εκείσε εις την Καρύταιναν ενώθησαν αλλήλως·
εγνώμιασαν του καθενός το τι φουσσάτα είχεν,
6625και ηύρασιν ότι είχασιν οι δύο εκείνοι φλαμουριάροι,φλαμουριάριος=βαθμοφόρος
ο αφέντης της Καρύταινας κ᾿ εκείνος της Ακόβου,
ανθρώπους εις τα άλογα, καλά εκατόν πενήντα,
όπου ήσαν όλοι εκλεκτοί, στρατιώτες παιδεμένοι·
διακοσίους είχασιν πεζούς, όλους αρματωμένους.
§ 464 6630Κι αφότου εκατουνέψασιν στον κάμπον της Καρυταίνου
εκεί εις το παρεπόταμον, στα πανώραια λιβάδια,
ώρισεν γαρ ο πρίγκιπας, κράζουν τους κεφαλάδες,
τον αφέντην της Καρύταινας κ᾿ εκείνον της Ακόβου
ωσαύτως και τους έτερους, τους πρώτους του φουσσάτου.
6635Βουλήν εζήτησε ολονών το που τον συμβουλεύουν
να απέλθουν τα φουσσάτα του απάνω εις τους εχτρούς του.
Ενταύτα πρώτο ελάλησεν ο αφέντης της Καρυταίνου,
και δεύτερον από αυτού ο αφέντης της Ακόβου,
και είπαν κ᾿ εσυμβούλεψαν να απέλθουν εις το Νίκλι
6640ούτως καθώς το είχασιν συμβουλευτή εις το πρώτον.
Ο αφέντης της Καρύταινας λέγει των κεφαλάδων·
ότι έξευρεν κ᾿ εγνώριζεν την κεφαλήν εκείνην,
όπου είχεν γαρ ο βασιλέας απάνω εις τον λαόν του,
ότι ήτον αλαζονικός κ᾿ είχεν μεγάλην δόξαν
6645κ᾿ έπαρσιν στα φουσσάτα του, τα είχεν μετ᾿ εκείνον·
«Πολλά γουργό να ορεχτή να ελθή να πολεμήση
όπου να τον ζητήσωμεν, εις κάμπον ή εις βουνία.
Κι αν δώση ο Θεός και το ριζικόν, και προθυμήση εις τούτο,
να πολεμήσωμε ενομού και λάβωμεν το νίκος,
6650επαίρνομε όλον τον Μορέαν εκ των Ρωμαίων τας χείρας».
§ 465 Ενταύτα εδιορθώσασιν, εχώρισαν τα αλλάγια,αλλάγι=στρατ. μονάδα
ωρθώσαν τα φουσσάτα τους, πρώτα τους κουρσατόρους,
εσέβησαν στον Γαρδαλεβόν, την Τσακωνίαν κουρσεύουν,
διατί ήσαν ροβολέψοντα μετά τον βασιλέα·ροβολεύω=επαναστατώ
6655κούρσον μεγάλον έποικαν, αριφνισμόν ουκ είχεν.
Ημέρες πέντε εκούρσευαν εκείνα τα φουσσάτα,
και μετά ταύτα εστράφησαν εκείσε εις το Νίκλι.
§ 466 Κ᾿ η κεφαλή του βασιλέως με τα φουσσάτα όπου είχεν
ήτον στην Λακοδαιμονίαν, ποτέ απ᾿ εκεί ουκ εξέβη.
6660Κι αν με ερωτήση οκάποιος, διά τι τρόπον το εποίκεν;
εγώ του αποκρένομαι· διατί ορισμόν το είχεν,
τον ώρισεν ο βασιλέας ατός του ο κυρ Μιχάλης,
αφότου εγίνη ο πόλεμος εκείνος της Πρινίτσας,
ποτέ Ρωμαίοι μη εσμίξουσιν εις κάμπον να πολεμήσουν
6665με Φράγκους γαρ εις τον Μορέαν, διά τρόπον τι του κόσμου·
κι απέκει του Μακρυπλαγίου ο δεύτερος εκείνος.
Το ώμοσεν ο βασιλεύς κι ούτως το επροφωνέθη·
εις του Μορέως την περιοχήν, εις κάμπον, με κοντάρια,
ποτέ Ρωμαίοι μη εσμίξουσιν με Φράγκους να πολεμήσουν,
6670επεί αφότου εκέρδισαν τριακόσιοι μόνοι Φράγκοι
τον αδελφόν του βασιλέως, όπου είχε έξι χιλιάδες
λαόν απάνω εις τα άλογα άνευ τα πεζικά του.
Αν ηύραν άλλοι πλειότεροι Φράγκοι Ρωμαίους εις τον κάμπον,
ποτέ του πλείον ο βασιλέας ουκ είχεν τον Μορέαν.
6675Εις το βουνίν τους ώρισεν να στήκουν οι Ρωμαίοι,
τον τόπον να φυλάσσουσιν όλοι με τα δοξάρια·
κι όταν εύρουσιν τον καιρόν, με μηχανίαν, με τρόπον,
και έχουν την προτίμησιν, να πολεμούν τους Φράγκους.
§ 467 Κι αφότου άκουσε ο πρίγκιπας τον ορισμόν εκείνον,
6680κράζει τους κεφαλάδες του διά να τον συμβουλέψουν.
Κ᾿ οι μεν απ᾿ αύτους είπασιν, τέτοιαν βουλήν του εδώκαν·
να επάρη τα φουσσάτα του, να απέλθη ολόρθα εκείσε,
όπου ήτον του βασιλέως η κεφαλή, στην Λακκοδαιμονίαν,
να πολεμήση μετ᾿ αυτόν, να τον καταδικάση.
6685Οι δε άλλοι οι φρονιμώτεροι όπου εξεύραν τον τρόπον,
ουδέν το εστεργήθησαν να το ποιήσουν ούτως,
λέγας· ότι το διάστημα όπου ένι από το ΝίκλιΝίκλι=>Τεγέα
μέχρι εις την Λακκοδαιμονίαν ένι δασώδης τόπος,
βουνία και στενολάγγαδα, όπερ βολή δοξώτωνβολή δοξώτων=καλή θέση για τοξότες
6690να στήκουν και δοξεύουσιν εμάς και τ᾿ άλογά μας,
κ᾿ ημείς να μη δυνώμεθεν εβλάψωμεν εκείνους.
§ 468 Ενταύτα κράζει ο πρίγκιπας μισίρ Γγαλεράν εκείνον,Galeran d'Ivry
τον αφέντην της Καρύταινας κ᾿ εκείνον της Ακόβου,
ωσαύτως και τους έτερους όλους τους κεφαλάδες·
6695βουλήν εζήτησε να ειπούν το πώς να έχουν πράξει.
Εν τούτω είπασιν τινές να στήκουν εις το Νίκλι,
να κατακλείσουν τους Ρωμαίους στου Μηζηθρά τα μέρη
να μη έχουν πόθεν εξεβή, τους τόπους να ζημιώνουν·
και να κρατούν τα διάβατα, τον τόπον να φυλάττουν,διάβατα=περάσματα
6700να μη περάση η κεφαλή του βασιλέως εκείνη,
να ποιήση τίποτε ζημίαν εις των Σκορτών τα μέρη,Σκορτά=> ορεινή δυτ. Αρκαδία
ούτε στο Άργος αλλά δή, ούτε στην Μεσαρέαν·
επεί αν μισσέψουν απ᾿ εκεί κι αφήσουσιν τον τόπον
απόσκεπον κι αφύλαχτον, θέλουν έλθει οι Ρωμαίοιαπόσκεπος=αφύλακτος
6705και δράμει και κουρσεύοντα τους τόπους ερημώσουν.
§ 469 Στο τέλος γαρ ο πρίγκιπας κ᾿ οι φρονιμώτεροί τους
ουδέ το εσυμβιβάστησαν ούτως να το ποιήσουν,
λέγας διά τον μισίρ Γγαλεράν και διά τους ρογατόρους,Galeran d'Ivry
διατί ουκ ηυρίσκασιν τροφήν δι᾿ αυτούς και τα άλογά τους,ρογατόρος=μισθοφόρος
6710να ευρίσκουν, να αγοράζουσιν, ως το έχουν τα φουσσάτα.
§ 470 Εν τούτω ορίζει ο πρίγκιπας το Νίκλι να σωταρχίσουνσωταρχίζω=εφοδιάζω
από όλα γαρ τα πράγματα όπου είχεν χρεία το κάστρον·
τον μισίρ Ντζα ντε Νιβηλέτ άφηκεν κιβιτάνονΖαν ντε Νιβελέ (Jean de Nivelet)
με εκατόν απάνω εις τα άλογα να στήκουσιν μετ᾿ αύτον
6715και τζαγρατόρους εκατον κ᾿ εκατον σκουταράτους,σκουταράτος=φέρων ασπίδα (βαθμοφόρος)
δοξαρατόρους τριακοσίους να στήκουσιν με εκείνοντζαγρατόροι=φέροντες βαλλίστρα
του να διατρέχουν του Νικλίου τα μέρη και τους κάμπους,
και μέχρι εις την Βελίγοστην και του Χελμού τα μέρη,
να μη περάση εκ τους Ρωμαίους διά κούρσον ή διά μάχην,κούρσο=επιδρομή, λεηλασία
6720διά να ποιήσουσιν ζημίαν εις των Φραγκών τους τόπους.
Κι αφότου απεκατέστησεν ο πρίγκιπας Γυλιάμος
την γαρνιζούν και φύλαξιν του μέρους του Αμυκλίου,Αμύκλι=>Νικλί (Τεγέα)
επήρεν τα φουσσάτα του κ᾿ εις την Καρύταινα ήλθεν
κι απέκει απηλογίασεν όλα του τα φουσσάτα.
6725Εδιάβησαν οι Καλαματιανοί κ᾿ εκείνοι γαρ του Άργου,
ο αφέντης γαρ της Μεσαρέας, εκείνος του Ακόβου,
ωσαύτως δε και οι Σκορτινοί, πεζοί και καβαλλάροι·
ο αφέντης της Καρύταινας μετά την φαμελίαν του
εδιάβη με τον πρίγκιπα ομού μετά τον μπάϊλον,
6730εκείνον τον μισίρ Γγαλεράν όπου ήτον διά τον ρήγαν·Galeran d'Ivry
εις τον Μορέαν εδιέβησαν ολόρθα εις την Κλαρέντσαν.
Κι αφότου αποσώσασιν κ᾿ επιάσασιν κατούνες,
§ 471 ώρισεν γαρ ο πρίγκιπας, κράζουν τον λογοθέτην,λογοθέτης=υπουργος (οικονομικών)
εκείνον τον μισίρ Λινάρτ όπου ήτον εκ την Πούλιαν,
6735τον αφέντην της Καρύταινας και λέγει προς εκείνους·
«Είδατε σπλάγχνος και τιμήν, την μ᾿ έποικεν ο ρήγας
κ᾿ έστειλε τον μισίρ Γγαλεράν μετά του ρογατόρουρογατόρος=μισθοφόρος
εις συμμαχίαν, βοήθειαν όλου του πριγκιπάτου.
Εν τούτω λέγω προς εσάς· Δότε με την βουλήν σας
6740το τι τιμήν κ᾿ ευεργεσίαν να ποιήσωμεν προς αύτον,
επεί είδατε οφθαλμοφανώς ότι διά τον λαόν αυτούνον
εδιάβημαν γυρεύοντα του να έχωμεν μαδίσει
με τον λαόν του βασιλέως και με την κεφαλήν του».
§ 472 Κι αφότου εσυμβουλεύτηκεν ο πρίγκιπα Γυλιάμος
6745το τι τιμήν κ᾿ ευεργεσίαν να ποιήση προς εκείνον
(διά την τιμήν γαρ του ρηγός ελόγιασέ το πλείον),
εν τούτω κράζει προς αυτόν μισίρ Γγαλεράν εκείνον
και λέγει του προφαντικά ενώπιον πάντων όλων·
«Εσέν απέστειλεν εδώ ο αφέντης μου ο ρήγας
6750με τον λαόν όπου ήφερες διά συμμαχίαν του τόπου·
το όποιον πράγμα εδέχτηκα εις δόξαν μου μεγάλην,
᾿ς ευεργεσίαν, βοήθειαν εμέν και του λαού μου.
Εν τούτω θέλω φίλε μου, αξιοπαρακαλώ σε,
δι᾿ ανταμοιβήν γαρ της τιμής, την με έποικεν ο ρήγας,
6755να παραλάβης από εμέν τ᾿ οφφίκιον του μπαλιάτου,
να είσαι μπάϊλος κύβερνος όλου του πριγκιπάτουοφφίκιον=αξίωμα
εκ μέρους πρώτον του ρηγός και δεύτερον από εμέναν,
να κυβερνάς τον τόπον μας ολού του πριγκιπάτου
εις αύξησίν τε και τιμήν εμάς κ᾿ εσέν ομοίως».
6760Ακούσων ταύτα ο μισίρ Γγαλεράνς ήθελεν προς τον νούν του
να ποιήση προς τον πρίγκιπα απόκρισιν ετέτοιαν,
το πώς γαρ ουκ εδύνετον ετούτο να ποιήση,
σκοπώντα, λογιζόμενος διά να στραφή εις την Πούλιαν.Πούλια=>Απουλία Ιταλίας
Και πάλε εσκόπησε μικρόν και είπεν προς τον νούν του·
6765ότι αφότου ο πρίγκιπας τον βάνει διά τον ρήγαν,
διά μπάϊλον εις τον τόπον του, τιμή του ένι μεγάλη,
και λέγει προς τον πρίγκιπα. «Στον ορισμόν σου, αφέντη,
να ποιήσω όσον με λαλείς στην δύναμίν μου όλην».
§ 473 Ενταύτα ευθέως ο πρίγκιπας επαίρνει το χερόρτι,χερόρτι=γάντι
6770τον μισίρ Γγαλεράν ερρεβέστισε διά μπάιλον του πριγκιπάτου,Galeran d'Ivry
και ήτον μπάϊλος στην ζωήν του πρίγκιπα Γυλιάμου.
§ 474 Εν τούτω παύομαι εδώ ετούτο όπου αφηγούμαι
και θέλω να σας έχω ειπεί περί του ρόϊ Κάρλου.
τον πόλεμον τον έποικεν μετά τον Κουραδίνον,Κονραδίνος-εγγονός Φρειδερίκου Β’
6775τον ανηψίον, σε λαλώ, βασιλέως ΦερδερίγουΦρειδερίκος Β’ - Γερμανίας
ομοίως και εξάδελφος του ρόϊ Μαφρέ εκείνου.Μανφρέδος της Σικελίας (γιος Φρειδερίκου Β’)
§ 475 Αφότου γαρ εκέρδισεν ο μέγας ρόΐ ΚάρλοςΚάρολος A’ ο Ανδεγαυός (Charles d'Anjou)
της Πούλιας και της Σικελίας εκείνα τα ρηγάτα,
κ᾿ εσκότωσεν στον πόλεμον τον ρόϊ Μαφρόϊ εκείνον,
6780εκράτει τα ρηγάτα του με ανάπαψιν κ᾿ ειρήνην.
ΠΟΛΕΜΟΣ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΚΑΡΟΛΟΥ και ΚΟΝΡΑΔΙΝΟΥ
Οκάποιος μέγας ευγενής από την Αλαμάνιαν,
τον ωνομάζαν Κουραδήν, ενώ ήτον ανεψίοςΚονραδίνος-εγγονός Φρειδερίκου Β’
του Φρεδερίγου βασιλέως κ᾿ εξάδελφος ομοίως
εκείνου γαρ του ρόϊ Μαφρέ όπου σας αφηγούμαι,
6785ως ήκουσεν και έμαθεν και επληροφορέθη
το πώς ο ρήγας Κάρουλος με τα φουσσάτα όπου είχενΚάρολος A’ ο Ανδεγαυός (Charles d'Anjou)
εις κάμπον επολέμησε με τον εξάδελφόν του,
τον ρόϊ Μαφρέ ενίκησεν, την αφεντίαν απήρεν,
ωρέχτη κι αναγκάστηκεν από τους εδικούς του
6790να φουσσατέψη να ελθή εκείσε εις την Πούλιαν,
να πολεμήση ενομού μετά τον ρόϊ Κάρλον·
πολλάκις να του δώση ο Θεός, αν λάχη να εκδικήσηπολλάκις [εδώ]=μη τυχόν
εκείνον γαρ τον ρόϊ Μαφρέ όπου ήτο εξάδελφός του.
Ενταύτα επεριεπάτησεν όλην την Αλαμάνιαν,
6795όλους επαρακάλεσε τους αρχηγούς κι αφέντες,
οίτινες αφεντεύασι τότε την Αλαμάνιαν,
να του βοηθήσουν και να ελθούν μετ᾿ αύτον εις την Πούλιαν,
να πολεμήσουν ενομού μετά τον ρόϊ Κάρλον,
να εκδικήσουσιν ομού τον ρόϊ Μαφρόϊ εκείνον.
6800Όλοι γαρ του επισχήθησαν να του έχουσιν βοηθήσει·
άλλοι λαόν του εδώκασιν, άλλοι μετ᾿ αύτον ήλθαν.
Εσώρεψεν πολύν λαόν, πεζούς και καβαλλάριους,
εξέβη από τον τόπον του εκεί εκ την Αλαμάνιαν
και ήλθεν εις την Λουμπαρδίαν που ηύρε τους Γυμπελίνους,
6805τους τύραννες της Εκκλησίας όπου είναι εχτροί του Πάπα,
όλους επαρακάλεσεν και ήλθασιν μετ᾿ αύτον,
με προθυμίαν και όρεξιν μετ᾿ αύτον να αποθάνουν.
Τους Αλαμάνους είχασιν κάλλιον παρά τους ΦράγκουςΑλαμάνοι [εδώ]=Γερμανοί μισθοφόροι
τόσα φουσσάτα εσώρεψεν, αριφνισμόν ουκ είχαν.
6810Κι αφότου εσυνάχτησαν όλα του τα φουσσάτα,
εχώρισεν τα αλλάγια του, χώρια τα πεζικά του,
εξέβη από την Λουμπαρδίαν και ήλθεν εις την Πούλιαν.
Ενταύτα παύομαι απ᾿ εδώ να γράφω και να λέγω
περί του Αλαμάνου εκεινού, του εξάκουστου στρατιώτου,
6815του Κουραδίνου, σε λαλώ, όπου ήτον ανεψίοςΚονραδίνος-εγγονός Φρειδερίκου Β’
του Φρεδερίγου βασιλέως, του εχτρού της Εκκλησίας,
και θέλω πάλε να στραφώ και να σας αφηγήσω
την πράξιν όπου έποικεν ο μέγας ρόϊ Κάρλος,
όταν ήκουσεν κ᾿ έμαθεν εκείνα τα μαντάτα
6820ότι έρχετον ο Κουραδής διά να τον πολεμήση.
Ως ήκουσεν ο εξάκουστος ο μέγας ρόϊ ΚάρλοςΚάρολος A’ ο Ανδεγαυός (Charles d'Anjou)
το πώς επεριεσώρευεν ο Κουραδής εκείνος
φουσσάτα, να έλθη απάνω του διά να τον πολεμήση·
ως ήτον γαρ παφρόνιμος στρατιώτης, εις τα πάντα,
6825ουδέν εγίνη άμελος να τον καταφρονήση.
Γοργόν σπουδαίως απέστειλεν εκεί εις τον αδελφόν του,σπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
όπου ήτον ρήγας της Φραγκίας διά να του έχη βοηθήσει
φουσσάτα από τον τόπον του, παιδευτικούς στρατιώτες,
να του βοηθήσουν εις την χρείαν της μάχης όπου είχεν.
6830Κι ο ρήγας, ως το ήκουσε, κράζει τον αδελφόν του,
τον κόντον ντε Αρτόϊ, λέγει τον εκείνα τα μαντάταLe Comte d’ Artois
και ώρισέν τον παρευτύς να επάρη δύο χιλιάδες
καβαλλαρίους εις τα άλογα εκ το άνθος της Φραγκίας,
να απέλθη εις την συμμαχίαν εκεινού του αδελφού τους,
6835του ρόϊ Κάρλου του εξάκουστου εκείσε εις την Πούλιαν.
Μετά ταύτα απέστειλεν εκείνος ο ρόϊ Κάρλος
εκείσε εις τον τόπον του ενώ ήτον η Προβέντσα
εξήντα κάτεργα ήλθασιν, καράβια και ταρίδες,
όπου εβασταίναν τον λαόν ομοίως και τα άλογά τους,
6840την σωταρχίαν και την τροφήν εκείνου του φουσσάτου.σωταρχία=εφόδια
Απαύτου πάλε ο αγιώτατος ο Πάπας γαρ της Ρώμης,
ως ήκουσεν και έμαθεν εκείνα τα μαντάτα,
ότι έρχετον ο Κουραδής με πλήθος γαρ φουσσάτων
απάνω εις της Εκκλησίας τους τόπους και τες χώρες,
6845τον ρήγαν Κάρλον έκραξε και λέγει του· «Υιέ μου,
αφότου γαρ εμάθαμεν κ᾿ εξεύρομε εις αλήθειαν
ότι έρχεται ο Κουραδής στην Εκκλησίαν απάνω,
εγώ σε δίδω εξουσίαν να επάρης ᾿κ το λογάρινλογάρι=χρήμα
του αγίου Πέτρου του Απόστολου της Εκκλησίας της Ρώμης
6850όσον κελεύεις κι ορέγεσαι, όλο έν᾿ στο θέλημά σου·
και ρόγεψε φουσσάτα σου όσα ημπορείς να εύρηςρογεύω=στρατολογώ (μισθοφόρους)
και φύλαξον της Εκκλησίας τα δίκαια και τον τόπον».
Κι ο ρήγας, ως παμφρόνιμος, ευχαριστά τον Πάπαν·
χαμαί τον επροσκύνησε κι ο Πάπας του ευχήθη.
6855Και μετά ταύτα ο αγιώτατος ο Πάπας γαρ της Ρώμης
ώρισεν και εγράψασιν εις όλα τα ρηγάτα,
απόστειλε γαρδιναρίους και αρχιερείς, ωσαύτωςγαρδινάριος=καρδινάλιος
ευχήν και παρακάλεσιν, να του έχουσιν βοηθήσει
όλοι, φουσσάτα και λαόν να του έχουν αποστείλει,
6860εις του ρηγός του Κάρλου τε την συντροφίαν να έλθουν,
όστις βαστά το φλάμουρον, της Εκκλησίας το σκήπτρον·φλάμουρο=σημαία
να του βοηθήσουν ενομού του να έχουσι φυλάξει
τους τόπους και τα δίκαια της Εκκλησίας Ρώμης.
Ευχήν, συμπάθειον να έχουσιν απέ όσα αμαρτέψαν
6865αφότου εγεννήθησαν κ᾿ εκείνην την ημέραν,
ώσπερ γαρ να απήλθασιν εις του Χριστού τον τάφον
να επολεμήσαν τους εχτρούς, το γένος των βαρβάρων.
Όλοι του αποστείλασιν από όλα τα ρηγάτα
φουσσάτα πλείστα και καλά, πεζούς κ᾿ εις τα άλογά του.
6870Ο ρήγας πάλε απόστειλεν, αυτός ο μέγας Κάρλος,
στο πριγκιπάτο του Μορέως, στον πρίγκιπα Γυλιάμον,
παρακαλώντα φιλικώς να έλθη να του βοηθήση
με τον λαόν του τόπου του, με τα φουσσάτα όπου είχεν.
Κ᾿ ως το ήκουσεν ο πρίγκιπας, εθλίβην το μαντάτο,
6875διατό εφοβήθην δυνατά ως διά τον Κουραδίνον,
διατό άκουσεν την δύναμιν ότι είχεν πολλά φουσσάτα·
πολλάκις κ᾿ έλθη από αμαρτίας και έλθη αυτού το νίκος,πολλάκις [εδώ]=μη τυχόν
και χάση ο ρήγας Κάρουλος την αφεντίαν της Πούλιας.
Ο Γ. ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΣΥΜΜΕΤΕΧΕΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟΝ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΝΡΑΔΙΝΟΥ
Όμως, το ακούσει ο πρίγκιπας εκείνο το μαντάτο,
6880απέστειλε εις του βασιλέως την κεφαλήν όπου είχεν
εκείσε γαρ εις τον Μορέαν, όπου ήτον γαρ δικαίος του.
Τρέβαν εποίησε μετ᾿ αυτόν, αγάπην διά έναν χρόνοντρέβα=ανακωχή
διά να ενεμείνη ο τόπος του ᾿ς ανάπαψιν κ᾿ ειρήνην.
Μετά ταύτα γαρ εδιόρθωσε να επάρη μετ᾿ εκείνον
6885τους πρώτους και καλλιώτερους, το άνθος του Μορέως.
Εν πρώτοις απήρεν μετ᾿ αυτόν τον αφέντην της Καρυταίνου·
ομοίως επήρε μετ᾿ αυτόν τον αφέντην της Ακόβου,
τον μέγαν τον κοντόσταυλον τον Τσιαντερούν εκείνον,Ιωάννης ντε Σωντερόν (Jean Chauderon)
τον μισέρ Ντζεφρέ ντε Ντουρνά κι άλλους καβαλλαρίους,
6890εις αριθμόν τετρακοσίων απάνω εις τα φαριά τους.
Ουδέν εποίκαν άργηταν· από το Δεσποτάτο
επέρασαν κ᾿ εδιάβησαν ολόρθα στο Βροντήσι·Βροντήσι=> Μπρίντεζι
όσα άλογα του ελείπασιν ηύρηκαν κι αγοράσαν·
κ᾿ ενταύτα εκαβαλλίκεψαν κι ωδήγεψαν τοσούτως,
6895στο Μπονιβάντ απέσωσεν, εκεί ηύρεν τον ρήγαν.Μπονιβάντ=>Μπενεβέντο (Ιταλίας)
Κι ο ρήγας, ως το ήκουσεν κι ως το επληροφορέθη,
ότι έρχετον ο πρίγκιπας, εξέβη εις απαντήν του·
γλυκέα τον εχαιρέτησεν, ασπάστησαν αλλήλως,
από το χέρι τον κρατεί τον πρίγκιπαν ο ρήγας.
6900Το ιδεί τον έμορφον λαόν όπου ήφερεν μετ᾿ αύτον,
πολλά τον ευχαρίστησεν κ᾿ εχάρησαν αλλήλως.
Ενταύτα τον εσύντυχεν κ᾿ επληροφόρεσέ τον,
το πώς ήλθεν ο Κουραδής κ᾿ εσέβην εις την ΠούλιανΠούλια=>Απουλία Ιταλίας
με δύναμιν πολλού λαού όπου είχεν μετ᾿ εκείνον.
§ 476 6905Κατερωτώντα έρχετον, γυρεύοντα τον ρήγαν,
και τόσα τον εγύρεψεν, επλήσιασεν μετ᾿ αύτον.
Κι αφότου επλησιάσασιν τα δύο φουσσάτα εκείνα,
ο πρίγκιπας (όπου έξευρεν της Ρωμανίας την μάχην,
τες μηχανίες και πονηρίες όπου έχουν οι Ρωμαίοι
6910κ᾿ οι Τούρκοι, που τους έμαθαν να εξεύρουσιν της μάχης),
κράζει μετ᾿ αύτον εκεινούς όπου ήθελεν κι αγάπα·
όλοι εκαβαλλίκεψαν, μετ᾿ αυτόν υπαγαίνουν,
ωδήγεψαν κ᾿ εδιέβησαν άνω εις βουνίν απάνω
διά να εγνωμιάσουν και να ιδούν και να κατασκοπήσουνκατασκοπώ=μελετώ
6915του Κουραδίνου τον λαόν και τι φουσσάτα είχεν.
Κι αφότου τους εγνώμιασεν, μεγάλως το θαυμάστη·
και κράζει τους καβαλλαρίους όπου ήσαν μετ᾿ εκείνον
και λέγει τους· «Συντρόφοι μου, ελάτε εδώ να ιδήτε·
φουσσάτα εβλέπω φοβερά, πλείστα και αντρειωμένα·
6920εγώ εγνωμιάζω, να έχουσιν διπλά παρά τον ρήγαν».
§ 477 Ενταύτα απήρε, εστράφηκεν οπίσω εις το φουσσάτο,
κι αφότου αποσώσασιν, ο πρίγκιπα Γυλιάμος
κράζει τον ρήγαν μοναξά και λέγει προς εκείνον·
«Έξευρε, αφέντε μου καλέ, εγώ πληροφορώ σε
6925ότι εγώ απέρχομαι όπου είδα τα φουσσάτα,
την δύναμιν και τον λαόν όπου έχει ο Κουραδίνος,
διά να εγνωμιάσω και να ιδώ το τι φουσσάτα έχει.
Ουδέν απήγα μοναξός να με κατηγορήσης·
στρατιώτες είχα μετ᾿ εμέν, ανθρώπους παιδεμένους.
6930Κι ως είδαμε εις πληροφορίαν, καθώς το εγνωμιάσαν,
λογίζω να έχη ο Κουραδής εις τα φουσσάτα όπου είδον
διπλά φουσσάτα παρά εμάς· λαός λαμπρός μού εφάνη.
Εν τούτω λέγω, αφέντη μου κ᾿ εσέν ουδέν λανθάνει,
ότι οι Αλαμάνοι ευρίσκονται σήμερον εις τον κόσμον
6935ένας λαός ακέφαλος, όλοι θεληματάροι·θεληματάροι=πεισματάρηδες
κι όταν ελθούν εις πόλεμον διά να έχουν πολεμήσει,
καμμίαν ορμήν ουκ έχουσιν, πράξιν καλών στρατιώτων·
ούτως έρχονται εις πόλεμον ωσάν παραπαρμένοι.
Λοιπόν, λέγω σε, αφέντη μου, αν θέλη η βασιλεία σου
6940μηδέν τους πολεμήσωμεν ως πολεμούν οι Φράγκοι
και χάσωμεν τον πόλεμον, ότι πλειότεροί μας είναι·
αλλά ας τους πολεμήσωμεν με μηχανίαν και φρόνα
ως πολεμούν εις Ρωμανίαν οι Τούρκοι κ᾿ οι Ρωμαίοι.Ρωμανία=δυτική Βυζαντινή επικράτεια
Κ᾿ ει μεν το ποιήσομε ως λαλώ, εγώ εις Θεόν ελπίζω,
6945και εις το δίκαιον που έχομεν, να μας έλθη το νίκος».
§ 478 Κι ο ρήγας, ως παμφρόνιμος στρατιώτης όπου ήτον,
τον πρίγκιπαν ελάλησεν, ούτως του απεκρίθη·
«Γίνωσκε, πρίγκιπα αδελφέ, φίλε και συγγενή μου,
ουκ ένι πράγμα σήμερον εις τον παρόντα κόσμον,
6950ή φρόνεσις ή μηχανία, καμμία επιδεξιωσύνη,
του να μηδέν την έποικα εις τον εχτρόν μου επάνω,
μόνι να τον ενίκησα να επήρα την αφεντίαν του.
Λοιπόν, καλέ μου συγγενή, ως φρόνιμος όπου είσαι
αφότου επαιδεύτηκες στης Ρωμανίας τις μάχες,
6955να εξεύρεις και τες μηχανίες όπου έχουσιν οι Τούρκοι,
εδώ έχεις τα φουσσάτα μας κι ως θέλεις, διόρθωσέ τα».
Ενταύτα του απεκρίθηκεν ο πρίγκιπα Γυλιάμος.
§ 479 «Αφέντη, αφών ορέγεσαι κι ορίζεις να το ποιήσω,
να πράξωμε με φρόνεσιν και με τες μηχανίες,
6960άκουσον πρώτα να σε ειπώ την πράξιν όπου λέγω,
κ᾿ ει μεν σε φαίνει αρεστόν, ούτως να το διορθώσω».
Ενταύτα άρξετον να λαλή και να του αφηγάται,
το πώς οι Τούρκοι κ᾿ οι Ρωμαίοι ουδέν είναι στρατιώτες
να πολεμούν εις πρόσωπον ωσάν εμείς οι Φράγκοι,
6965διατό έχουν πονηρίαν και πολεμούν με τέχνην·
«Κι αφότου ορίζεις να γενή να πράξωμε ως το λέγω,
να σε διδάξω και να ειπώ το πώς θέλομεν πράξει.
§ 480 Ο τόπος ετούτος όπου είμεστεν ένι κλαστώδης τόπος
κι ουδέν ένι διά πόλεμον κάμπος πλατύς, καθάριος,
6970ως πολεμούν εις την Φραγκίαν κ᾿ εις όλα τα ρηγάτα.
Διά τούτο ας χωρίσωμεν από όλα μας τα αλλάγια
λαφρούς ανθρώπους, φρόνιμους, στρατιώτες παιδεμένους,
και να έχουν άλογα ελαφρά να διώξουν και να φύγουν,
αλλάγια τρία ή τέσσαρα να τους έχωμεν χωρίσει,
6975να τους ορθώσωμεν να υπάουν εκεί εις τους Αλαμάνους,
να δείξουν ότι θέλουσιν του να έχουν πολεμήσει.
§ 481 Κ᾿ εκείνοι, ως είναι πρόθυμοι πολλά εις τον πόλεμόν τους,
εξεύρω, μετά προθυμίας θέλουν έλθει προς αύτους.
Κ᾿ ετούτοι, αν είναι φρόνιμοι, αν τους αφούν να έλθουν,
6980και το πλησιάσει εις αυτούς, ας δείξουν ότι φεύγουν·
κ᾿ ενταύτα ας έρχωνται ορθά εκείσε εις τας κατούνας.κατούνα=στρατόπεδο
§ 482 Και το αποσώσει εκεί πλησίον, μηδέν σεβούν απέσω·
ας πιλαλήσουν κι ας διαβούν από το άλλο μέρος
και πάντα ας είναι μαζωτά, μη πιάση και σκορπίσουν.
6985Κ᾿ εγώ εγνωρίζω καθαρά ούτως τους Αλαμάνους
και τους Λουμπάρδους αλλά δή, ομοίως τους ρογατόρους,ρογατόρος=μισθοφόρος
ότι το ιδεί τες τέντες μας, τες φορεσίες, τα ρούχα,
και τα λαμπρά τα πράγματα, τα έχουν οι κατούνες,
ν᾿ αφήκουσιν να διώχνουσιν εκείνον τον λαόν μας
6990κ᾿ εις τες κατούνες να σεβούν, τα ρούχα μας επαίρνει.
Κ᾿ ημείς οι δύο, αφέντη μου, ας χωριστούμε εις δύο
με τα φουσσάτα όπου έχομεν, να χωριστούν τα αλλάγια,
να βάλωμεν τα εγκρύμματα εις επιδέξιους τόπους.εγκρύμματα=ενέδρες
Ου χρήζω να έχω μετά εμέν μόνι και τον λαόν μου,
6995όπου ήφερα από τον Μορέαν, διατί τους εγνωρίζω.
§ 483 Κι αφών ιδούν οι βίγλες μας εκεί από τα βουνία
ότι οι Αλαμάνοι εσέβησαν απέσω εις τες κατούνες,
και σκορπιστούν τα αλλάγια τους, στο κέρδος να βαλθούσιν,
ας δώσουσιν τα βούκκινα να νοήση ο λαός μας,
7000να εξεβούμε εκ τες χωσίες, να δράμωμεν προς αύτους.χωσία=καρτέρι, ενέδρα
Έλα εσύ εκ την μίαν μερέαν κ᾿ εγώ πάλε απ᾿ την άλλην
μετά φουσσάτα και λαόν όπου έχομεν μετά μας·
κ᾿ εκείνα γαρ τα τέσσαρα τα αλλάγια τα ελαφρά μας,
το ακούσει γαρ τα βούκκινα οπίσω να στραφούσιν,
7005τον γύρον να τους δώσωμεν όλοι με προθυμίαν.
Κι αφών τους εξηλώσωμεν και σκορπιστούν τα αλλάγια,
πολλά ελαφρά κ᾿ εγρήγορα θέλουσιν κιντυνέψει».
§ 484 Κι αφότου γαρ επλήρωσεν ο πρίγκιπα Γυλιάμος
εκείνα, τα αφηγήθηκεν και είπεν προς τον ρήγα,
7010ο ρήγας τον αφκράστηκεν κ᾿ επαίνεσεν εις σφόδρα,
τα όσα του αφηγήσετον ονόστιμον του εφάνη,
κ᾿ εστράφη προς τον πρίγκιπα και λέγει προς εκείνον·
«Παρακαλώ σε, αδελφέ, ωσάν με το αφηγήθης,
να το διορθώσης να γενή, ότι πολλά με αρέσει».
7015Κι ο πρίγκιπας, ως το ήκουσεν, κράζει τους κεφαλάδες,
τους κιβιτάνους του λαού όπου ήσασιν τα αλλάγια.κιβιτάνος=φρούραρχος (chevetain)
Αμφότεροι εδιορθώσασιν, εκείνος με τον ρήγαν,
κ᾿ εχώρισαν τα τέσσαρα αλλάγια όπου σε είπα·
τους κεφαλάδες κι αρχηγούς εκράξαν κατά μόναςκεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
7020και τους εδιερμηνέψασιν το πώς ηθέλαν πράξει.
Κ᾿ εκείνοι απήραν τον λαόν, τα δε λοιπά αλλάγια,
τα εγκρύμματα και τες χωσίες εχώσαν εις τους τόπους,χωσία=καρτέρι, ενέδρα
όπου έπρεπεν κ᾿ ετύχαινεν και ήτον επιδέξιον.
Και μετά ταύτα εκίνησαν τα τέσσαρα αλλάγια
7025κι ολόρθα υπαγαίνασιν εκεί εις τον Κουραδίνον.
Κι ο Κουραδής, ως έμαθεν ότι έρχετον ο ρήγας
εκεί προς τες κατούνες του διά να τον πολεμήση,
ώρισεν κ᾿ εχωρίστησαν τα εδικά του αλλάγια,
χώρια της καθεμία φυλή του να έχουν πολεμήσει,
7030κ᾿ εκίνησαν κ᾿ ερχόντησαν τον ρήγαν να απαντήσουν,
§ 485 Λοιπόν, εάν σού έγραφα λεπτομερώς τες πράξες,
το όσον εγίνετον εκεί στον πόλεμον εκείνον,
αλάχη να εβαρήθηκες διά την πολυλογίαν
καθώς βαρειώμαι γαρ κ᾿ εγώ να σε το διπλογράφω.
7035Αλλά καθώς ακούσετε το πώς το εκαταλέξα,
και πώς το εδιερμήνεψεν ο πρίγκιπα Γυλιάμος,
ούτως και το επλήρωσεν κι απεκατέστησέν το.
Εκείνος γαρ ο πόλεμος στο Μπονιφάντ εγίνη,
όπου ένι ο τόπος συγκλαστός, πλάγια γαρ και λαγγάδια·
7040και δι᾿ αύτα απεργώθησαν ετότε οι Αλαμάνοι,απεργώνω=εξαπατώ
διατί ουκ έβλεπαν καθαρά του Κάρλου τα φουσσάτα·
αφνίδια τους επέτρασαν τα τέσσαρα αλλάγια
εκείνα, τα υπαγαίνασιν να τους εξεμαυλίσουν.
Κ᾿ εκείνοι ελογίσαντο ότι έρχονται και τα άλλα·
7045διά τούτο ετέθησαν ευθέως να απέρχωνται προς αύτους
με προθυμίαν κ᾿ εγρήγορα, ως το έχουν τα φουσσάτα.
Κι ωσάν ήλθαν να εσμίξουσιν να δώσουν κονταρέας,
εγύρισαν εις το φυγίον τα τέσσαρα αλλάγια
κ᾿ εβάλθησαν να απέρχωνται ολόρθα εις τες κατούνες.
7050Κ᾿ οι Αλαμάνοι, ως είδασιν τους Φράγκους ότι εφεύγαν,
του πολέμου εθυμήθησαν κι αρχάσαν να τους διώχνουν,
και τόσα τους εδιώξασιν, εσώσαν εις τες τέντες,
Οι Φράγκοι αναγαμήσασιν, αφήκαν τες κατούνες,
᾿κ το πλευρόν επεράσασιν κ᾿ εδιάβησαν απέξω.
7055Κ᾿ οι Αλαμάνοι, ως είδασιν τες τέντες όπου εστέκαν
με τα λαμπρά τα άρματα, τα ρούχα, το λογάριν,
αφήκασιν να διώχνουσι τους Φράγκους όπου εφεύγαν
κ᾿ εις τες κατούνες έδωκαν, εσέβησαν απέσω,
αρχίσαν να σκορπίζωνται, να επαίρνουσιν τα ρούχα
7060και τα σεντούκια, όπου είχασιν απέσω το λογάριν,
ετσάκιζαν κ᾿ επαίρνασιν απαύτου εί τι ηυρέσκαν·
αλλήλως εμαλλώνασιν, με τα σπαθία εκρούσαν.
ΗΤΤΑ ΚΑΙ ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΚΟΝΡΑΔΙΝΟΥ [1268]
§ 486 Κ᾿ ιδών οι βίγλες των Φραγκών την πράξιν των Ντουδέσκων,Ντουδέσκοι=Γερμανοί
ελάλησαν τα βούκκινα κ᾿ εννόησαν οι χωσίες,
7065κ᾿ εξέβησαν τα εγκρύμματα, ο πρίγκιπας κι ο ρήγας,
ο είς από την μίαν μερέαν, κι ο άλλος από την άλλην.
Κ᾿ εκείνοι όπου εφεύγασιν, τα τέσσαρα τα αλλάγια,
οπίσω στρέμμα εποίκασιν εκεί προς τες κατούνες,στρέμμα=επιστροφή
τον γύρον ετριγύρισαν όλους τους Αλαμάνους·
7070εσώσασιν τα πεζικά με τζάγρες και δοξάρια·τζάγρα=βαλλίστρα
ούτως τους εκατέσφαζαν ωσάν αγριοχοιρίδια,δοξάρια=τόξα
ολίγοι γαρ εγλύτωσαν από τους Αλαμάνους.
Το δε οι Ντουσκάνοι αλλά δή ωσαύτως κ᾿ οι Λουμπάρδοι,
πολλοί απ᾿ αύτους έφυγαν διατό εξεύραν τον τόπον,Ντουσκάνοι=από την Τοσκάνη
7075και άλλοι φίλους είχασιν και ωδηγέψανέ τους.
§ 488 Τον Κουραδίνον έπιασαν, την κεφαλήν του εκόψαν
οκάποι απ᾿ την Ανάπολιν, όπου τον εκακεύαν,Ανάπολη=>Νάπολι
διατό αγαπούσαν του ρηγός την αφεντίαν να έχουν.
Στο ξίφος γαρ του κονταρίου την κεφαλήν του ηφέραν,
7080και του ρηγός την ήφεραν κ᾿ επροσκομίσανέ την.
Κι ο ρήγας, ως ευγενικός και φρόνιμος όπου ήτον,
πολλά το εβλαστήμησεν, μεγάλως το ελυπήθη,
κ᾿ εχόλιασεν προς εκεινούς, όπου το έργον εποίκαν,
και φανερά το ελάλησεν οι πάντες γαρ το ακούσαν·
7085το πώς ηγάπα κ᾿ ήθελεν κάλλιον να είχεν χάσει
μίαν από τες χώρες του εκ τες καλλιώτερές του,
παρά να είχασιν ποσώς τον Κουραδή σκοτώσει.
Επεί αν τον είχαν ζωντανόν πιάσει εις πόλεμόν του,
τιμήν μεγάλη εβούλετον να του είχεν ποιήσει,
7090διατό ήτον γαρ ευγενικός άνθρωπος και στρατιώτης
και έρχετον στρατιωτικά του να έχη εκδικήσει
τον θάνατον του ρόϊ Μαφρέ, που ήτον εξάδελφός του,Μανφρέδος της Σικελίας (γιος Φρειδερίκου Β’)
κι ουδέν το εξεδούλεψεν να κόψη την κεφαλήν του.
§ 489 Αφότου γαρ επλήρωσεν ο πόλεμος εκείνος,
7095τους ζωντανούς, όπου έπιασαν, ώρισεν γαρ ο ρήγας
και όλους εδιεμοίρασαν κ᾿ εστείλασιν στα κάστρη.
Το κέρδος όπου εκέρδισαν ώρισεν πάλε ο ρήγας,
ο κατά είς το εκέρδισεν να το έχη εδικόν του.
Την τένταν γαρ του Κουραδή, όπου είχεν δέκα στύλους,
7100και τα λαμπρά τα άρματα τα ρούχα, το λογάρι,
τα είχεν στην κατούνα του, εκράτησεν ο ρήγας
διά λόγου κ᾿ ιμοιράδι του, τίποτε άλλον ου χρειάστη.
Και την κατούνα του δουκός ντε Καρεντάνα εκείνου,Δούκας Κορινθίας [ίσως[
τα είχεν εις τες τέντες του, άρματα και λογάρι,
7105ώρισεν και εδώκασιν του πρίγκιπος Γυλιάμου
διά ευεργεσίαν κι ο λόγου του μερίδιν του πολέμου.
§ 490 Κ᾿ αφότου ευεργέτησεν όλους του τους στρατιώτες
κ᾿ εμέρισεν το κούρσον του, το νίκος όπου εποιήσεν,κούρσο [εδώ]=λεία, λάφυρα
ώρισεν κι απηλόγιασαν όλα του τα φουσσάτα
7110κ᾿ εδιέβηκεν ο κατά είς εκείθεν όπου ήλθεν.
Τον πρίγκιπα εκράτησεν κι απήρε μετ᾿ εκείνον
κι ολόρθα στην Ανάπολιν εδιάβησαν οι δύο,Ανάπολη=>Νάπολι
λέγας να ιδή την ρήγαιναν ο πρίγκιπας Γυλιάμος
ομοίως την θυγατέραν του εκείνην την Ζαμπέαν,Ισαβέλλα Βελλεαρδουίνου (Ιζαμπώ)
7115όπου είχεν του ρηγός ο υιός ομόζυγον γυναίκα.
Κι αφότου απεσώσασιν ο πρίγκιπας και ο ρήγας
εκείσε εις την Ανάπολιν αμφότεροι οι δύο,
ο ρήγας άρξετον λαλεί της ρήγαινας να λέγη,
του να επαινή τον πρίγκιπα και να την έχη αυξαίνει·
7120το πώς από της γνώσεως του και την διόρθωσίν του
εκέρδισε τον πόλεμον, απήρεν και το νίκος
από τους αντιδίκους του, αυτούς τους Αλαμάνους.
Κ᾿ η ρήγαινα, ως ευγενική, τον πρίγκιπα ευχαρίστει,
τιμήν μεγάλην του έποικεν, δωρήματα του εδώκεν.
§ 491 7125Κι ο ρήγας πάλε του έκαμνεν τόση τιμήν μεγάλην
του πρίγκιπος, φιλανθρωπίαν, οι πάντες το εθαυμάζαν·
εκράτησέ τον μετ᾿ αυτόν μετά χαρές μεγάλες
ημέρας γαρ καν δεκοχτώ, θέλεις εικοσιδύο,
και είχεν όρεξιν καλήν να τον κρατή μετ᾿ αύτον
7130κανέναν μήναν, θέλεις δύο, να χαίρωνται αλλήλως.
Κ᾿ ενταύτα ήλθαν εκ τον Μορέαν του πρίγκιπος μαντάτα
το πώς οι αντιδίκοι του, οι άνομοι Ρωμαίοι,
επάτησαν τον όρκον τους κι αρχάσασιν τή μάχην
κι αφήκασιν το τέρμενον όπου είχαν μετ᾿ εκείνον.
7135Το ακούσει το ο πρίγκιπας, απήλθεν εις τον ρήγαν
κι απηλογίαν του εζήτησεν ν᾿ απέλθη εις τον Μορέαν,
μη κιντυνέψη ο τόπος του και πάθη και ζημίαν.
§ 492 Κι ο ρήγας, ως το ήκουσεν, ακριοβλαστήμησέ το·
κι ως έξευρεν κ᾿ εγνώριζεν, ως ήτον γαρ κ᾿ η αλήθεια,
7140ότι από την διόρθωσιν του πρίγκηπα Μορέως
εκέρδισε τον πόλεμον του Κουραδή εκείνου
κ᾿ ενέμεινέ τους αφεντία της Πούλιας του ρηγάτου,
(την ήθελαν να επάρουσιν εκείνοι οι Αλαμάνοι,
οι Γιμπελίνοι, μετ᾿ αυτούς Ντουσκάνοι και Λουμπάρδοι),Γιμπελίνοι=Γιβελίνοι (αντιΠαπικοί)
7145κ᾿ εγνώριζε ότι ο πρίγκιπας είχε εξοδιάσει τόσον
εις τον λαόν όπου ήφερεν ετότε εκ τον Μορέαν
εις συμμαχίαν και δούλεψιν, βοήθειαν προς εκείνον·
ώρισεν και εδώκαν του απ᾿ έσω εκ το βιαστήριβιαστήρι=θησαυροφυλάκειο
λογάριν πλήθος, χρήματα, χρυσάφι και ασήμιν,
7150φαρία εκατόν του έδωκεν εκ τα καλλιώτερά του.φαρία=πολεμικά άλογα
Μετά ταύτα πάλε του έδωκεν ανθρώπους, των αρμάτων
πενήντα απάνω εις τα φαρία, όλοι εκλεκτοί στρατιώτες,
και διακοσίους τζαγράτορους, ενώ ήσαν πληρωμένοιτζαγρατόροι=φέροντες βαλλίστρα
διά έξι μήνες όλοι τους, πεζοί και καβαλλάροι,
7155να τους επάρη εις τον Μορέαν, να στήκουν μετ᾿ εκείνον,
να του βοηθούν να μάχεται τους άνομους Ρωμαίους,
όπου ποτέ τους ου κρατούν αλήθειαν ούτε όρκον.
 
ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΣ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΪΝΟΣ ΕΠΙΣΤΡΕΦΕΙ ΕΠΕΙΓΟΝΤΩΣ ΕΙΣ ΜΟΡΕΑΝ
§ 493 Αφότου γαρ εδιόρθωσεν ο πρίγκιπας Μορέως
τα πάντα όλα πράγματα, τα του έδωκεν ο ρήγας,
7160φουσσάτα, άρματα, φαρία, τες τέντες το λογάριν,
απηλογίαν του εζήτησεν κι απεχαιρέτησέν τον·
εξέβη απ᾿ την Ανάπολιν κ᾿ ήλθεν εις το Βροντήσι,Ανάπολη=>Νάπολι
εύρεν τα πλευτικά έτοιμα ως το ώρισεν ο ρήγας·πλευτικά=καράβια
απέσω εις αύτα εσέβηκεν με τον λαόν όπου είχεν
7165κ᾿ εις την Κλαρέντσαν έσωσεν την δεύτερην ημέραν.
Το ακούσει το οι άπαντες εκείνοι οι Μοραΐτες
ότι έσωσεν ο πρίγκιπας κ᾿ ήλθεν εις την Κλαρέντσαν
μετά φουσσάτα και λαόν όπου είχεν μετ᾿ εκείνον,
ύγιοι, σωζάτοι, ουκ έλειπεν ένας μόνος απ᾿ αύτους,σωζάτος=γεμάτος
7170με κέρδος, πλούτον φοβερόν, το εκέρδισαν εκείσε
στον πόλεμον όπου έποικαν μετά τον Κουραδίνον,
τον Κύριον εδόξασαν και την αγίαν Θεοτόκον.
Χαράν μεγάλην έποικαν οι πάντες του Μορέως,
τον πρίγκιπα επροσκύνησαν και τους φλαμουραρίους·φλαμουράριος=βαθμοφόρος
7175όπου είχεν φίλον, συγγενήν, εχάρη μετ᾿ εκείνον,
κι όλοι τον Θεόν εδόξασαν όταν τους είδαν ότι ήλθαν.
§ 494 Ο πρίγκιπας ερώτησεν να μάθη την αλήθειαν,
το πώς εγίνετο η αφορμή κ᾿ εσκανταλίστη η αγάπη.
Κ᾿ εκείνοι όπου το εξεύρασιν τον επληροφορέσαν,
7180το πώς την μάχην άρχισαν κ᾿ εγίνησαν αφιόρκοι,
διατί τους είπασιν τινές, κ᾿ ελπίζαν να ένι αλήθεια,
ότι εσκοτώθη ο πρίγκιπας στον πόλεμον εκείνον,
όπου επολεμήσασιν ο ρήγας κ᾿ οι Αλαμάνοι.
Ενταύτα απεκρίθηκεν ο πρίγκιπας και είπεν·
7185«Ποτέ αφορμές ου λείπουσιν των άπιστων Ρωμαίων·
ως έχουσιν την αφιορκίαν, έχουσιν και τους τρόπους».
Μετά ταύτα κράζει ο πρίγκιπας τον αφέντην της ΚαρυταίνουΓοδεφρείδος ντε Μπρυγέρ (Geoffroy de Bruyères)
και λέγει του· «Καλέ ανεψίε, παράλαβε μετά σε
τους Φράγκους όπου ηφέραμεν μετά μας εκ την Πούλιαν,Πούλια=>Απουλία Ιταλίας
7190όπου μας ευεργέτησεν κ᾿ εβοήθησεν ο ρήγας,
να μας βοηθούν και μάχωνται μετά μας τους Ρωμαίους·
κι ας είναι εκείσε εις των Σκορτών μετά σε εις την άκρην,Σκορτά=> ορεινή δυτ. Αρκαδία
εις φύλαξιν του τόπου μας, και τους Ρωμαίους να βλάβουν».
§ 495 Το ακούσει το ο μισίρ Ντζεφρές της Καρυταίνου ο αφέντης,
7195μεγάλως το αποδέξετον, ονόστιμον του εφάνη,
λογίζοντα κ᾿ ελπίζοντα με τον λαόν εκείνον
θέλει ζημιώσει τους Ρωμαίους, τον τόπον του φυλάξει.
Επήρε τους κι απήλθασιν εις των Σκορτών τα μέρη
εκείσε τους εδιόρθωσεν να κατοικούν και στήκουν
7200εις το χωρίον, το λέγουσιν Αράχοβαν Μεγάλην,
όπου ένι η άκρη των Σκορτών εκεί προς τους Ρωμαίους,
να μάχωνται μετ᾿ εκεινούς, τον τόπον να φυλάττουν.
§ 496 Εν τούτω εσυνέβηκεν, αν λάχη από αμαρτίας,
κι ουδέν επέρασεν ποσώς κανένας μήνας, δύο,
7205εφάνη από τα κρύα νερά, τα είχε ο τόπος εκείνος,
το κοιλιακόν τους ηύρηκεν κι απόθαναν οι πλέω
αι Φράγκοι εκείνοι όπου ήσασιν εις το χωρίο Αραχόβου.
Ο αφέντης της Καρύταινας ανάπαψιν ουκ είχεν·
από όσοι εναπείμειναν απ᾿ αύτους, να ήσαν ύγιοι
7210του να εβαστούσαν άρματα και να εκαβαλλικεύαν,
αεννάως τους έπαιρνεν μετ᾿ αυτόν κ᾿ υπήγαιναν εις μάχην,
κ᾿ εμάζησε με τους Ρωμαίους κ᾿ εζήμιωνεν μεγάλως.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΑΥΘΕΝΤΟΥ ΤΗΣ ΚΑΡΥΤΑΙΝΗΣ
§ 497 Ενταύτα εσυνέβηκεν από αμαρτίας του τόπου
και δυστυχίαν γαρ των Φραγκών ετότε του Μορέως,
7215ο αφέντης της Καρύταινας, ο εξάκουστος εκείνος,
έπεσε εις ζάλην φοβερήν, ᾿ς αστένειον βαρυτάτην
κ᾿ ενίκησεν το φυσικόν, το έχουσιν οι ανθρώποι,
κ᾿ επήρε τον ο θάνατος· έδε ζημία μεγάλη
όπου ήλθε ετότε εις τον Μορέαν, θλίψη μεγάλη εγίνη.
7220Εθλίβη τον ο πρίγκιπας, όπου ήτον γαρ και θείος του,
οι πάντες τον εκλάψασιν, μικροί τε και μεγάλοι,
αυτά τα όρνεα τα άλαλα κι αυτά εκλάψανέ τον·
αϊλλοί ζημία που εγίνετον ετότε εις τον Μορέαν!
Και ποίος ουκ εβλαστήμησεν και τίς ουκ ελυπήθη;
7225πατέραν είχαν τα ορφανά, άντραν είχαν οι χήρες,
αφέντην και διαφέστοραν όλη η φτωχολογία.διαφέστορας=προστάτης
Τους άπαντες εφύλαγεν από την αδικίαν·
ποτέ φτωχόν ουκ άφινεν να δυστυχοατυχήση,
άνθρωπον που εχρημάτιζεν να πέση εις πενητείαν.εχρημάτιζεν=είχε αξία
7230Έδε αμαρτίαν όπου έποικεν ο θάνατος ετότε,
να επάρη ετέτοιον άνθρωπον, εξάκουστον στρατιώτην,
να μείνουσιν πεντάρφανα όσοι τον αγαπούσαν.
Λοιπόν, ως ήλθε από αμαρτίας κι ουκ είχεν κληρονόμον
να αφήκη τέκνον από αυτού, διά να κληρονομήση
7235τα κάστρη και την αφεντίαν όπου είχεν στον Μορέαν,
εις των Σκορτών γαρ τον ζυγόν και εις ετέρους τόπους,
τον τόπον του εμερίσασιν κ᾿ εποίκαν δύο μερίδια·
το ένα επήρε ο πρίγκιπας διατό είχεν την αφεντίαν,
και το άλλο η γυναίκα του διά ντουάριν, όπου είχεν.ντουάριν (δουέριν)=προίκα, κλήρος χήρας
7240Εκείνη γαρ η αρχόντισσα ήτον γαρ αυταδέλφη
μισίρ Γυλιάμου εκεινού των Αθηνών του δούκα,
Μέγαν Κύρην τον έλεγαν, όνομα των Ἑλλήνων.
§ 498 Αφότου γαρ επέρασε καιρός, μήνες κ᾿ ημέρες,
ο Μέγας Κύρης έστειλεν εις το ρηγάτο Πούλιας
7245μαντατοφόρους φρόνιμους εκεί στον κόντον ντε Πριένε,Ούγος ντε Μπριέν (Hugues de Brienne)
μισίρ Ούγγο τω ονόματι, κόντος ήτον του Λέτσε.Λέτσε=>Lecce Ιταλίας
Συμβίβασιν εποίκασιν να επάρη την αδελφήν του
᾿ς ομόζυγον γυνήν αυτού, την κυράν της Καρυταίνου.Ισαβέλλα Ντελαρός
Κι αφότου εσυμβιβάστησαν απέρασεν ο κόντος
7250κ᾿ ήλθεν εκείσε εις τον Μορέαν στην χώραν Ανδραβίδας·
κι ο Μέγας Κύρης ήλθε ομοίως από την χώραν Θήβας.
Κι όταν ενώθησαν ομού, ισιάστησαν αλλήλως,
απέστειλαν κ᾿ ήλθεν εκεί η κυρά της Καρυταίνου,
κ᾿ εκεί την ευλογήθηκεν ο κόντος Ουγγός ντε Μπριένε.
ΟΙ ΜΕΤΕΠΕΙΤΑ ΔΟΥΚΕΣ ΑΘΗΝΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΚΑΤΑΛΑΝΟΙ
§ 499 7255Κι αφότου γαρ εδιόρθωσεν τα κάστρη και τας χώρας,
όπου είχεν της αρχόντισσας εκείσε εις τον Μορέαν,
επήρε την κι απέρασε κ᾿ εδιάβησαν στην Πούλιαν.
Κι ουδέν επέρασεν καιρός, ως ήθελεν ο Κύριος,
κ᾿ εσύλλαβεν η αρχόντισσα από τον κόντον Ούγγον
7260κ᾿ εποίησεν υιόν εξαίρετον, Γατιέρην τον εκράζαν,Gautier de Brienne
εξέβηκεν εις τ᾿ άρματα πρόθυμος, εις στρατείαν
κ᾿ εξάκουστος κ᾿ επαινετός στης Δύσης τα ρηγάτα.
§ 500 Κι αφότου επέρασεν καιρός, εδιάβησαν και χρόνοι,
κι απόθανεν ο μισίρ Γγίς, το επίκλην ντε Λαρότσε,Γκυ Β’ Ντελαρός (De La Roche)
7265ο Μέγας Κύρης σε λαλώ, των Αθηνών ο δούκας,
εξέπεσεν ο τόπος του κ᾿ η αφεντία όπου είχεν
του κόντου Γατιέρη του υιού εκεινού του κόντου Ούγγου,Gautier de Brienne
εκεινού γαρ του επαινετού στρατιώτου όπου σε λέγω,
όστις ήτον εξάδελφος του μισίρ Γγή εκείνου.
7270Κι ως ήλθεν κ᾿ επαράλαβεν το Μεγαλοκυράτο,Μεγαλοκυράτο=Δουκάτο Αθηνών
κ᾿ εγίνη δούκας Αθηνών, αφέντης κληρονόμος.
Κι ως ηύρε ότι είχασιν ελθεί ετότε οι Κατελάνοι,Κατελάνοι=Καταλανοί
όπερ γαρ τους ελέγασιν κ᾿ εκράζασιν Κουμπάνια,Κουμπάνια=Καταλανική Εταιρεία
εκείσε εις τον Αλμυρόν, όπερ τους είχεν φέρειΑλμυρός=>κοντά στον Ορχομενό
7275ο δούκας γαρ των Αθηνών, ο μισίρ Γγίς εκείνος
εις λογισμόν και συμφωνίες να ελθούν στον Μορέαν,
τον τόπον να κερδίσουνε, την αφεντίαν να επάρη
διά την ομόζυγον αυτού όπου ήτον κληρονόμος,
εκείνην όπου ωνόμαζαν κ᾿ εκράζασιν ΜαάτηνΑναγαυική Ματθίλδη (Mahaut de Hainaut)
7280ο πρίγκιπας ο Τάραντος εκράτει το ιγονικόν του,Φίλιππος Α΄ του Τάραντος
το πριγκιπάτο Αχαΐας με τρόπον αδικίας.
Λοιπόν, ως ηύρηκεν εκεί μυσίρ Γατιέρης ο δούκαςGautier de Brienne
ότι είχασιν ελθεί εκεί εκείνη η Κουμπάνια
κ᾿ είχαν μετ᾿ αύτους ενομού Τούρκους χιλίους και πλέον,
7285εσυμβιβάστην μετ᾿ αυτούς με συμφωνίες μεγάλες
να μάχωνται την Ρωμανίαν και την Βλαχίαν επάρουν.Βλαχία=> Θεσσαλία (κυρίως)
Και όσον εκερδίσασιν του Δομοκού το κάστρον,
εσέβησαν εις σκάνταλα κ᾿ εις μάχην γαρ μεγάλην.
Οι Κατελάνοι εσύμπεφταν δουλωτικά εις τον δούκαν·συμπέφτω=συμπεριφέρομαι
7290κ᾿ εκείνος από αλαζονείας, ως το έχουσιν οι Φράγκοι,Κατελάνοι=Καταλανοί
κι από κακής του γαρ βουλής όπερ του εδώκαν άλλοι,
εβάλθη κ᾿ επολέμησε τον πόλεμον αχάσε,
επιάστην εις τον πόλεμον, την κεφαλήν του εκόψαν,
επήραν και τον τόπον του το Μεγαλοκυράτο,Μεγαλοκυράτο=Δουκάτο Αθηνών
7295και είναι αφέντες σήμερον εις αύτο η Κουμπάνια.Κουμπάνια=Καταλανική Εταιρεία
Ο πόλεμος εγίνετον ημέρα γαρ δευτέρα
στας δεκαπέντε του μηνός όπερ τον λέγουν μάρτιον,
εν έτει τρέχοντος χρονών τω από κτίσεως κόσμου,
έξι χιλιάδων αλλαδή κι οχτακοσίων χρόνων
7300και συν αυτοίς δεκαεφτά, και της ινδίκνου ογδόης.
 
Η ΥΠΟΘΕΣΙΣ ΤΗΣ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΤΟΥ ΠΑΣΣΑΒΑ [1275]
§ 501 Εν τούτω παύομαι εδώ περί του κόντου ντε Μπριένε,Ούγος ντε Μπριέν (Hugues de Brienne)
όπου ήτον δούκας Αθηνών, να λέγω και να γράφω
και θέλω και να σας ειπώ κι αφήγησιν ετέραν,
το τι συνέβη εις τον καιρόν του πρίγκιπα Γυλιάμου.
§ 502 7305Όταν ήτον στην φυλακήν της Κωνσταντίνου πόλης
κ᾿ εξέβη με τες συμφωνίες όπου έποικαν ετότε,
τες όποιες γαρ ακούσετε εις το βιβλίον ετούτο.
Έδωκεν γαρ και όψιδες του βασιλέως ετότεόψιδα=η όμηρος
του Τζαδερού την αδελφήν, του μέγα κοντοσταύλου,
7310και την θυγάτηρ εκεινού του Πασσαβά του αφέντη,
όπου ήτον πρωτοστράτορας όλου του πριγκιπάτου.
§ 503 Λοιπόν, ως ήσαν όψιδες οι αρχόντισσες εκείνες
εκείσε διά τον πρίγκιπα στην Κωνσταντίνου πόλιν,
έτυχεν και απόθανεν ο αφέντης της Ακόβου,
7315μισίρ Γατιέρην τον έλεγαν, το επίκλην του ντε Ροζιέρες,Γκωτιέ ντε Ροζιέρ (Gauthier de Rosières)
κι ουκ είχεν κληρονόμον του από τον εμαυτόν του,
μόνον του πρωτοστράτορος την θυγατέρα εκείνην
του μισίρ Ντζά ντε Πασσαβά, που είχεν την αδελφήν τουΖαν ντε Νεϊγύ (Jean de Neuilly ή Nully)
ομόζυγον γυνήν αυτού, κ᾿ εποίκαν θυγατέραν,
7320την ωνομάζαν κ᾿ έλεγαν μαντάμα Μαργαρίταν.Μαργαρίτα του Νεϊγύ
Και διατό ήτον όψιδα ετότε εις την Πόλινόψιδα=η όμηρος
(την έβαλεν ο πρίγκιπας ως διά τον εμαυτόν του),
κι ουδέν ηυρέθη εις τον Μορέαν στα τέρμενα απέσω
διά ν᾿ απέλθη στον πρίγκιπα, διά να την ρεβεστίσηρεβεστίζω=απονέμω τίτλο φέουδου
7325της Άκοβας την αφεντίαν όπου ήτον κληρονόμος,
εκράτησεν ο πρίγκιπας την αφεντία δι᾿ εκείνον.
§ 504 Κι όταν ήλθε η αρχόντισσα η μαντάμα Μαργαρίτα
απέκει όπου ήτον όψιδα διά τον πρίγκιπα Γυλιάμον,
και ήλθεν κ᾿ εξεζήτησεν την αφεντίαν Ακόβου,
7330ο πρίγκιπας της έστρεψεν απόκρισιν ετέτοιαν·
ότι αφότου επέρασεν ο χρόνος και η μέρα
όπερ γαρ της εξέπεσεν το ιγονικόν εκείνο,
κι ουδέν ήλθεν στην κούρτην του διά να το εξεζητήση,κούρτη=συνέλευση αρχόντων
ως το έχουσιν το τέρμενα του τόπου τα συνήθεια·
7335τίποτε αν είχε, εχάσε το, τίποτε ουδέν της δίδει.
§ 505 Κι ως το ήκουσε η αρχόντισσα, μεγάλως το εθαυμάστη,
διατί ουκ ήλπιζεν ποτέ στον πρίγκιπα να εύρη
ετέτοιαν γαρ απόκρισιν ωσάν της αποκρίθη,
διατί ήτον εις φυλακήν όψιδα δι᾿ εκείνον,
7340ατός του γαρ την έβαλεν, φταίσιμον ουκ εποίκεν·
επεί, αν ήτον στον Μορέαν εις την ανάπαψίν της,
ποτέ ουδέν απόλειπε να σφάλη εκ τα συνήθεια.
Αφότου δε ο πρίγκιπας την έβαλεν δι᾿ εκείνον
διά όψιδα και φυλακήν, ουδέν εθάρρει εις αύτον
7345ετέτοιους τρόπους κι αφορμές κι απόκρισιν να ποιήση.
Όμως, αφών εγνώρισεν η ντάμα Μαργαρίτα
κ᾿ εκείνοι όπου ήσαν μετ᾿ αυτήν οι συμβουλάτοροί της,
ότι ο πρίγκιπας Μορέως ουδέν της στρέφει δίκαιον,
εμίσσεψεν κ᾿ εδιάβηκεν στο οσπίτι της θλιμμένη.
7350Διαβούσα γαρ καιρός μικρός, ένας μήνας και πλέον,
εστράφη πάλι η αρχόντισσα, στον πρίγκιπαν εδιάβη
με την βουλήν και συντροφίαν όπου είχεν μετ᾿ εκείνην,
κι ανάκραξεν κ᾿ εζήτησεν το κάστρον της Ακόβου
μετά την περιοχήν αυτού κι όλην την μπαρουνίαν.
7355Εποίησε γαρ την δεύτερην ανάκραξεν και τρίτην·
κι ο πρίγκιπας της έστρεψεν απόκρισιν ετέγοιαν,
ωσάν την πρώτην γαρ φοράν εκράτει έναν στίχον.εκράτει έναν στίχον [μτφ.]=«τον χαβά του»
§ 506 Αφότου εγροίκησεν καλά η ντάμα Μαργαρίτα
ότι ποτέ εκ τον πρίγκιπα δίκαιον ουδέν ευρίσκει,
7360όλους επαρακάλεσε φίλους και συγγενείς της
του να την συμβουλέψουσιν το πώς να έχη πράξει,
να μη χάση το δίκαιον της και πέση εις ακληρίαν.ακληρία=χωρίς κληρονόμο
Κ᾿ ετότε οι φρονιμώτεροι, όπου την αγαπούσαν,
όλοι την εσυμβούλεψαν του να έχη επάρει άντραν,
7365άνθρωπον μέγαν, φρόνιμον κι από υψηλήν γενέαν,
«κ᾿ εκείνος με τα φρόνα του και με τους εδικούς του
σε θέλει βάλει εις νομήν από το ιγονικόν σου».
§ 507 Εν τούτω γαρ η αρχόντισσα, ως φρόνιμη όπου ήτον,
εσυγκατέβη, έστερξεν άντραν να έχη επάρει.
7370Ενταύτα εσυνεργήσασιν οι πρώτοι της γενεάς της
κι απήρεν άντρα ευγενικόν από υψηλήν γενέαν,
αυτάδελφον του ευγενικού μισίρ Νικόλα εκείνου,Νικόλαος Β’ Σαιντ-Ομέρ (Nicolas de Saint-Οmer)
ντε Σαίντ Ομέρ τον έλεγαν και της Θηβού αφέντην,
τον μισίρ Ντζάν το όνομα ντε Σαίντ Ομέρ κ᾿ εκείνον·Ιωάννης Σαιντ-Ομέρ (Jean de Saint-Omer)
7375είχαν και τρίτον αδελφόν κ᾿ εκράζαν τον μισέρ Ότον.
§ 508 Κι αφών την ευλογήθηκεν ο μισίρ Ντζάς εκείνος,
το οφφίκιον επαράλαβε του πρωτοστρατοράτου,οφφίκιον=αξίωμα
όπου ήτον γαρ το ιγονικόν της γυναικός του εκείνης.
Εκείνοι γαρ ντε Σαίντ Ομέρ μεγάλη ευγένειαν είχαν·
7380η μήτηρ τους ευρίσκετον του ρήγα της Ουγγρίας
αυτάδελφη ονόμιμη, την είχε ο πατήρ τους
εκείνος ο μισίρ Μπελάς διά ομόζυγον γυναίκαν·Μπέλα Σαιντ-Ομέρ
κ᾿ εποιήκασιν οι δύο ομού εκείνους τους τρεις αφέντες.
Κι ο δούκας γαρ των Αθηνών, αυτός ο Μέγας Κύρης,Ιωάννης Ντελαρός
7385είχε αυταδέλφους άλλους τρεις κ᾿ ήσαν πρώτοι εξαδέλφοι
μετά εκεινούς ντε Σαίντ Ομέρ, ᾿ς πρώτον βαθμόν σε λέγω.
Κι αφότου ευλογήθηκεν ο μισίρ Ννζάς εκείνος
εκείνην την ευγενικήν την ντάμα Μαργαρίτα,
ουδέν ηθέλησε ποσώς του να μακρημερέψη
7390η υπόθεσις της Άκοβας, να μη την ανακράξη
στην κούρτην γαρ του πρίγκιπος εκείνου του Μορέως.
Τους αδελφούς του αξίωσεν κ᾿ ήλθαν ομού μετ᾿ αύτον·
εις τον Μορέαν απέσωσαν ολόρθα εις την Κλαρέντσα.
§ 509 Εκεί ηύραν τον πρίγκιπα μετά τους κεφαλάδες
7395ενώ εκράτει παρλαμά διά υπόθεσες όπου είχεν.παρλαμάς=συνεδρίαση
Ημέρας δύο εποιήσασιν τίποτε ουκ ανακράξαν.
έπαιζον, είχασιν χαρές μετά τους Μοραΐτες.
Διαβόντα γαρ ημέρες δύο ήλθεν ο μισίρ ΙωάννηςΙωάννης Σαιντ-Ομέρ (Jean de Saint-Οmer)
μετά τους δύο του αδελφούς, ντε Σαίντ Ομέρ εκείνους
7400και μετά την γυναίκαν του όπου ήτον κληρονόμος·
κ᾿ ήλθαν εμπρός στον πρίγκιπα κ᾿ επρεζαντίστη εκείνηεπρεζαντίστη=παρουσιάστηκε
ως κληρονόμος όπου ήτον του ιγονικού της όλου.
Κ᾿ ενταύτα επρεζάντισε τον άντραν της εκείνον
ως αβουέ και άντραν της, ως το έχουν τα συνήθεια.
7405Κ᾿ ευθέως την ώραν εκεινήν του είπεν ο μισίρ Ιωάννης·Ιωάννης Σαιντ-Ομέρ (Jean de Saint-Οmer)
«Αφέντη πρίγκιπα Μορέως, αξιώ, παρακαλώ σε,
ως αφέντης μου που ευρίσκεσαι και ίδιος κληρονόμος,
να ορίσης και να σωρευτούν οι κεφαλάδες σου όλοι,
οι φλαμουριάροι του Μορέως κ᾿ οι λίζιοι καβαλλάροιλίζιος=υποτελής
7410διά να αφκραστής μετά κεινούς τα έχω ν᾿ ανακράξω,
κ᾿ εις δίκαιον να με κρίνετε, απόφασιν να λάβω,
προς τα συνήθεια του Μορέως θέλω να λάβω δίκαιον,
χάριν καμμίαν ου ζητώ ει μη το δίκαιον που έχω».
Ενταύτα του απεκρίθηκεν ο πρίγκιπας ατός του
7415και λέγει του· «Μετά χαράς, αφών ζητείς το δίκαιον,
έτοιμος με την κούρτην μου να σε το εκπληρώσω».
§ 510 Ώρισε ο πρίγκιπας ευθέως κ᾿ ήλθαν οι φλαμουριάροι,φλαμουράριος=βαθμοφόρος
οι καβαλλάροι αλλά δή του πριγκιπάτου οι λίζιοι·
εκάτσαν όλοι ενομού εις την αγίαν Σοφίαν,
7420όπου ήμενεν ο πρίγκιπας, εκεί εις την Ανδραβίδα.
Ενταύτα εσηκώθηκεν ο γέρο μισίρ Νικόλαος,
ντε Σαίντ Ομέρ τον έλεγαν, ο της Θηβού αφέντης.Νικόλαος Β’ Σαιντ-Ομέρ (Nicolas de Saint-Οmer)
Με την δεξιάν την χείραν του την αδελφή του εκράτει,
του αδελφού του την γυνήν, την ντάμα Μαργαρίτα.
§ 511 7425Και λέγει προς τον πρίγκιπα· «Αφέντη του Μορέως,
αλήθεια ένι, το εξεύρουσιν του πριγκιπάτου οι πάντες,
ότι η αδελφή μου, όπου ένι εδώ ενώπιον της αφεντίας σου,
ευρίσκεται γαρ ανεψία του αφέντου της Ακόβου,
μισίρ Γαρνιέρην τον έλεγαν, το επίκλην ντε Ροζιέρες·επίκλη=επώνυμο
7430της αδελφής του ένι παιδί η αδελφή μου ετούτη.
Κι ως έθνηκεν άνευ παιδί να αφήκη κληρονόμον,
εξέπεσεν ο τόπος του, το κάστρον της Ακόβου,
ετούτης μου της αδελφής όπου ένι κληρονομος.
Κι ως το εξεύρεις, αφέντη μου, ότ᾿ ήτον διά εσέναν
7435όψιδαν εις την Κωνσταντινούπολιν, την έβαλες ατός σου.όψιδα=η όμηρος
ουδέν ευρέθηκεν εδώ στο τέρμενον του χρόνου,
αφών εμεταστάθηκεν ο αφέντης της Ακόβου,
διά να ελθή και πρεζαντιστή εμπρός στην αφεντίαν σου,πρεζαντίζομαι=παρουσιάζομαι
ως το έχουν τα συνήθεια μας ολού του πριγκιπάτου,τα συνήθεια=Εθιμικό Δίκαιο
7440απέσω εις τας σαράκοντα ημέρας κ᾿ εις τον χρόνον,
εις το όποιον πράγμα ουδέν σε φταίει, τίποτε ουδέν εσφάλλει,
αφών ήτον εις φυλακήν, εσύ την είχες βάλει,
διά όψιδαν την έβαλες κ᾿ εξέβης απ᾿ εκείθεν.
§ 512 Και όταν την εξήβαλες κ᾿ ήλθεν εδώ εις τον τόπον,
7445ευθέως γαρ εκατάλαβεν και ήλθεν έμπροστέν σου·
ως κληρονόμος φυσικός όπου ήτον της Ακόβουφυσικός [εδώ]=νόμιμος
επρεζαντίστη εις εσέν κ᾿ εζήτησέ σε δίκαιον.
Κ᾿ εσύ της αποκρίθηκες ότι δίκαιον ουκ είχεν
και πάντα εσυχνοέρχετον κ᾿ εζήτα σε γαρ δίκαιον
7450κ᾿ εσύ ποτέ ουκ ηθέλησες κούρτην να της κρατήσης,
μόνι αυτεξούσιος έλεγες ότι δίκαιον ουκ είχεν.
Κ᾿ ετούτη, ως ασυμβούλευτος γυναίκα άνευ φίλους,
εστρέφετον στο οσπίτι της ωσάν απεγνωσμένη
κι ανάμενεν να της ελθή από Θεού βοήθεια.
7455Θεού ευδοκούντος σήμερον υπαντρεμένη ένι
εις άνθρωπον ευγενικόν από γενέας μεγάλης,
το δίκαιον που της έρχεται να το φυλάξη ούτως
ως πρέπει πάσα ευγενικού ανθρώπου να το κάμνη
Διά τούτο ήλθασιν εδώ εμπρός στην αφεντίαν σου
7460κ᾿ εγώ μετ᾿ αύτους ενομού όπου είμαι αδελφός τους,
και παραοφρίζω και τους δύο, τον έναν κληρονόμον,
κι ο άλλος, ως αβουέρην της, το δίκαιον τους ζητώντα.
Παρακαλώ σε, δέομαι να τους το έχης δώσει
το δίκαιον που τους έρχεται, και εις νομήν τους βάνης
7465από τα κάστρη κι αφεντίαν της περιοχής Ακόβου.
Κ᾿ ετούτοι είναι έτοιμοι να ποιήσουν προς εσέναν
το όσον χρεωστούσιν εις δουλείαν κι ομάτζι και λιζίαν».ομάτζιο=φεουδαρχικό δικαίωμα
§ 513 Ενταύτα απεκρίθηκεν ο πρίγκιπας ατός του
και λέγει του μισίρ Νικολάου ντε Σαίντ Ομέρ εκείνου·
7470«Ημείς ακούσαμεν λεπτώς κ᾿ η κούρτη μας ωσαύτως
τους λόγους όπου εσύντυχες και την υπόθεσίν σου,
και μαρτυρούμεν, λέγομεν, αλήθεια ένι το είπες,
ότι διά εδικήν μου αφορμήν και διά εδικόν μου τρόπον
εχάσεν κι ακληρήθηκεν η αρχόντισσα η αδελφή σου
7475το ιγονικόν και αφεντίαν, τον τόπον της Ακόβου.
Εν τούτω σε αποκρένομαι και λέγω κ᾿ ερωτώ σε·
εάν μας ζητής να ποιήσωμεν το δίκαιον κατά νόμον,
ή αν μας ζητάς διά χάριταν και διάκρισιν αφέντου,
διατό εμποδίστη ως διά εμάς κι ουδέν ευρέθη ενταύτα
7480εδώ εις το πριγκιπάτον μας κ᾿ εις την ανάπαψίν της
απέσω εις τα τέρμενα, τα έχουσιν τα συνήθεια,
του να ανακράξη ως έπρεπεν και να ζητήση δίκαιον».
§ 514 Ενταύτα αποκρίθηκεν μισίρ Νικόλαος εκείνος
και λέγει προς τον πρίγκιπα απόκρισιν ετέτοιαν·
7485«Αφέντη πρίγκιπα Μορέως, λέγω την αφεντίαν σου·
εάν έβλεπα κ᾿ εγνώριζα μετά πληροφορίας
ότι η αδελφή μου, όπου ένι εδώ, ουδέν ζητεί με δίκαιον
το κάστρον και την αφεντίαν, την περιοχήν Ακόβου,
ετότε να ήτον εύπρεπον του να εζητούμαν χάριν.
7490Το δε το δίκαιον ένι ορθόν, ως το εξεύρεις ατός σου,
ότι η αδελφή μου ως διά εσέν εις φυλακή εκρατειέτον
κι ουδέν ημπόρει ουδέ ποσώς του να εξέβη απέκει
διά να έλθη ανακράζοντα το ιγονικόν Ακόβης.
Διά τούτο γαρ ουδέν ζητώ χάριν καμμία από εσέναν,
7495μόνι το δίκαιο ως απαιτεί κι ορίζει το ο νόμος».
§ 515 Ενταύτα του απεκρίθηκεν ο πρίγκιπας Μορέως
και λέγει του μισίρ Νικολάου ντε Σαίντ Ομέρ εκείνου·Νικόλαος Β’ Σαιντ-Ομέρ (Nicolas de Saint-Οmer)
«Αφών ου χρήζεις χάριταν να λάβης από εμέναν
και θέλεις κι ανακράζεις με της κούρτης μου το δίκαιον,
7500λέγω και μαρτυρώ σε το, ᾿ς αλήθειαν το αφιρώνω,αφιρώνω=διαβεβαιώνω
ότι αμαρτίαν από Θεού και ψέγος των ανθρώπωνψέγος=ψόγος, επονείδιστο σφάλμα
ήθελα έχει εις εμέν, αν σε έλειψα από τούτο.
Διά τούτο θέλω να γενή το πράγμα αφιρωμένον
με προσοχήν και διάκρισιν, του τόπου τα συνήθεια,
7505όπως μη σφάλω τίποτε κ᾿ έχω κατηγορίαν
από τον Θεόν κ᾿ εκ τους αγίους ομοίως κ᾿ εκ τους ανθρώπους.
Και θέλω του να σωρευτούν όλου του πριγκιπάτου
οι φλαμουριάροι κι αρχιερείς, οι λίζιοι καβαλλάροι,
να βάλω την υπόθεσιν εις αύτους να την κρίνουν
7510προς τα συνήθεια του Μορέως, με του Θεού τον φόβον,
τα έδωκεν ο βασιλεύς εκείνος ο ΡομπέρτοςΡοβέρτος του Κουρτεναί (Λατίνος αυτοκρ.)
του μακαρίτου μου αδελφού του πρίγκιπα Ντζεφρόη,
όταν εσυμβιβάστησαν κ᾿ επήρεν τον γαβρόν του».
§ 516 Ενταύτα ορίζει ο πρίγκιπας κ᾿ εγράψασιν πιττάκιαπιττάκιον=επιστολή
7515εις όλους τους φλαμουριαρίους του πριγκιπάτου όλου
ωσαύτως κ᾿ εις τους αρχιερείς κ᾿ εις τους καβαλλαρίους,
και ήλθαν κ᾿ εσωρεύτησαν εκείσε εις την Κλαρέντζαν.
Στού άγιου Φραγκίσκου εσέβησαν, εις τους Φρεμενουρίουςφρεμενούριος=Φραγκισκανός μοναχός
κ᾿ εκάτσαν εις κρισίματα, ως ένι το συνήθειον.
7520Ενταύτα λέγει ο πρίγκιπας μισίρ Νικολάου εκείνου·
«Θέλω να μάθω από σού το ποίος ένι ο αβουκάτος
όπου χρεωστεί του να λαλή ως διά την αδελφήν σου
του να βαστά τον λόγον της, να συντυχαίνη εις κούρτην».συντυχαίνω=ομιλώ, συνομιλώ
Κ᾿ εκείνος του απεκρίθηκεν· ατός του θέλει είσται
7525να λέγη κι αποκρένεται όσον διαφέρνει εις κρίσιν
διά εκείνην την υπόθεσιν του κάστρου της Ακόβου.
§ 517 Κ᾿ εις τούτο απεκρίθηκεν ο πρίγκιπας και είπεν·
«Αφότου εσύ αποδέχεσαι να είσαι αβοκάτος
διά την υπόθεσιν αυτήν της ντάμα Μαργαρίτας,
7530κ᾿ εγώ ως διά την αγάπην σου κι ως διά την συντροφίαν σου
να σε ποιήσω συντροφίαν και να βαλθώ αβοκάτος,
να διαφεντεύω και κρατώ τα δίκαια της κούρτης».
Ενταύτα κράζει ο πρίγκιπας τον λογοθέτη εκείνον,
μισίρ Λινάρδον το όνομα, από την Πούλιαν ήτον·
7535άνθρωπος ήτον φρόνιμος, καλά γραμματισμένος·
εκείνον είχε ισόψυχον και πρώτον στην βουλήν του.
Την βέργαν γαρ και το ραβδί, το εκράτει εις το χέριν,
ως το έχουσιν οι αρχηγοί κ᾿ οι αφέντες γαρ του κόσμου,
του έδωκεν και λέγει τον· «Εγώ σε παραδίδω
7540την αφεντίαν όπου κρατώ να στήκης διά την κούρτην,
να κρένης γαρ και να κρατής το δίκαιον με τον νόμον,
με την βουλήν και συντροφίαν όπου είναι εδώ εις την κούρτην·
κι ορκώ σε κατά του Χριστού κ᾿ εις την ψυχήν σου επάνω,
εσέν κι όσοι καθέζονται μετά σε εδώ εις την κούρτην,
7545το δίκαιον της αρχόντισσας μαντάμα Μαργαρίτας
να το κρατήσετε καλά ώσπερ και το της κούρτης.
Μη σαλευτήτε τίποτε διά φτόνον ή φιλίαν·
προσέχετε μη σφάλετε απάνω εις τας ψυχάς σας,
επεί εγώ διά συντροφίαν κι αγάπην του αδελφού μου
7550του μισίρ Νικολάου ντε Σαίντ Ομέρ θέλω να αβοκαρίσωαβοκαρίζω=συνηγορώ
εκ το άλλο μέρος, να κρατώ το δίκαιον γαρ της κούρτης».
§ 518 Εν τούτω επεχείρησεν μισίρ Νικόλας εκείνος
να λέγη κι αφηγήσεται τον τρόπον της Ακόβου,
το πώς εξέπεσε η αφεντία του ιγονικού εκείνου
7555της πρωτοστρατόρισσας της ντάμα Μαργαρίτας,
καθώς το ακούσετε εδώ οπίσω εις το βιβλίον μου
τους τρόπους και τες αφορμές και την καθοδηγίαν,
το όποιον ουδέν με φαίνεται να σας το διπλογράψω,
διατό ένι γαρ κολαστικόν, οι πάντες το βαρειώνται.
§ 519 7560Κι αφότε αποπλήρωσε τα είχεν να λαλήση,
ενταύτα πάλε άρχισεν ο πρίγκιπας να λέγη,
να βάνη τρόπους κι αφορμές και λόγους εναντίους
προς το είπεν γαρ κ᾿ ελάλησε μισίρ Νικόλαος εκείνος,
ως το έχουσιν οι διάταξες κι όλα τα δικαστήρια
7565και λέγουσιν ο κατά είς το εξεύρει διά όφελόν του.
Κι αφότου είπασιν πολλά κ᾿ επλήθυναν τα λόγια,
ώρισεν ο πρίγκιπας κ᾿ ηφέραν το βιβλίον,
όπου έγραφαν κ᾿ ελέγασιν του τόπου τα συνήθεια.
Ενταύτα ηύρασιν εκεί εγγράφως το κεφάλαιον,
7570όπερ γράφει λεπτομερώς, λέγει και διερμηνεύει,
το πώς ο λίζιος άνθρωπος χρεωστεί ποιήσαι τούτο·λίζιος=υποτελής
ει μεν συμβή ο αφέντης του ο εχτρός του να τον πιάση
και να τον έχη εις φυλακήν, εις τιμωρίαν σιδήρων,
να τον ζητήση ο αφέντης του και να τον ανακράξη·
7575να σέβη εις την φυλακήν εις όψιδαν διά εκείνον,
να εβγάλη τον αφέντην του από το δεσμωτήριον.
Οφείλει προς το σύνηθες και προς το ορίζει ο νόμος
να σέβη εις την φυλακήν σωματικώς ατός του.
Και μετά ταύτα ο αφέντης του χρεωστεί πάλιν να εβγάλη
7580τον λίζιον άνθρωπο απ᾿ εκεί που εσέβη ως διά εκείνον.
§ 520 Οι πάντες γαρ όπου ήσασιν εκεί στην κούρτη ετότε,
όλοι επλαγίασαν κ᾿ έλεγαν με διάκρισιν μεγάλην
ότι η πρωτοστρατόρισσα ετύχαινεν να έχη
το ιγονικόν, την περιοχήν του κάστρου της Ακόβου,
7585αφών ατός του ο πρίγκιπας την έβαλε και ήτον
όψιδα και εις φυλακήν διά εκείνον εις την Πόλιν.
§ 521 Το φέρει γαρ ο πρίγκιπας του νόμου το βιβλίον
κ᾿ εστάθη κι αφιρώθηκεν εις το κεφάλαιο εκείνο·αφιρώθηκε=στηρίχθηκε
κι απόδειξε με το βιβλίον, του τόπου τα συνήθεια,
7590ότι με δίκαιον χρεωστικόν εχρεώστει να το ποιήση.
Ουδέν της έφταιεν τίποτε διατί γαρ ουκ ηυρέθη
διά να ζητήση δίκαιον στο ιγονικόν εκείνον
απέσω εις τα τέρμενα όπου έχουν τα συνήθεια.
§ 522 Εμεταπιάσαν όλοι τους κ᾿ εστράφησαν και είπαν
7595ότι αφότου ετύχαινε κ᾿ εχρεώστει να το ποιήση,
(να σέβη γαρ στην φυλακήν αφών την ανακράξει,
ο αφέντης της ο λίζιος, το ορίζουν τα συνήθεια,
κι ουδέν ευρέθη εις τον Μορέα στα τέρμενα απέσω,
να φανιστή εις τον πρίγκιπα, να του ζητήση δίκαιον),
7600κ᾿ επέρασαν τα τέρμενα, – το δίκαιον της εχάσε·
εδώκαν την απόφασιν ότι έρημα γυρεύει.
Εκράξασιν τον πρίγκιπα και τον μισίρ Νικόλαον,
και ήλθασιν αμφότεροι ενώπιον της κούρτης,
Κι ο λογοθέτης, όπου ήτον του πρίγκιπος ο δίκαιος,
7605εκείνος τους εσύντυχεν κ᾿ εβάσταξε τον λόγον,
το πώς η κούρτη ετήρησε κ᾿ ηύρασι με τον νόμον·
λεπτομερώς τους έδειξε το δίκαιον και τους τρόπους,
το πώς η κούρτη εκέρδισε το κάστρον της Ακόβου
με τα ομάτζια κι αφεντίαν, την περιοχήν όπου είχεν,
7610προς τα συνήθεια του Μορέως, καθώς το ορίζει ο νόμος.
Το ακούσει ετούτο ο πρίγκιπας, ως το έχουσιν οι κούρτες,
την κούρτην ευχαρίστησεν κι απόφασιν απήρεν·
ως δε ο πρωτοστράτορας ο μισίρ Ντζάς εκείνος,
ουδέν ηθέλησεν ποσώς ευχαριστίαν να ποιήση.
7615Μετά ταύτα όλοι οι άρχοντες, οι λίζιοι φλαμουριάροι,
απηλογίαν εζήτησαν κι ο πρίγκιπας τους την δίδει,
κ᾿ εδιάβησαν ο κατά είς ένθα ήθελεν κ᾿ ηγάπα.
Η κούρτη γαρ εσκόρπισεν, ο κατά είς εδιάβη
εκεί που εχρεώστει ν᾿ απελθή έκαστος απ᾿ εκείνους.
§ 524 7620Και μετά ταύτα ο πρίγκιπας κράζει τον λογοθέτην
και λέγει του γαρ μοναξά με διάκρισιν μεγάλην·
«Ομνύω σε, λογοθέτη μου, ενώπιον του Κυρίου μου,
πολλά με εφάνη βαρετον η κρίσις όπου εδόθη,
και ακληρήθη η αρχόντισσα, η ντάμα Μαργαρίτα,
7625από το κάστρον κι αφεντίαν, την περιοχήν Ακόβης,
διατί απεικάζω αισθητά κι εξεύρω ότι ένι αλήθεια
ότι εγώ την έβαλα στην φυλακήν όπου ήτον.
Και δι᾿ αύτην γαρ την αφορμήν ουδέν ευρέθη ενταύτα,
στα τέρμενα και στον καιρόν όπου έπρεπεν να έλθη,
7630να εμφανιστή εις την κούρτην μου και να έχη εξεζητήσει
της Άκοβας την αφεντίαν όπου ήτο ιγονικόν της.
Κ᾿ ετούτη γαρ η αμαρτία να σε ειπώ πώς εγίνη.
Ετότε όταν με ηφέρασιν κ᾿ είπασιν το μαντάτο,
ότ᾿ είναι και απόθανεν ο αφέντης της Ακόβου
7635(διατό ήτον εις την φυλακήν η ντάμα Μαργαρίτα,
όπερ γαρ της έρχετον το ιγονικόν εκείνο,
διατό ήτον κληρονόμος του, παιδί της αδελφής του),
με ήφερεν η όρεξις κ᾿ επίασα το βιβλίον
εκείνο όπου γράφουσιν του τόπου τα συνήθεια.
7640Και έτυχεν και ηύρηκα εκείνο το κεφάλαιον
όπερ το γράφει και δηλοί, λέγει και διερμηνεύει,
το πώς ο λίζιος άνθρωπος, όποιος γαρ κι αν ένι,
χρεωστεί να σέβη εις φυλακήν ει μεν τον ανακράξη
ο αφέντης του ο φυσικός διά να έβγη απέκει εκείνος·φυσικός [εδώ]=νόμιμος
7645και μετά ταύτα ο αφέντης του χρεωστεί να τον εβγάλη
από το δεσμωτήριον της φυλακής εκείνης.
Λοιπόν ως ελογίστηκα και ηύραμε τον νόμον,
αφών η πρωτοστατόρισσα ευρίσκετον στην Πόλιν
εις φυλακήν, ως όψιδαν όπου ήτον διά εμέναν,
7650κι ουκ ημπόρει να εφανιστή στην κούρτην μου να έλθη
απέσω εις τα τέρμενα, τα ορίζει γαρ ο νόμος,
ήτον δίκαιον να ακληρηθή και χάση το ιγονικόν της;
Εν τούτω εδιακρίθηκα κ᾿ είπα εις τον λογισμόν μου·
ότι αφότου ευρίσκετον στην φυλακήν δι᾿ εμέναν,
7655και έχανε το ιγονικόν, της είχεν εξεπέσει,
πάλε η αμαρτία, το μέμψιμον, έρχετον εις εμέναν.
Κ᾿ εις τούτο εβουλήθηκα κ᾿ επήρα εις τον σκοπόν μου
να της αφήκω το ἥμισον της μπαρουνίας εκείνης,μπαρουνία=βαρωνία
και πάλε το άλλο ἥμισον να δώσω της Μαργαρίτας,Μαργαρίτα Βιλλεαρδουίνου
7660της θυγατρός μου της μικρής, να το έχη εις γονικόν της.
Κ᾿ είδες ότι ήλθασιν εδώ ντε Σαίντ Ομέρ εκείνοι
με παρρησίαν και έπαρσιν κι αλαζονείαν μεγάλην·
πολλά μ᾿ εφάνη βαρετον κ᾿ εχόλιασε η καρδία μου
και δι᾿ αυτό γαρ ερώτησα ετότε τον μισίρ Νικόλα,
7665το τι εζήτει εις την κούρτην μου, καν χάριταν, καν δίκαιον;
κ᾿ εκείνος αποκρίθηκεν με αλαζονείαν μεγάλην·
ότι από εμέν ουκ έχρηζεν καμμίαν χάριν να λάβη,
μόνι το δίκαιον του έρχετον της ντάμα Μαργαρίτας.
Κ᾿ εγώ διά τούτο ώρισα κ᾿ ηφέραν το βιβλίον,
7670όπου ένι ο νόμος του Μορέως, και γράφουν τα συνήθεια,
διά να κριθούμε μετ᾿ αυτό, να λείψη η αλαζονειά τους,
κι απώθωκα την διάταξιν στην τήρησιν της κούρτης.
Λοιπόν, αφότου εκρίνασιν οι λίζιοι με τον νόμον
ότι ακληρήθηκεν η ντάμα Μαργαρίτα,
7675θέλω να ποιήσω προς αυτόν χάριν, να το εγνωρίσουν
όσοι το ακούσουν κ᾿ έχουσιν φρένα και γνώση εις αύτους.
Εν τούτω εξεύρω, επίσταμαι το γράφει εις το ριτζέστρο·ριτζέστρο=κτηματολόγιο (φέουδων)
της Άκοβας η μπαρουνία με τα ομάτζια που έχει,μπαρουνία=βαρωνία
ότι είναι εικοσιτέσσαρα φιέ καβαλλαρίων.
7680Διά τούτο θέλω, αν μ᾿ αγαπάς, να κράξης τον Κολινέτον,
όπου έν᾿ πρωτοβιστιάριος όλου του πριγκιπάτου,
κι ας έλθουσιν οι γέροντες της μπαρουνίας Ακόβου
κι ας φέρουσιν τα πραχτικά όπου έχουσιν μετ᾿ αύτους.
Και ποιήσετε την μερισίαν όλης της μπαρουνίας·
7685το τρίτον γαρ χωρίσετε κι αθολογήσετέ το·
ενώ έρχονται τα φίε οχτώ, θέλω τα πέντε να είναιφίε=φέουδα
όλα από τα καλλιώτερα δημοσικά του τόπου·
κι από τα ομάτζια χώρισον τα πρώτα γαρ τα τρία,ομάτζιο=φεουδαρχικό δικαίωμα
και βάλε να μού γράψουσιν φράγκικον προβελέντζι,προβελέντζι (προβελέγγιο)=τίτλος φέουδου
7690το πώς τα δίδω αυτά τα οχτώ τα φίε της Ακόβου,
το τρίτον γαρ της μπαρουνίας, της ντάμα Μαργαρίταςμπαρουνία=βαρωνία
διά χάριν και δόμα νέον αυτής και των παιδίων της».
§ 526 Κι ο λογοθέτης παρευτύς, με προθυμίαν μεγάλην,
του πρίγκιπος τον ορισμόν επλήρωσεν κ᾿ εποίκεν,
§ 528 7695Το προβελέντζι εβούλλωσεν ατός του ο λογοθέτης,
του πρίγκιπος το ήφερεν και προσκομίζει του το.
Κι ο πρίγκιπας το ανάγνωσεν· πολλά καλόν του εφάνη·
το κουβερτούρι εσήκωσεν αυτό του κρεββατίου του,
εκεί από κάτω το έβαλεν, λέγει του λογοθέτη·
7700«Άγωμε ατός σου, φέρε εδώ την ντάμα Μαργαρίτα
κι ειπές της ότι χρήζω την, θέλω να της συντύχω».
Κι ο λογοθέτης παρευτύς απήλθεν κ᾿ έφερέν την·
το έλθει η πρωτοστρατόρισσα, ο πρίγκιπας της λέγει·
§ 529 «Τον Θεόν εβγάνω μάρτυρα, καλή μου θυγατέρα,
7705στην όρεξιν και θέλημα, όπου είχα προς εσέναν,
του να σε ποιήσω κουρτεσίαν και χάριταν ομοίωςκουρτεσία=ευγενική χειρονομία
στο ιγονικόν που σε έρχετον, στην μπαρουνίαν Ακόβου.
επεί διά τούτο ερώτησα τον γέρο μισίρ Νικόλα
ετότε όταν ήλθετε ενώπιον μου εις την κούρτην·
7710το τι μού εζήτει πρότερον κι ωρέγετον να ποιήσω,
καν δίκαιον κάν τε χάριταν, το όποιον θέλει εκ τα δύο;
κ᾿ εκείνος από αλαζονείας και έπαρσιν όπου είχεν,
ουδέν εχρειάστη χάριταν να λάβη από εμέναν,
αλλά το δίκαιον ήθελεν να λάβη από την κούρτην.
7715Κ᾿ εγώ διά τούτο ήφερα του νόμου το βιβλίον·
της κούρτης το επαράδωκα, μετά ταύτα μας εκρίναν·
κι αφών η κούρτη το έκρινεν το τι σε ποιήσει ουκ έχω.
Όμως εγώ διά χάριταν εξεύροντα με αλήθειαν
ότι διά εμέν ευρέθηκες όψιδα εις την Πόλιν
7720όταν γαρ σε εξέπεσεν η μπαρουνία Ακόβου·
έχοντα δε την διάκρισιν και σπλάγχνος εις εσέναν,
εχώρισα και δίδω σε της μπαρουνίας το τρίτον
ως νέον δόμα και κληρονομίαν εσέν και των παιδίων σου·
και σήκωσε το υπάπλωμα κι αυτό το κουβερτάριν
7725να εύρης το προβελέγγι σου, πάρ᾿ το με την ευχήν μου».προβελέντζι (προβελέγγιο)=τίτλος φέουδου
Κι ο λογοθέτης άπλωσεν, το προβελέγγι εβγάνει,
του πρίγκιπος το έδωκεν, στας χείρας του το βάνει·
κι ο πρίγκιπας ελάλησε της ντάμα Μαργαρίτας·
«Έλα εδώ, θυγάτηρ μου, διά να σε ρεβεστίσω».ρεβεστίζω=απονέμω τίτλο φέουδου
7730Κ᾿ εκείνη του εσίμωσεν, και το χαρτί της δίδει·
εβγάνει το χερόρτι του, με αυτό την ρεβεστίζει.χερόρτι=γάντι
§ 530 Κ᾿ εκείνη γάρ, ως φρόνιμη, μετά χαράς το απήρεν,
με χαμηλόν προσκύνημα, κ᾿ ευχαριστίαν μεγάλην.
Ενταύτα αποχαιρέτησεν, στο οσπίτι της εδιάβη·
7735εκεί ηύρηκεν τον μισίρ Ντζάν τον άντραν της εκείνον.
Χαράν μεγάλην του έδειξεν, λεπτώς του αφηγήθην
την πράξιν όπου έποικεν εκείσε όπου εδιάβη
και την δωρέαν, την έλαβεν, την χάριταν που απήρεν
από τον πρίγκιπα Μορέως, το τρίτον του Ακόβου.
7740Το ακούσει το ο μισίρ Ντζάς, τας χείρας του σηκώνει·
χαράν μεγάλην έποικεν και τον Θεόν δοξάζει,
διατί ποτέ του ουκ ήλπιζεν, ποτέ του ουδέν εθάρρει
να έχη μερίδι ούτε αφεντίαν στην μπαρουνίαν Ακόβου.
§ 531 Αφότου γαρ ο πρίγκιπας εποίησε τα σας γράφω,
7745τον λογοθέτην έκραξε κ᾿ είπε του να ποιήση
έτερον προβελέντζιο από τα δύο ιμερίδιαπροβελέντζι (προβελέγγιο)=τίτλος φέουδου
του κάστρου και της περιοχής της μπαρούνιας Ακόβου,
το πώς το δίδει εις γονικόν της θυγατρός του εκείνης,
της Μαργαρίτας, σε λαλώ, ούτως την ωνομάζαν.Μαργαρίτα Βιλλεαρδουίνου
7750Έγραψαν κ᾿ εβουλλώσαν τα, κράζει και δίδει της τα,
ευθέως την ερρεβέστισεν και εις νομήν την βάνει,
ευχήθη της να το κρατή, να το κληρονομήση.
 
ΑΠΟΘΝΗΣΚΕΙ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΑΛΑΜΑΤΑΝ
§ 532 Μετά ταύτα ο πρίγκιπας, εκείνος ο Γυλιάμος,
τα πάντα όπου σε λαλώ, γράφω και αφηγούμαι,
7755και άλλα πλείστα και πολλά, τα ουκ ημπορώ σε γράφει,
εποίησεν και εδιόρθωσεν κι απεκατέστησέν τα.
Ως έν᾿ το πράγμα φυσικόν στο γένος των ανθρώπων
κι όσοι γεννούνται γεύγονται θάνατον κι αποθνήσκουν,
ήλθεν του πρίγκιπος καιρός, το εχρεώστει, να αποθάνη,
7760ν᾿ απέλθη εις τον παράδεισον και να διαβή εκ τον κόσμον.
Στην Καλομάτα εδιέβηκεν όπου είχεν μέγαν πόθον
διατί εγεννήθηκεν εκεί κ᾿ ήτον ιγονικόν του,
το ίδιον και το φυσικόν, το έδωκε ο ΚαμπανέσηςΓουλιέλμος Σαμπλίτης (Guillaume de Champlitte)
εις γονικόν κληρονομίας εκεινού του πατρός του
7765του γέρο του μισίρ Ντζεφρέ, Βιλαρδουήν το επίκλην.επίκλη=επώνυμο
Καταπαντούθε απέστειλε να έλθουν οι φλαμουριάροι,φλαμουράριος=βαθμοφόρος
οι αρχιερείς κ᾿ οι φρόνιμοι όλου του πριγκιπάτου·
εκείσε εκατέπεσεν εις ζάλην του θανάνου·
όλους επαρακάλεσε διά να τον συμβουλέψουν
7770να ποιήση πράγμα εύπρεπον εις τέλος της ζωής του.
§ 533 Την διάταξίν του έποικεν με διάκρισιν μεγάλην·
τον μέγαν τον κοντόσταυλον, τον Τζαρδερούν εκείνον, Ιωάννης ντε Σωντερόν (Jean Chauderon)
εδιόρθωσεν και άφηκεν μπάϊλον στο πριγκιπάτο.
Τον ρήγαν γαρ τον Κάρουλον έγραψεν κι άξιωσέ τον,Κάρολος A’ ο Ανδεγαυός (Charles d'Anjou)
7775πρώτα τες θυγατέρες του κι όλους του πριγκιπάτου,
μικροί, μεγάλοι, να του είναι όλοι παραδομένοι,
να τους κρατή και κυβερνή όλους με δικαιοσύνην.
Τα μοναστήρια των Φραγκών ομοίως και των Ρωμαίων,
τα έποικεν κι ανάστησεν διά να παρακαλούσιν
7780τον Βασιλέα των ουρανών διά την χριστιανωσύνην·
τα ψυχικά, τα έχουσιν μετά προβελεντζίου του,
όπου έποικεν του καθενός, τινάς μη τα εμποδίση,
μηδέ ενοχλήση τίποτε από όσα τους εδώκεν.
Ωσαύτως γαρ και τες δωρεές όπου έποικεν ανθρώπων,
7785όπου τον εδουλέψασιν με προθυμίαν και κόπον,
μη τους οχλήση πώποτε άνθρωπος γεννημένος.
§ 535 Ώρισε κ᾿ επαρήγγειλεν, μεθ᾿ ότου αποθάνη,
μη πρου περάση ο καιρός εκείνος γαρ ο χρόνος,πρου=προτού
τα οστέα του μοναχά να βάλουσι εις σεντούκι
7790στον άγιον Ιάκωβον Μορέως, εκεί εις την Ανδραβίδαν,
στην εκκλησίαν όπου έποικεν και έδωκεν στο Τέμπλο,Τέμπλο=τάγμα Ναϊτών
εις το κιβούριον, το έποικεν, όπου ήτον ο πατήρ του·κιβούρι=τάφος
εις την δεξιάν του την μερέαν να ένι ο αδελφός του,
κ᾿ εκείνος να ένι αριστερά, και ο πατήρ του μέσα.
7795Εδιόρθωσεν κ᾿ επρόνοιασεν τέσσαρους καπελλάνους,πρόνοιασε=έδωσε φέουδα
τους ονομάζουν οι Ρωμαίοι ιερείς τους λέγουν όλοι,
να στήκουσιν αδιάλειπτοι εις αιώνας των αιώνων,
να ψάλλουσιν και λειτουργούν αεννάως διά τες ψυχές τους·
εις εντολήν κι αφορισμόν ώρισε, εγράψανέ το,
7800ποτέ να μη έχουν σκάνταλον από άνθρωπον του κόσμου.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΟΣ ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΥ ΒΙΛΛΑΡΔ0ΥΙΝ0Υ [1278]
§ 534 Κι αφότου εκατόρθωσεν όσα σας αφηγούμαι
και άλλα πλείστα πράγματα (τα ουκ ημπορώ σας γράψει,
διατί βαρειώμαι γράφει τα διά την πολυγραφίαν),
το πνεύμα του επαρέδωκεν κι απήραν το οι αγγέλοι·
7805εκεί το αποσκηνώσασιν όπου είναι οι δίκαιοι όλοι·
όλοι τον μνημονεύετε, καλός αφέντης ήτον.
Έδε αμαρτία που εγίνετον, το πρέπει να λυπούνται
μικροί μεγάλοι του Μορέως, διατί ουδέν αφήκεν
απ᾿ αύτου υιόν αρσενικόν διά να κληρονοήση
7810τον τόπον, όπου εκέρδισε με μόχθον ο πατήρ του.
Αμμή έποικεν θηλυκά κ᾿ εχάθη η δούλεψή του·
επεί το θηλυκόν παιδί ᾿ς κληρονομίαν αφέντου
ποτέ στερχτό ουκ ευρίσκεται του να κληρονομήση,
αφού εξ αρχής εγένετο κατάρα εις τες γυναίκες·
7815κι ου πρέπει του να χαίρεται ποτέ του γαρ αφέντης
όπου διά κληρονομίαν έποικε θυγατέρες·
επεί όλην την αφεντίαν και δόξαν όπου έχει,
οίον γαμπρόν του δώση ο Θεός, θέλει του την επάρει.
 
Ο ΜΟΡΕΑΣ ΚΥΒΕΡΝΑΤΑΙ ΥΠΟ ΒΑΪΛΩΝ
§ 536 / 537 Αφότου γαρ απέθανεν ο πρίγκιπα Γυλιάμος,
7820ο μισίρ Ντζάς ο Τζαρδερούς, κοντόσταυλος ο μέγας, Ιωάννης ντε Σωντερόν (Jean Chauderon)
(ούτως τον ωνομάζουσιν στο πριγκιπάτο όλο,
όπερ γαρ τον άφηκε μπάϊλον εις τον Μορέαν)
ευθέως πιττάκια έγραψεν, μαντατοφόρους στέλνει
εκείσε εις την Ανάπολιν όπου ήτο ο ρήγας Κάρλος.Κάρολος A’ ο Ανδεγαυός (Charles d'Anjou)
7825Λεπτομερώς του εμήνυσεν κ᾿ επληροφόρεσέ τον
τον θάνατον του πρίγκιπος και την κατάστασίν του.
Κι ο ρήγας, ως το ήκουσεν, μεγάλως το ελυπήθην·
ώρισεν και ήλθασιν οι πρώτοι της βουλής του.
Βουλήν εζήτησεν αυτών του να τον συμβουλέψουν
7830περί του τόπου του Μορέως πώς να τον κυβερνήση.
Και η βουλή του του είπασιν του να έχη αποστείλει
άνθρωπον φρονιμώτατον, στρατιώτην παιδεμένον,
του να ένι μπάϊλος, κύβερνος ᾿ς όλο το πριγκιπάτο,
να έχη απάδειαν κ᾿ εξουσίαν να κυβερνά τους πάντας
7835εις όρεξιν κι ανάπαψιν των τοπικών ανθρώπων.
§ 538 Ενταύτα γαρ εδιόρθωσεν οκάποιον καβαλλάρην·
Ρούσον τον ωνομάζουσιν και ντε Σουλή το επίκλη·
άνθρωπος ήτον ευγενής, στρατιώτης παιδεμένος.
Και ρογατόρους του έδωκεν πενήντα εις τα φαρία τουςρογατόρος=μισθοφόρος
7840και διακοσίους τζαγράτορους, όλοι εκλεχτοί εις άκρον,τζαγρατόροι=φέροντες βαλλίστρα
τους όποιους γαρ τον ώρισεν ο ρήγας απατός του
να βάλη αυτούς εις φύλαξιν των καστρών του Μορέως·
προστάγματα του έποικεν, τα επήρε μετ᾿ εκείνον.
Στους αρχιερείς, φλαμουριαρίους και στους καβαλλαρίους,
7845τους πρώτους όπου ήσασιν ετότε του Μορέως,
᾿ς όλους πιττάκια εβάσταινεν εκ του ρηγός το μέρος.πιττάκιον=επιστολή
Εξέβη απ᾿ την Ανάπολιν με τον λαόν εκείνον
κ᾿ εις την Κλαρέντσαν έσωσεν το έβγα του μαΐου.
Το σώσει γαρ απέστειλεν στους αρχιερείς του τόπου,
7850εις όλους τους φλαμουριαρίους κ᾿ εις τους καβαλλαρίους
γραφές, πιττάκια του ρηγός, τα εβάστα μετ᾿ εκείνον.
Ωσαύτως γαρ τους έγραψεν κ᾿ εκ μέρους εδικού του
όπως να καταλάβωσιν εκείσε εις την Κλαρέντσα,
να ιδούσιν τα προστάγματα, τα ήφερε εκ τον ρήγαν.
7855Κ᾿ εκείνοι εκατέλαβαν· το λάβει τα πιττάκια,
κι όσον αποσωρεύτησαν μικροί τε και μεγάλοι,
ανοίξαν τα προστάγματα και αναγνώσανέ τα·
το πώς ο ρήγας ώρισεν άπαντας του Μορέως,
τον Ρούσο εκείνον ντε Σουλή να τον δεχτούν διά μπάϊλον,
7860κι όσοι είναι λίζιοι άνθρωποι και χρεωστούν ομάτζια,
του Ρούσου να τα ποιήσουσιν ως διά τα ιγονικά τους,
ώσπερ να ήτο ολοστινός ο ρήγας απατός του.ολοστινός=ολόκληρος
§ 540 Και όσον αναγνώσασιν τους ορισμούς εκείνους
οι φλαμουριάροι κ᾿ οι αρχιερείς κ᾿ οι καβαλλάροι ομοίως,
7865ομού βουλήν απήρασιν πώς να απηλογηθούσιν.
Τον μητροπολίτην της Πατρού, μισίρ Μπενέτος άκω,
εκείνον γαρ εκλέξασιν να συντύχη διά όλους.
Ενταύτα επεχείρησε και λέγει προς τον μπάϊλον·
το πώς οι πάντες του Μορέως, μικροί τε και μεγάλοι,
7870τους ορισμούς, προστάγματα, τα ήφερεν εκ τον ρήγαν,
όλοι τα επροσκύνησαν και δέχονται τα ορίζει·
τον μπάϊλον όπου έστειλεν κ᾿ εκείνον δέχονταί τον,
να τον κρατούν και σέβονται ώσπερ να ήτον ο ρήγας.
Το δε ομάτζιο και λιζίαν, τα ορίζει να έχουν ποιήσειομάτζιο=φεουδαρχικό δικαίωμα
7875του μπάϊλου εκεινού ντε Σουλή, ποτέ ουδέν το κάμνουν,
διότι γαρ ηθέλασιν σφάλλει από τα συνήθεια,
τα ορίζει ο νόμος του Μορέως, τα έχουν εκ την κουγκέσταν,κουγκέστα=κατάκτηση Μοριά
τα ωμόσασιν κ᾿ εγράψασιν εκείνοι όπου εκερδίσαν
το πριγκιπάτο του Μορέως, από σπαθίου το απήραν.
ΤΑ ΣΥΝΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ
7880Επεί ο νόμος του Μορέως, του τόπου τα συνήθειατα συνήθεια=Εθιμικό Δίκαιο
ορίζουν ότι ο πρίγκιπας, ο αφέντης γαρ του τόπου,
όστις κι αν ένι, όταν έλθη την αφεντίαν να λάβη,
σωματικώς να απέρχεται εντός του πριγκιπάτου,
να ομόση πρώτα του λαού, όπου είναι στον Μορέαν,
7885εις το ευαγγέλιον του Χριστού την χείραν του να βάλη·
να τους κρατή δικαιολογά εις τα συνήθεια που έχουν,
κ᾿ εις την φραγγίδαν που έχουσιν να μη τους σκανταλίση.φραγγίδα=προνόμια
Κι αφών ομόση ο πρίγκιπας ούτως ωσάν το λέγω,
ενταύτα αρχάζουν οι άπαντες λίζιοι του πριγκιπάτου
7890και κάμνουσιν τα ομάτζια, στον πρίγκιπαν εκείνον.ομάτζιο=φεουδαρχικό δικαίωμα
Επεί η λιζία που γίνεται, φιλούνται εις το στόμα,λιζία=υποτέλεια, υποταγή
κ᾿ ένι το πράγμα επίκοινον αμφοτέρων των δύο·
ούτως χρεωστεί ο πρίγκιπας την πίστιν προς τον λίζιον
ωσάν ο λίζιος προς αυτόν, ουκ ένι διαφωνία,
7895άνευ η δόξα και τιμή όπου έχει πάσα αφέντης.
Πολλάκις δε ο πρίγκιπας να ήτον εις άλλον τόπονπολλάκις [εδώ]=μη τυχόν
και να ήθελεν να έβαλλεν οκάποιο άλλον δικαίον του
να παραλάβη των λιζίων τα ομάτζια όπου χρεωστούσιν,
ουδέν χρεωστούν οι άνθρωποι οι λίζιοι του Μορέως
7900να ποιήσουν άλλον γαρ τινός ομάτζιον και λιζίαν,
παρά του πρίγκιπος αυτού στο πριγκιπάτο απέσω.
§ 541 «Διά τούτο σε παρακαλούν οι λίζιοι του Μορέως
μη το δεχτής εις βάρος σου ετούτο όπου σε λέγουν,
επεί πρώτα ν᾿ απόθαναν και να τους ακληρήσαν,
7905παρά να τους εβγάλασιν εκ τα συνήθεια που έχουν.
Όμως ετούτο να γενή διά του ρηγός την δόξαν·
να μη σκοπήση τίποτε διά σκυβουρίαν το κάμνουν.
Αλλά αφότου άλλαξεν του πρίγκιπος η αφεντία,
και ήλθαμεν στην αφεντίαν του αφέντη μας του ρήγα,
7910εάν είχαμεν την δύναμιν να εποίησαμεν το ομάτζιον.
Ημείς όπου είμεθεν εδώ μετά την ευγενείαν σου
ουδέν έχομεν την εξουσίαν άνευ να ήσαν κι άλλοι·
ο Μέγας Κύρης πρότερον, των Αθηνών ο δούκας,
οι τρεις αφέντες του Εύριπου και της Νηξίας ο δούκας,
7915της Ποντενίτζας αλλά δή εκείνος ο μαρκέσης.μαρκέσης=μαρκήσιος
Όμως ας λείψουν τα πολλά, εάν έν᾿ το θέλημά σου,
διατό είσαι μπάϊλος σήμερον κ᾿ έχεις την εξουσίαν,
κι ουκ είσαι αφέντης φυσικός ομάτζιον να σε ποιήσουν.φυσικός [εδώ]=νόμιμος
Διά να έχης αποθάρριον στους τοπικούς ανθρώπους,αποθάρριον=οικειότητα
7920κ᾿ ετούτοι πάλε εις εσέν να τους κρατής εις δίκαιον·
ας γένεται κατάθεσις με του Θεού τον φόβον,
στο ευαγγέλιον του Χριστού, εσύ πρώτα να ομόσης
να μας κρατής και κυβερνής στου τόπου τα συνήθεια
και μετά ταύτα από σού κ᾿ ετούτοι να σε ομόσουν
7925να είναι πιστοί κι αληθινοί στον ρήγαν κ᾿ εις εσέναν,
ως οφφικιάλον του ρηγός κι αντίτοπός του που είσαι».αντίτοπος=αναπληρωτής
§ 542 Το ακούσει ο Ρούσος ντε Σουλή ότι να γένη όρκος,
ευθέως εσυγκατέβηκεν κ᾿ ισιάστησαν εις τούτο.
Ενταύτα ώρισε ηφέρασιν το άγιον ευαγγέλιον
7930κι ώμοσε ο μπάϊλος πρότερον και τότε οι λίζιοι ανθρώποι,
να είναι δούλοι και πιστοί πρώτα στον ρήγαν Κάρλου
κι απέκει στους κληρονόμους του, ως ένι το συνήθειον.
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ ΤΗΣ ΙΣΑΒΕΛΛΑΣ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΙΝΗΣ
§ 543 Εν τούτω επαράλαβεν ο Ρούσος το μπαϊλάτομπαϊλάτο=αξίωμα βάιλου
και άρξετον το οφφίκιον του εις έργον να το βάνη,οφφίκιον=αξίωμα
7935ν᾿ αλλάσση τους οφφικιαλίους, να βάνη άλλους νέους.
Πρωτοβιστιάρην άλλαξε ομοίως και τριζουριέρην,τριζουριέρης=θησαυροφύλακας
τον προβεούρην των καστρών, τους καστελλάνους όλους·
τους τζαγρατόρους έβαλεν κ᾿ ημοίρασε εκ τα κάστρη,τζαγρατόροι=φέροντες βαλλίστρα
και μετά ταύτα εδιόρθωσεν του τόπου τες δουλείες.
§ 544 7940Κι αφότου γαρ επλάτυνεν η αφεντία του ρήγα
εις το όνομα του πρίγκιπος μισίρ Λοΐς εκείνου,Φίλιππος Α΄ του Τάραντος [το “Λοΐς” λάθος]
όπου ήτον του ρηγός ο υιός και άντρας της Ζαμπέας,
της θυγατρός του πρίγκιπος εκεινού του Γυλιάμου,
ουδέν επέρασεν ποσώς καιρός μικρός κι ολίγος,
7945από τες πλείστες αμαρτίες όπου έχει ο Μορέας
κι ουκ έχουσιν εριζικόν να έχουν καλόν αφέντην,
απέθανεν ο μισίρ Λοΐς, ο πρίγκιπας Μορέως.
Έδε αμαρτία που εγίνετον ᾿κ τον θάνατον εκείνον,
διατί έδειχνεν κ᾿ εφαίνετον καλός αφέντης ένι.
7950Δεύτερος ήτο αυτάδελφος του ρήγα Κάρλου εκείνου,Κάρολος Β’ ο Χωλός
εκείνος γαρ που ήτον κοτσός, ο πατήρ του ρόη Ρομπέρτου.Ροβέρτος της Νεαπόλεως
Αφότου γαρ απέθανεν μισίρ Λοΐς εκείνος,
ενέμεινεν η αφεντία του αμαρτωλού Μορέως
στας χείρας κ᾿ εις την αφεντίαν του ρήγα Κάρλου εκείνου.
§ 545 7955Εν τούτω παύομαι εδώ να λέγω κι αφηγούμαι
περί του ρήγα Κάρουλου κ᾿ εκεινού του αδελφού του,
τον έλεγαν μισίρ Λοΐν πρίγκιπα του Μορέως.
Και θέλω να αφηγήσωμαι περί τον Μέγαν Κύρην,
μισίρ Γυλιάμο το όνομα το επίκλην ντε λα Ρότζε,Γκυ Β’ Ντελαρός (De La Roche)
7960όπου ήτον δούκας Αθηνών, καλός αφέντης ήτον·
ωσαύτως να αφηγήσωμαι και διά τον κόντον Μπρένα,Ούγος ντε Μπριέν (Hugues de Brienne)
μισίρ Ούγγο το όνομα, κόντος ήτον ντε Λέτζε,
το εκράτει από τον Κάρουλον, τον ρήγα, εκεί εις την Πούλιαν.Πούλια=>Απουλία Ιταλίας
§ 546 Στον χρόνο εκείνον και καιρόν, όπου σε αφηγήθην
7965εδώ οπίσω εις το βιβλίον τούτο που αναγινώσκεις,
όταν ο δούκας Αθηνών εστράφη εκ την Φραγκίαν,
εύρεν ότι ο πρίγκιπας εκείνος ο ΓυλιάμοςΓουίδων ή Γκυ Α’ Ντελαρός
επιάστη εις την Πελαγονίαν και ήτον εις την Πόλιν,
άπερ τον εκράτει ο βασιλέας εις φυλακήν του απέσω.
ΟΙ ΔΙΑΦΟΡΟΙ ΔΟΥΚΕΣ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
7970Ο δούκας γαρ των Αθηνών γυναίκα ετότε ουκ είχεν
και μετά ταύτα ισιάστηκεν με τον σεβαστοκράτωρ,
εκείνον τον κυρ Θεόδωρον, τον αφέντην της Βλαχίας,Ιωάννης Α’ Δούκας [λάθος Χρονικού]
κ᾿ επήρε την θυγάτηρ του βλογητικήν γυναίκαν.ευλογητική=στεφανωμένη
Και έποικαν αμφότεροι το αντρόγυνον εκείνο
7975υιόν, τον ωνομάσασιν μισίρ Γγί ντε λα Ρότσε,Γκυ Β’ Ντελαρός (De La Roche)
όστις γαρ μετά την θανήν εκείνου του πατρός του
έζησεν και εγένετον των Αθηνών ο δούκας,
Μέγαν Κύρην τον έλεγαν, της Ρωμανίας το επίκλην.
Κι όταν εκατεστάθηκεν κ᾿ εγίνη καβαλλάρης,
7980ισιάστη με την πριγκίπισσαν, την ντάμα Ζαμπέαν εκείνην,Ισαβέλλα Βελλεαρδουίνου (Ιζαμπώ)
ενώ εκράτει τον τόπον του απ᾿ αυτήν κ᾿ ήτον κυρά του,
κι απήρε την θυγάτηρ της βλογητικήν γυναίκαν·
Μαάτα την ελέγασιν ούτως την ωνομάζαν,Αναγαυική Ματθίλδη (Mahaut de Hainaut)
του πρίγκιπος γαρ του Φλορά ήτον η θυγατέρα.
§ 547 7985Ο δούκας γαρ των Αθηνών Γυλιάμος ο πατήρ του
έζησε χρόνους ικανούς αφότου εμεταστάθη
ο πρίγκιπας γαρ του Μορέως, εκείνος ο Γυλιάμος.
Κι όταν εξέπεσε ο Μορέας του ρήγα Κάρλου εκείνου,
τον πρώτον μπάϊλον που έστειλεν ο ρήγας στον Μορέαν,
7990ήτον ο Ρούσος ντε Σουλή, και μετ᾿ εκείνου εγίνηHugues (Rousseau) de Soully
ο δούκας γαρ των Αθηνών, εκείνος ο Γυλιάμος,
μπάϊλος και βικάριος ντζενεράλ όλου του πριγκιπάτου.βικάριος ντζενεράλ=γενικός τοποτηρητής
Ο ρήγας του απέστειλεν το πρόσταγμα ᾿κ την Πούλιαν,
την λέγουν οι Φράγκοι κομεσίουν, ούτως την ονομάζουν.κομεσίουν=διαταγή
7995Κ᾿ ενταύτα επαράλαβεν τ᾿ οφφίκιον του μπαλιάτου
και ήτον μπάϊλος του ρηγός έως εις την ζωήν του.
Κ᾿ ετότε εις την ημέραν του έχτισε την Δημάτραν,
το κάστρον που ήτον στα Σκορτά, το χάλασαν οι Ρωμαίοι·Σκορτά=> ορεινή δυτ. Αρκαδία
ατός του εστάθηκεν εκεί ετότε ο Μέγας Κύρης
8000έως ου και επληρώθηκεν το κάστρον της Δημάτρας.
§ 548 Διαβόντα γαρ μικρός καιρός απέθανε η κουντέσσα,Ισαβέλλα Ντελαρός
του κόντου ντε Μπριένε η γυνή όπου ήτον αυταδέλφη
του δούκα γαρ των Αθηνών μισίρ Γυλιάμου εκείνου,Γουλιέλμος Ντελαρός
ενώ ήτον πρώτη σύμβια του θαυμαστού στρατιώτου,
8005του αφέντη της Καρύταινας, ωσάν σε το αφηγήθην.
Εκείνη γαρ η αρχόντισσα έποικεν με τον κόντον
υιόν, εξαίρετον παιδί, το ωνόμασαν Γατιέρην·Gautier de Brienne
έζησε και εγένετον άξιος καβαλλάρης,
στρατιώτης γαρ εξάκουστος εις όλα τα ρηγάτα,
8010εκείνον που εσκοτώσασιν στον Αλμυρό η Κουμπάνια.Κουμπάνια=Καταλανική Εταιρεία
ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΔΟΥΚΟΣ ΑΘΗΝΩΝ ΒΑΪΛΟΥ ΜΟΡΕΩΣ
§ 549 Αφότου γαρ απέθανεν εκείνη η κουντέσσα,
διαβόντα ολίγος ο καιρός, απέθανεν κι ο δούκας,
εκείνος γαρ των Αθηνών ονόματι Γυλιάμος.Γουλιέλμος Ντελαρός
Ζημία μεγάλη εγίνετον από τον θάνατόν του,
8015διατό ήτο αφέντης φρόνιμος, φιλάνθρωπος εις πάντας·
μεγάλη θλίψη εγένετον στο πριγκιπάτο όλον.
Ενταύτα εσυνέβηκεν, ακούσετε τι εγίνη·
ο κόντος Ούγγος ωρέχτηκεν, εκείνος γαρ ντε Μπριένε,Ούγος ντε Μπριέν (Hugues de Brienne)
από την Πούλια επέρασεν κ᾿ ήλθεν εις τον Μορέαν,
8020κι απαύτου πάλε εδιάβηκεν ολόρθα εις την Θήβαν,
λέγας να ιδή την δούκισσαν, να την παρηγορήση,
διατό ήτο εγνέας χηρέψοντα απ᾿ τον μισίρ Γυλιάμον,
από τον δούκαν Αθηνών, τον γυναικάδελφόν του.
§ 550 Κι αφότου απέσωσεν εκεί κ᾿ είδεν κ᾿ εσύντυχέ της,
8025εστάθη ημέρες ικανές λέγας, παρηγορά την.
Και τόσα εσύντυχαν ομού, ωρέχτη ο είς τον άλλον,
μετά συμβίβασιν καλήν ο κόντος ευλογήθη
τότε την συμπεθέραν του, την δούκισσαν εκείνην,
του γυναικαδέλφου την γυνήν ευλογήθη εις γυναίκαν.
8030Αφότου εσμίξασιν οι δύο, ως το ήφερεν το φέρος,το φέρος=οι περιστάσεις
η αρχόντισσα εγγαστρώθηκεν κ᾿ έποικεν θυγατέραν·
Ντζανέτα την ωνόμασαν, κι όσον εκαταστάθη
κ᾿ ήλθεν του νόμου ηλικίας κ᾿ εγίνετον γυναίκα,
άντραν της εδώκασιν μισίρ Νικόλαον εκείνον·
8035το επίκλην του ήτον ντεΣανού, δούκας ήτον Νηξίας·Νικόλαος Α’ Σανούδος
ποτέ καλήν συμβίβασιν ουκ είχασιν τα δύο.
Από αμαρτίας εγίνετον, τέκνον ουκ εποιήσαν
να αφήκουν κληρονόμον του, διά να κληρονομήση
εις τόσα κάστρη και νησία, τα είχε ο μισίρ Νικόλαος.
§ 551 8040Ο κόντος Ούγγος ντε Μπριένε, αφότου ευλογήθη
την δούκισσαν των Αθηνών, την αφεντίαν απήρε,
τον τόπον όλο αφέντευεν του Μεγαλοκυράτου,Μεγαλοκυράτο=Δουκάτο Αθηνών
κ᾿ είχεν εις αβοερίαν αυτού τον Γγίον ντε λα Ρότζε
έως ου έζη η μητέρα του, η δούκισσα εκείνη.
8045Διαβόντα γαρ χρόνοι καν δύο, απέθανε η κουντέσσα,
κι ο κόντος Ούγγος εδιάβηκεν τον τόπον του της Πούλιας.Πούλια=>Απουλία Ιταλίας
Κι αφότου ήλθεν ο Γιωτής του νόμου ηλικίας,Γκυ Β’ Ντελαρός (De La Roche)
την αφεντία επαράλαβεν, το Μεγαλοκυράτο.
Καβαλλάρης εγένετον, καλός αφέντης ήτον,
8050Μέγαν Κύρην τον έλεγαν, το επίκλη των Ἑλλήνων,επίκλη=ιδιαίτερος τίτλος [εδώ]
δούκας ήτον των Αθηνών, όνομα μέγαν είχεν·
μόνον γαρ από αμαρτίας, διατό εδίαγε εις πονηρίαν,
ο Θεός ουδέν του έδωκεν να ποιήση κληρονόμον,
να αφήκη από την σάρκαν του παιδί του να αφεντέψη
8055τον τόπον και την αφεντίαν, την είχαν οι γονείς του.
§ 552 Εν τούτω παύομαι εδώ να λέγω διά εκείνον,
τον μισίρ Γγί ντε λα Ρότζε, τον Μέγαν Κύρη εκείνον,Γκυ Β’ Ντελαρός (De La Roche)
και θέλω να σε αφηγηθώ διά τον μισέρ Νικόλαον,
το επίκλην του ντε Σαίντ Ομέρ, το πώς γαρ ευλογήθηΝικόλαος Β’ Σαιντ Ομέρ
8060κι απήρεν εις γυναίκαν του την πριγκίπισσαν Μορέως,
εκείνη όπου ήτον σύμβια του πρίγκιπα Γυλιάμου.
Η ΧΗΡΑ ΤΟΥ ΠΡΙΓΚΙΠΟΣ ΓΟΥΛΙΕΛΜΟΥ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΙΝΟΥ
§ 553 Αφότου γαρ απέθανεν ο πρίγκιπα Γυλιάμος,
απόμεινε η πριγκίπισσα, εκείνη η γυνή του,Άννα, κόρη Δεσπότη Ηπείρου Μιχαήλ Β’
(ενώ ήτον αυταδέλφισσα εκεινού του Δεσπότου,
8065κυρ Νικηφόρου εκεινού, του αφέντη γαρ της Άρτας),
χήρα, και ήτον στον Μορέαν κ᾿ είχεν χωρία πλείστα,
ενώ εκράτει και ενομεύετον στον κάμπον του Μορέως·
ωσαύτως στο καστελλανίον, εκείνο της Καλαμάτας,
είχεν όπου αφέντευεν χώραν το Μανιατοχώριν,
8070τον Πλάτανον και το Γλυκύ κι άλλα χωρία μετ᾿ αύτα.
 
ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΣΑΙΝΤ ΟΜΕΡ ΒΑΪΛΟΣ ΜΟΡΕΩΣ
§ 554 Ενταύτα ο μισίρ Νικόλαος ντε Σαίντ Ομέρ ο γέρος,Νικόλαος Β’ Σαιντ Ομέρ
ως ήτον μέγας κ᾿ ευγενής κ᾿ είχε πολύ λογάριν,λογάρι=χρήμα
και ήτον αποθάνοντα η πρώτη του γυναίκα,
(όπου ήτον γαρ πριγκίπισσα της πόλεως Αντιοχείας,
8075από την όποιαν έλαβεν πλούτος, λογάρι εις δόξαν),
ως ευγενής και φρόνιμος ισιάστηκεν κι απήρεν
εκείνην την πριγκίπισσαν, όπου ήτον του Μορέως,
γυναίκαν του ευλογητικήν, ούτως την ευλογήθη,
και δι᾿ αυτό ήλθεν στον Μορέαν και ήτον μετ᾿ εκείνην.
8080Από του πλούτου του πολλού, την αφεντίαν όπου είχεν,
το κάστρον του Σαίντ Ομερίου, όπου ήτον εις την Θήβαν,
εποίησεν, κ᾿ έχτισεν αυτό κάστρο αφιρόν εις σφόδρα·αφιρόν=στέρεο
οικήματα έποικε εις αυτό διά έναν βασιλέαν.
Έποικεν γαρ κ᾿ εχτίσεν το κ᾿ εκαταϊστόρησέν το
8085το πώς εκουγκεστήσασιν οι Φράγκοι την Συρίαν.
Το όποιον εχαλάσασιν μετά ταύτα η ΚουμπάνιαΚουμπάνια=Καταλανική Εταιρεία
διά φόβον όπου είχασιν από τον Μέγαν Κύρην,
τον δούκαν γαρ των Αθηνών, τον λέγουσιν Γατιέρην·
πολλάκις μη το έπιασεν κ᾿ εσέβηκεν εις αύτοπολλάκις [εδώ]=μη τυχόν
8090και μετά εκείνο εκέρδισε το Μεγαλοκυράτο.
Έδε αμαρτίαν όπου έποικαν οι δόλοι ΚατελάνοιΚατελάνοι=Καταλανοί
κ᾿ ετέτοιον κάστρο εχάλασαν κ᾿ ετέτοιον δυναμάριν!δυναμάρι=κάστρο, οχυρό
Ωσαύτως και εποίησεν μισίρ Νικόλαος εκείνος
στην χώραν του Μανιατοχωρίου, έναν μικρόν καστέλλιν[κάπου βορείως Πύλου]
8095διά φύλαξιν του τόπου του κατά των Βενετίκων.
Και μετά ταύτα έχτισεν το κάστρον του ΑβαρίνουΑβαρίνο=Ναβαρίνο (Πύλος)
εις λογισμόν και εις σκοπόν να ποιήση προς τον ρήγαν,
να το έχη δώσει εις κληρονομίαν εκεινού και του ανεψίου του,
του μεγάλου πρωτοστράτορος, μισίρ Νικόλας άκω.
§ 555 8100Ενταύτα έδραμε ο καιρός κι απόθανε ο Μέγας Κύρης,
όπου ήτον μπάϊλος στον Μορέαν και μετ᾿ εκείνου ετέθη
μπάϊλος βικάριος ντζενεράλς ο μισίρ Γγίς εκείνος,βικάριος ντζενεράλ=γενικός τοποτηρητής
τον έλεγαν γαρ Τρεμουλάν, αφέντην της Χαλαντρίτσας.Γκυ ντε Λα Τρεμουάιγ (Guy de la Trémoille)
§ 557 Κι αφότου γαρ απόθανεν ο Τρεμουλάς εκείνος
8105απόστειλεν προστάγματα από την Πούλια ο ρήγας
του μισίρ Νικολάου ντε Σαίντ Ομέρ, να ένι εκείνος μπάϊλος.
Κ᾿ ενταύτα επαράλαβεν το οφφίκιον του μπαλιάτουοφφίκιον=αξίωμα
κ᾿ έπραττε κ᾿ εδιόρθωνε τον τόπον εις ειρήνην,
ως ευγενής και φρόνιμος που ήτον απάνω εις όλους.
§ 557 8110Εις τον καιρόν της εξουσίας του γέρο μισίρ Νικολάου,
εκείνου γαρ ντε Σαίντ Ομέρ, ο της Θηβού αφέντης,
όπου ήτον μπάΐλος στον Μορέαν εκείνες τες ημέρες,
οκάποιος Φράγκος ευγενής, που ήτον εκ την Τσαμπάνιαν,
μισίρ Ντζεφρέ τον έλεγαν, το επίκλην ντε Μπριέρες,Γοδεφρείδος ντε Μπρυγέρ ο Νεώτερος
8115εξάδελφος ήτο εκεινού του αφέντη της Καρυταίνου.
Κι ως ήκουσεν και έμαθεν ότι εμεταστάθη
ο αφέντης της Καρύταινας, όπου ήτο εξάδελφός του,
κι ουδέν ενέμεινε απ᾿ αυτού παιδί του κληρονόμος,
ήλθεν του όρεξις καλή κ᾿ εις λογισμόν εβάλθη
8120να απέλθη γαρ εις τον Μορέαν, ως προγγενής όπου ήτονπρογγενής=πλησιέστερος συγγενής
του αφέντη της Καρύταινας, να έχη το ιγονικόν του.
Τον τόπον του εσημάδηψεν κ᾿ υπέρπυρα εδανείστη,εσημάδεψε=έβαλε υποθήκη
σιργέντες οχτώ ερρόγεψεν όπου ήλθαν μετ᾿ εκείνον.ρογεύω=στρατολογώ (μισθοφόρους)
Από αρχιερείς, καβαλλαρίους απήρεν μαρτυρίες
8125εγράφως με τες βούλλες τους, το πώς εμαρτυρούσαν,
ότι ήτον γαρ εξάδελφος εγνήσιος, κατά σάρκα,
του αφέντη της Καρύταινας, του μισίρ Ντζεφρέ ντε Μπριέρες.
Οικονομήθη ευγενικά, απήρε οχτώ σιργέντες,σιργέντης=υπαξιωματικός, ακόλουθος
εξέβη από τον τόπον του κ᾿ εβάλθη να οδεύη.
§ 558 8130Και ήλθεν στην Ανάπολιν κ᾿ ηύρεν τον ρήγαν ΚάρλονΚάρολος Β΄ της Νεαπόλεως, ο Χωλός
τες μαρτυρίες του έδειξεν εκείνες όπου εβάστα
το πώς ήτον εξάδελφος του αφέντη της Καρυταίνου
και ήλθεν προς το σύνηθες όπου έχουσιν οι Φράγκοι,
ως γονικάρχος, συγγενής να έχη το ιγονικόν του.
8135Το ομάτζιον του επρεζάντισε, ως ένι το συνήθειον.ομάτζιο=φεουδαρχικό δικαίωμα
§ 559 Κι ο ρήγας, ως το ήκουσεν κ᾿ είδεν τες μαρτυρίες του,
ώρισεν και εγράψασιν στον μπάϊλον του Μορέως,
εκείνου γαρ ντε Σαίντ Ομέρ του γέρο μισίρ Νικολάου,
να ποιήση να ελθούν οι άπαντες λίζιοι του Μορέως,
8140οι αρχιερείς κ᾿ οι φρόνικοι όλου του πριγκιπάτου,
να ποιήση κούρτην δυνατήν, να ιδούν τες μαρτυρίες του,κούρτη=συνέλευση αρχόντων
όπου ήφερεν εκ την Φραγκίαν μισίρ Ντζεφρές εκείνος·
κ᾿ ει μεν ευρούν ότι ζητεί με τρόπον δικαιοσύνης
το κάστρον της Καρύταινας μετά της περιοχής της,
8145να του την δώση την νομήν και να την ρεβεστίση.ρεβεστίζω=απονέμω τίτλο φέουδου
O ΓΟΔΟΦΡ. ΝΤΕ ΜΠΡΙΕΡΕΣ ΔΙΕΚΔΙΚΕΙ ΤΗΝ ΚΑΡΥΤΑΙΝΑΝ
§ 560 Είδασι γαρ τον ορισμόν, όπου έστελνεν ο ρήγας,
η κούρτη, όπου ήσασιν εκείσε εις την Κλαρέντσαν,
κι ανέγνωσαν τες μαρτυρίες όπου ήφερεν μετ᾿ αύτον.
Κι αφότου εσύντυχαν πολλά, κ᾿ είπαν και αναφέραν,
8150ήλθαν και αναφέρασιν την πράξιν όπου εποίκεν
ο αφέντης της Καρύταινας εις τον καιρόν εκείνον,
όταν ερροβόλεψεν κ᾿ εδιάβη εις την Θήβαν,
και ήλθεν κ᾿ επολέμησεν μετά τον Μέγαν Κύρην,
αρματωμένος εις φαρίν, τον πρίγκιπα Γυλιάμον,φαρί=πολεμικό άλογο
8155όπου ήτο αφέντης φυσικός, κ᾿ εκράτει από εκείνονφυσικός [εδώ]=νόμιμος
το κάστρον της Καρύταινας και όλον του τον τόπον.
Απίστησε τον αφέντην του κ᾿ εγίνη δημηγέρτης,
κ᾿ ενταύτα ακληρήθηκεν εκείνος κ᾿ η γενεά του·
και μετά ταύτα οι άπαντες όλου του πριγκιπάτου
8160τον πρίγκιπα εδεήθησαν κ᾿ επαρακάλεσάν τον,
και έστρεψεν τον τόπον του με συμφωνίαν και τρόπον,
ως δόμα νέον του το έδωκεν να το κληρονομήσουν
αν ποιήση τέκνα απ᾿ αυτού, να ένι από το κορμί του.
§ 561 Ενταύτα ελαλήσασιν κ᾿ ήλθεν ο καβαλλάρης
8165εκείνος ο μισίρ Ντζεφρές εκείσε εις την κούρτην.Γοδεφρείδος ντε Μπρυγέρ ο Νεώτερος
Ο επίσκοπος της Ώλενας εβάσταξε τον λόγον
και είπεν του λεπτομερώς την τήρησιν της κούρτης,
την πράξιν όπου έποικεν ο αφέντης της Καρυταίνου,
και πώς ακλήρησαν αυτόν κι όλην του την γενέαν
8170προς τα συνήθεια όπου έχουσιν εις όλα τα ρηγάτα·
όποιον ευρούσιν άπιστον, να ένι δημηγέρτης,
πρώτα ακληράται ολοστινός κι απαύτου η γενεά του
από όσον τόπον κι αφεντίαν έχει και αφεντεύει.
«Ενταύτα, φίλε μας καλέ, λέγομεν την αλήθειαν,
8175εσέν δίκαιον ουδέν έρχεται εκ τούτο όπου ανακράζεις».
§ 562 Ακούσων ταύτα ο μισίρ Τζεφρές εκείνος ντε Μπριέρες,
το πώς απήρε απόφασιν εκ τον σκοπόν όπου είχεν,
εδιέβη εις την κατούνα του κ᾿ εκάτσε κατά μόνας·
έκλαψεν και εθρήνησεν ώσπερ να είχεν χάσει
8180το ρηγάτον το της Φραγκίας, εάν ήτον εδικόν του.
TO ΕΠΕΙΣΟΔΙΟΝ ΤΟΥ ΓΟΔΟΦΡ. ΝΤΕ ΜΠΡΙΕΡΕΣ
§ 563 Διαβόντα γάρ ημέρες δύο, εβάλθη να σκοπίζησκοπίζω=σκέφτομαι, σχεδιάζω
και να ανεβάζη λογισμούς πώς ημπορεί να πράξη·
ότι αν στραφή εις την Φραγκίαν, αν ουδέν ποιήση έργον,
να μείνη εις την Ρωμανίαν, να εύρη οικονομίαν του,
8185όλοι τον θέλουσι γελά μέμφεσται κι ονειδίζει,
διότι εστράφη άνεργος, την έξοδόν του εχάσε.
Εν τούτω είπε προς αυτόν· κάλλιον του να αποθάνη
περί να μείνη άνεργος του να μη διαφορήση.
Οκάποιον ηύρεν τοπικόν άνθρωπον κ᾿ εφιλεύτη·
8190ερώτησέ τον ακριβώς να τον πληροφορέση,
τα κάστρη όπου είναι εις τα Σκορτά, το Αράκλοβο, πώς στέκει,Σκορτά=> ορεινή δυτ. Αρκαδία
ωσαύτως κ᾿ η Καρύταινα, πώς ένι καμωμένη,
και ποίον έν᾿ δυναμώτερον και τι λαόν να επάρη.
Κ᾿ εκείνος, όπου έξευρεν των δύο καστρών την στρώσιν,
8195λεπτώς του τα εδιερμήνεψεν κ᾿ εκαθοδήγησέ τον,
τον τόπον όπου ίστονται και τι λαόν να επάρουν.
Κι αφότου ταύτα ήκουσεν επήρεν τον σκοπόν του,
εμίσσεψε από τον Μορέαν κ᾿ ήλθεν στο Ξενοχώριν·Ξενοχώρι=>Ξεροχώρι Ηλείας
κι όσον απέσωσεν εκεί, είπεν ότι εξαλίστη,
8200το κοιλιακόν τον έπιασεν, έλεγε των ανθρώπων,
κ᾿ ερώτησε το που να ευρή νερόν από γιστέρνα,
διατί ένι στητικόν νερόν και σταίνει την κοιλίαν.στητικόν=ιαματικό
Κι οκάποιος όπου ήτον εκεί, όπου ήτον εκ τον τόπον,
τον είπεν εις το Αράκλοβον είναι καλές γιστέρνες,
8205κι ας στείλη να του δώσουσιν εκ το νερόν εκείνο
κ᾿ ενταύτα ήθελε ωφεληθή από την ζάλην που είχεν.
§ 564 Ενταύτα κράζει έναν του σιργέντην όπου ηγάπασιργέντης=υπαξιωματικός, ακόλουθος
κι όπου είχεν στο μυστήριον του πολλά αποθαρρεμένον,
και λέγει του· «Έπαρε φλασκί, και άμε εις το κάστρον
8210αυτού σιμά στο Αράκλοβον κ᾿ ειπές τον καστελλάνον,
το πώς γαρ τον παρακαλώ να ορίση, να σε δώσουν
εκ της γιστέρνας το νερόν, χρήζω το διά ιατρείαν του,
διατί με το ώρισε ο ιατρός κ᾿ είπεν ότι ωφελεί με.
Και πρόσεξε, ως φρόνιμος, να σέβης εις το κάστρον,
8215πώς στήκει, και τα έμπατα, το πόσοι τα φυλάγουν,
να με το ειπής στο στρέμμα σου, να με το διερμηνέψης,στρέμμα=επιστροφή
και μη τολμήσης να το ειπής ανθρώπου γεννημένου».
Ενταύτα ο σιργέντης του απήλθεν εις το κάστρον·
τον καστελλάνον ηύρηκεν, γλυκέα τον χαιρετίζει,
8220εκ μέρους γαρ του αφέντου του επαρακάλεσέ τον
να ορίση να τον δώσουσι νερόν εκ την γιστέρναν.
Κι ο καστελλάνος παρευτύς ώρισε, εδώκανέ τον·
εσέβη ατός του εις τον γουλάν κ᾿ εκατεστόχαξέ το,
εστράφη εις τον μισίρ Ντζεφρέ κ᾿ είπεν του όσον είδε.
8225Καν δέκα ημέρες έποικε κ᾿ έλεγεν, ζάλην έχει·
κι αενάως ο σιργέντης του υπήγεν εις το κάστρον,
και ήφερνέν του το νερόν αενάως να το πίνη.
Και μετά ταύτα εμήνυσεν του καστελλάνου να έλθη,
παρακαλώντα, αξιώνοντα διά να του έχη συντύχει.
8230Κι ο καστελλάνος παρευτύς ήλθε στον καβαλλάρην.
Το ιδεί τον ο μισίρ Ντζεφρές, γλυκέα τον αποδέχτη,
είπε του την αστένειον του κ᾿ επαρακάλεσέ τον,
να τον δεχτή εις το κάστρον του με έναν τσαμπρελιάνον,τσαμπρελιάνος=θαλαμηπόλος
να του έχη δώσει τσάμπραν μίαν να κοίτεται εις αύτην,
8235ως διά να πίνη το νερόν έγκαιρον της γιστέρνας·
κ᾿ η φαμελία του η έτερη να είναι εις τον μπούρκον.μπούρκος=οικισμός έξω από κάστρο
Κι ο καστελλάνος παρευτύς, ου μη σκοπώντα δόλον,
είπεν και υποσχήθη του να τον δεχτή εις το κάστρον·
και μετά ταύτα ο μισίρ Ντζεφρές, την δεύτερην ημέραν,
8240επήρε την κατούνα του κι απήλθεν εις το κάστρον.
§ 565 Εσέβη απέσω εις τον γουλάν, εδώκαν του την τσάμπραν,τσάμπρα=δωμάτιο
εποίησαν το κρεββάτι του κ᾿ εκοίτετον εκείσε.
Έναν σιργέντην μοναξόν είχεν εκεί μετ᾿ αύτον,σιργέντης=υπαξιωματικός, ακόλουθος
κ᾿ η έτερή του φαμελία ήτον εκεί εις τον μπούρκον.
8245Ώρισε και ηφέρασιν τα ρούχα του εις το κάστρον
κι απέσω εις τα ρούχα του ήσαν και τ᾿ άρματά τους.
Εκείνος γαρ αδιάλειπα εις το κρεββάτι εκοίτον·
τον καστελλάνον έκραζε και ήσθιε μετ᾿ αύτον·
τόσην τιμήν κι αναδοχήν έδειχνε προς εκείνον
8250διά να θαρρέση εις αυτόν, να τον έχη απεργώσει.απεργώνω=εξαπατώ
§ 566 Κι όσον τον αποθάρρεσεν και είδε τον καιρόν του,
κράζει τους σιργέντες του όπου είχεν εδικούς του,
είπεν, ότι διάταξιν θέλει διά να ποιήση
φοβούμενος τον θάνατον διά την αστένειον που είχεν·
8255έβαλεν και ωμόσαν του κρυφώς εις το κελλίν του
να κρύψουν το τους θέλει ειπεί και να του συνεργήσουν
αν ποιήση εκείνο το σκοπά και βούλεται πληρώσαι.
Κι αφότου υπωμόσασιν, άρξετον να τους λέγη·
§ 567 «Συντρόφοι, φίλοι κι αδελφοί, όπου ήλθετε μετ᾿ έμου
8260εδώ εις τα μέρη Ρωμανίας, εξεύρετε τον τρόπον,Ρωμανία=δυτική Βυζαντινή επικράτεια
το πώς εβιάστην κ᾿ έβαλα τον τόπον μου σημάδινσημάδι=υποθήκη
διά να έλθω τιμητικά εις θάρρος και ελπίδα
να επάρω την Καρύταιναν μετά την περιοχήν της,
την όποια εχτίσαν κ᾿ έποικαν εκείνοι οι συγγενείς μου,
8265τον όποιον τόπο εκέρδισαν με το σπαθί οι εδικοί μου.
§ 568 Και είδετε κι ακούσετε τους δήμιους Μοραΐτες,
το πώς με ακληρήσασιν κ᾿ εβγάλασίν με απ᾿ αύτο.
§ 569 Και θλίβομαι κ᾿ εντρέπομαι, πικρίαν μεγάλην έχω.
Εν τούτω εγώ εσκόπησα στο εδικόν σας θάρρος,
8270μόνι να βοηθήσετε, ως έχω τας ελπίδας,
να ποιήσω πράγμα φοβερόν, το θέλομεν ακούσει.
Τούτο το κάστρο εβλέπετε, την δύναμιν όπου έχει·
ολίγοι άνθρωποι ημπορούν να το έχουσι φυλάττει,
αφών έχει σωτάρχισιν κ᾿ ένι αφιρωμένον·αφιρωμένον=στέρεο
8275μέσα στον τόπον των Σκορτών κοίτεται κι αφεντεύει.σωτάρχισιν=εφοδιασμός
Ας το κρατήσωμεν διά εμάς να το έχωμε αφεντέψει,
να ειπούμεν ότι θέλομεν να το έχωμεν πουλήσει
της κεφαλής του βασιλέως εκείνων των Ρωμαίων.
Λογίζομαι, το ακούσει το ο μπάϊλος του Μορέως,
8280να ένι πολλά χαιράμενος να ισιαστή μετ᾿ έμας,
το κάστρον της Καρύταινας με των Σκορτών τον δρόγγον
να με το δώση και κρατώ εγώ κάλλιο εκ τον ρήγαν,
περί να δώσω των Ρωμαίων το κάστρον του Ερεοκλόβου.
Επεί αν είχαν οι Ρωμαίοι ετούτο το καστέλλιν,
8285εκέρδαιναν και τα Σκορτά κι όλον το πριγκιπάτο».Σκορτά=> ορεινή δυτ. Αρκαδία
§ 570 Το ακούσει αυτό οι σιργέντες του, ισιάστησαν αλλήλως
κ᾿ εδιάκριναν πώς να γενή και πώς να το πληρώσουν.
§ 571 Κ᾿ εις τούτο ο μισίρ Ντζεφρές εδιόρθωσεν το πράγμα
λέγει τους· «Εγώ ήκουσα, αυτού έξω ένι ταβέρνα
8290όπου πουλιέται το κρασί κ᾿ εβγαίνει ο καστελλάνος
και κάθηται πολλές φορές και πίνει με τους άλλους.
Λοιπόν εμέναν φαίνεται να πράξωμεν ως σας λέγω·
αφότου έχομεν εδώ ψωμίν και παξιμάδιν,
κρασίν, νερόν και άρματα όσον μας κάμνει χρεία,
8295εβγάτε εις παραδιαβασμόν αυτού έξω εις την ταβέρναν,
θέλετε δύο, θέλετε τρεις, οι επιδεξιώτεροί σας·
τον καστελλάνον κράξετε, ομοίως τον κοντοσταύλον,
και τους σιργέντες μετ᾿ αυτούς, όλους τους πρωτοτέρους.
Δηνέρια έχετε πολλά, δότε του ταβερνάρη,
8300επάρετε πολύν κρασίν και πίνετε μετ᾿ αύτους,
και τόσα τους ποτίσετε του να έχουσιν μεθύσει.
Εσείς δε να προσέξετε μη πιάση και πιέτε
τοσόν κρασίν μετ᾿ εκεινούς του να σας σκανταλίση
και χάσωμεν τα ελπίζομεν να έχωμεν ορθώσει.
8305Κι αφότου εγνωρίσετε ότι είναι μεθυσμένοι,
ένας, ο πρώτος από εσάς, ας έβγη ευθέως εκείθεν,
εδώ εις το κάστρον ας ελθή κ᾿ ενταύτα ας έλθη κι άλλος.
§ 572 Και τον πορτάριν πιάσετε και ρίξετέ τον έξω,
και τα κλειδία του επάρετε και κλείσετε την πόρταν.
8310Κ᾿ ευθέως απάνω εις τα τειχέα της πόρτας ανεβάτε,
την πόρταν να φυλάξατε μη βάλουσιν ιστίανιστία [εδώ]=φωτιά
και κάψουσιν και σέβουσιν εδώ και πιάσουνέ μας,
και χάσωμεν τα ελπίζομεν και λέγομεν ποιήσει».
§ 574 Ως το ώρισε ο μισίρ Ντζεφρές κι ωσάν το εδιερμηνέψεν,
8315ούτως γαρ και το έποικαν οι Φράγκοι η φαμελία του·
οι Φράγκοι ερροβόλεψαν κ᾿ επιάσασιν το κάστρον.
§ 575 Ενταύτα εποίησεν ο μισίρ Ντζεφρές, τες φυλακές εβγάλαν·
δώδεκα ήσασιν εκεί χωριάτες και Ρωμαίοι.
Έκραξε δύο από τους Ρωμαίους και γράφει τους πιττάκιαπιττάκι=επιστολή
8320ο ένας από αυτούς το έγραψεν όπου έξευρεν να γράφη·
στου βασιλέως την κεφαλήν το απέστειλεν με εκείνους,
γράφων, παραδηλώνοντα να έλθη σπουδαίως εκείσεσπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
στο κάστρον όπου έπιασε, Ορεόκλοβον το λέγουν,Ορεόκλοβο=Αράκλοβο
να το πουλήση εις υπέρπυρα να του το παραδώση.
8325Κ᾿ εκείνος, ως το ήκουσεν, εχάρηκεν μεγάλως·
γοργόν σπουδαίως εσώρεψεν όλα του τα φουσσάτα
κ᾿ εκίνησεν και έρχετον σπουδαίως όσα ημπόρει,
απήλθεν κ᾿ εκατάλαβεν στο πέραμα του Αλφέως,
στο παραπόταμον του Αλφέως, εις τον Ομπλόν το λέγουν·
8330εκεί τες τέντες του έστησεν κ᾿ έπεσεν το φουσσάτο.
§ 576 Αφότου γαρ εγένετον το πιάσμα του Ορεοκλόβου,
ο καστελλάνος παρευτύς, Φιλόκαλος το όνομά του,
στον κιβιτάνον έστειλεν μαντατοφόρους δύο,κιβιτάνος=φρούραρχος (chevetain)
μισίρ Σιμούν τον έλεγαν, το επίκλην ντε Βιδόνη·Σιμούν ντε Βιδόνης (Simon de Vidoin)
8335εκείσε εις την Αράχοβαν, την λέγουσιν μεγάλην,
ήτον με τον λαόν των Σκορτών στην γαρνιζούν ετότε.γαρνιζού=συνοριακή φρουρά
Το πράγμα του αφηγήθησαν και την δημηγερσίανδημηγερσία=ανταρσία, ξεσηκωμός
όπου έποικε ο μισίρ Ντζεφρές, εκείνος ντε Μπριέρες,
επιάσε γαρ το Ορεόκλοβον, θέλει να το πουλήση
8340της κεφαλής του βασιλέως, εμήνυσέ του να έλθη
να του δώση τα υπέρπυρα, το κάστρον να έχη επάρει.
§ 577 Το ακούσει το ο μισίρ Σιμούς, ευθέως καβαλλικεύειΣιμούν ντε Βιδόνης (Simon de Vidoin)
με όσον λαόν ευρέθηκεν ετότε εκεί μετ᾿ αύτον.
Καταπαντούθε εμήνυσεν να έρχεται ο λαός του·
8345σπουδαίως εκατέλαβεν στο κάστρον του Ορεοκλόβου.σπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
Τον γύρον το ετριγύρισεν με τον λαόν όπου είχεν,
τα διάβατα όλα έπιασεν, τες στράτες και κλεισούρες,διάβατα=περάσματα
όπως μη σέβη ή εξεβή άνθρωπος εις το κάστρον
να φέρη ή επάρη τίποτε μαντάτο εκ τους Ρωμαίους,
8350ενταύτα γαρ όπου έσωσεν μισίρ Σιμούς εκείνος,
εκείσε εις το Ορεόκλοβον με τον λαόν όπου είχεν.
Μαντατοφόρους έστειλεν σπουδαίως εις τον μπάϊλον
στον μισίρ Νικόλα ντε Σαίντ Ομέρ όπου ήτον στην Κλαρέντσα·
την πράξιν του εμήνυσεν κ᾿ επληροφόρεσέ τον,
8355το πώς το κάστρον έπιασεν εκείνο του Ορεοκλόβου
εκείνος ο μισίρ Ντζεφρές, το επίκλην ντε Μπριέρες,
κ᾿ εμήνυσεν της κεφαλής του βασιλέως Ρωμαίων
να του φέρη υπέρπυρα, το κάστρον να του δώση,
και να έρχεται σπουδακτικά με τα φουσσάτα του όλα
8360να συμμαχήση παρευτύς μη χάσουσιν το κάστρον,
μη πρου ελθούσιν οι Ρωμαίοι και σέβουσιν απέσω.πρου=προτού
§ 578 Ο μπάϊλος γαρ το ακούσει το, εκίνησεν ευθέως
με όσα φουσσάτα ευρέθησαν έχων εκεί μετ᾿ αύτον,
κ᾿ εμήνυσεν καταπαντού να έρχωνται τα φουσσάτα.
8365Κι ως ήλθεν στο Ορεόκλοβον κ᾿ ηύρεν τον κιβιτάνον,κιβιτάνος=φρούραρχος (chevetain)
εκείνον τον μισίρ Σιμού, με τα φουσσάτα όπου είχε,
(το κάστρο επαρακάθετον, τες στράτες είχεν πιάσει,
πολλάκις μη έλθη πώποθεν κανείς εκ τους Ρωμαίους,πολλάκις [εδώ]=μη τυχόν
και σέβειν στο Ορεόκλοβον και φέρειν του μαντάτα)·
8370πολλά τον ευχαρίστησεν τον κιβιτάνο ο μπάϊλος.
§ 579 Καταπαντούθε ερχόντησαν τα φράγκικα φουσσάτα·
τον δρόγγον όλον των Σκορτών επιάσαν κ᾿ εφυλάγαν.Σκορτά=> ορεινή δυτ. Αρκαδία
Μαντάτα ηφέραν αληθινά ετότε γαρ του μπάϊλου,
το πώς εκαταλάβασιν τα των Ρωμαίων φουσσάτα
8375στο παρεπόταμον του Αλφέως, εις τον Ομπλόν το λέγουν.
Ενταύτα ορίζει κ᾿ έκραξαν μισίρ Σιμούν εκείνον,
τον κιβιτάνον των Σκορτών, κι ορίζει του να επάρη
τον εδικόν του γαρ λαόν και των Σκορτών του δρόγγου,
της Καλομάτας τον λαόν και του Περιγαρδίου,Περιγάρδι=>κοντά στην Αρχ. Ήλιδα
8380της Χαλαντρίτσας αλλαδή κ᾿ εκείνον της Βοστίτσας,Βοστίτσα=>Αίγιο
να απέλθη εις την Ίσοβαν, στο πέραμα της Πτέρης,Ίσοβα=>Τρυπητή Ανδρίτσαινας
στο παραπόταμον του Αλφέως να στήκη και φυλάττη,
να μη περάσουν οι Ρωμαίοι εις των Σκορτών τον δρόγγον.
Ενταύτα ο μισίρ Σιμούς, ως το ώρισεν ο μπάϊλος,
8385επήρεν τα φουσσάτα του κι απήλθεν γαρ εκείσε,
κ᾿ έστηκεν καταπρόσωπα εκείνων των Ρωμαίων.
§ 580 Ο μπάϊλος γάρ, ως φρόνιμος, με την βουλήν όπου είχεν,
έκραξε δύο καβαλλαρίους κι ορίζει τους να απέλθουν
εκείσε εις το Ορεόκλοβον, το κάστρον να ζητήσουν
8390εκείνου του μισίρ Ντζεφρέ διά να το έχη στρέψει
στην αφεντίαν του ρηγός, καθώς το ηύρε ότι ήτον·
κ᾿ εις τούτο όπου έποικεν συμπάθειον να του ποιήσουν.
«Ει δε λογίση τίποτε το κάστρον να κρατήση,
να το κρατή διά ο λόγου του ή άλλου να το δώση,
8395ειπέτε του εις πληροφορίαν ας το κρατή εις αλήθειον·
πρώτα να λάβω θάνατον κ᾿ εσείς όλοι μετ᾿ έμου,
παρά να διάβω απ᾿ εδώ με τα φουσσάτα όπου έχω,
έως ου χαλάσω τα τειχέα του κάστρου του Ορεοκλόβου,
να τον πετρώσω απέσω εκεί και να τον θανατώσω».
8400Ενταύτα απήλθασιν εκεί εκείνοι οι καβαλλάροι,
στο κάστρον επλησίασαν και τρέβαν εζητήσαν·τρέβα=ανακωχή
ελάλησαν από μακρέα μη σύρουσιν εις αύτους,
ο μπάϊλος γαρ τους έστελνεν εκεί μαντατοφόρους
ομού με τον μισίρ Ντζεφρέ να έχουσιν συντύχει
8405δι᾿ ανάπαψίν του και τιμήν αν θέλη να το ποιήση.
Το ακούσει το ο μισίρ Ντζεφρές, περίχαρος εγίνη,
εστάθη απάνω στα τειχέα κ᾿ ερώτησε, τι θέλουν;
§ 581 Λέγουν του· «Ο μπάϊλος σε μηνά, ως φίλον χαιρετά σε,
θαυμάζεται εις την ευγενίαν και φρόνεσιν όπου έχεις,
8410εις την τιμήν όπου ηύρηκες εις του ρηγός το κάστρον,
το πώς έπιασες και κρατείς, θέλεις να το πουλήσης
της κεφαλής γαρ των Ρωμαίων, ως το επληροφορέθην.
Εν τούτω σε παρακαλεί κ᾿ ημείς όλοι μετ᾿ αύτον·
μη σε πλανέση ο λογισμός, του κόσμου γαρ η δόξα.
§ 583 8415Ετούτο γαρ όπου έποικες, οι πάντες το εθαυμάσαν·
ουκ έπρεπέ σε, ως ευγενής, τρόπον δημηγερσίαςδημηγερσία=ανταρσία, ξεσηκωμός
ποτέ σου να το θυμηθής, εις έργον να το βάλης·
επεί το γένος των Φραγκών όπου είμεθεν ενταύτα,
δίκαιον εσέν το εντράπημαν και είμεθεν θλιμμένοι.
8420Όμως ημείς το εξεύρομεν, από πικρίας το εποίκες,
διατό εθάρρεις κ᾿ ήλπιζες να έχης την μπαρουνίανμπαρουνία=βαρωνία
της Καρυταίνου των Σκορτών κ᾿ ευρέθης λανθασμένος·
το έποικες γαρ εξεύρομεν ότι εμετανόησες.
Διά τούτο λέγομεν προς σε και συμβουλεύομέ σε·
8425με το καλόν και προθυμίας στρέψε το κάστρον οπίσω
και θέλεις έχει ευεργεσίαν, τιμήν μετά συμπάθειον.
Ει δε λογίσης τίποτε με τρόπον σκιβουρίας,
πρόσεχε, ότι ου δύνεσαι να αντισταθής εις τόσον·
επεί ο μπάϊλος έστειλεν να ελθούν οι πελεκάνοι,
8430τεχνίτες γαρ Βενέτικοι τα ποιήσουν τριπουτσέτα·τριπουτσέτο=καταπέλτης
αυτα τα εβλέπεις τα τειχία όλα χαλάσει θέλουν
να σας πετρώσουν όλους σας και να σας θανατώσουν».
Ενταύτα ο μισίρ Ντζεφρές άρξετον να τους λέγη·
§ 584 «Άρχοντες, αδικείτε με, κρατείτε το ιγονικόν μου
8435με πρόφασες και αφορμές εσείς οι Μοραΐτες·
κ᾿ εγώ από παραπόνεσιν και θλίψιν, όπου έχω,
εποίησα ετούτο, το είδετε, από πικρίας όπου έχω·
κ᾿ εξεύρω κ᾿ εγνωρίζω το, εις ατιμίαν μου το έχω.
Όμως, αφών το λέγετε και συμβουλεύετέ με,
8440εγώ το κάστρον στρέφω το με συμφωνίαν και τρόπον,
να βάλωμε την κρίσιν μου εις του ρηγός την κούρτην,
κι ως το διακρίνει, δέχομαι να το έχω προσκυνήσει.
Εγώ γαρ ως ήλθα εδώ στον τόπον του Μορέως,
αγάπησα κι ορέγομαι να είμαι εδώ μετ᾿ έσας·
8445δότε με τόπον να κρατώ, να έχω την ζωήν μου,
διατί έχω αισχύνην κ᾿ εντροπήν να υπάγω εις την Φραγκίαν,
να με γελούν οι συγγενείς, οι φίλοι κ᾿ οι γειτόνοι,
ότι ήλθα εις την Ρωμανίαν κ᾿ έπραξα ωσάν κοπέλι».
Λοιπόν, τα είπασιν εκεί εκείνοι οι καβαλλάροι,
8450τότε με τον μισέρ Τζεφρέ κ᾿ εκείνος μετ᾿ εκείνους,
εάν ήθελα να έγραφα, και ποίος να αναγνώση;
Αλλά εν κοντώ σας το δηλώ, γράφω και αφηγούμαι·
ισιάστην ο μισίρ Ντζεφρές και έδωκεν το κάστρον,
κ᾿ εδώκαν του εις γονικαρχίαν της Μόραινας το φίε,φίε=φέουδο
8455– εις τα Σκορτά ευρίσκεται με έτερα χωρία –
γυναίκαν ευλογητικήν την ντάμα Μαργαρίταν,
όπου ήτον εξαδέλφισσα του αφέντη της Ακόβου
και είχεν εις γονικαρχίαν το φίε της Λισσαρέας.
§ 585 Κι αφότου υπαντρεύτησαν κ᾿ εσμίξασιν οι δύο,
8460ο Θεός τους έδωκεν παιδίν όπου ήτον θυγατέρα·
Ἑλένην την ωνόμασαν κ᾿ ύστερα υπαντρεύτη
με τον μισίρ Βιλάϊ ντε Ανώε της Αρκαδίας αφέντην.Βιλές ντ’ Ανοέ (Vilain d’ Annoi)
Κ᾿ εκείνοι πάλε εποίκασιν υιόν και θυγατέρα·Αράρδος ντ’ Ανοέ (Erard d’ Annoi)
Αράρδος άκουε ο υιός, Ανέζα η θυγάτηρ,Agnes d’ Aunoi
8465την οποίαν ευλογήθηκεν διά ομόζυγον γυναίκαν
ο μισίρ Στένης το όνομα και Μαύρος το επίκλην.Etienne Mavros ή Le Maure
Κ᾿ εκείνη πάλε εγέννησεν υιούς και θυγατέρες·
κι απ᾿ όλους τους ενέμεινεν ένας ο κληρονόμος,
Αράρδον τον ωνόμασαν, ο αφέντης Αρκαδίας.Erard Le Maure [λάθος Χρονικού]
8470Επλούτηναν τα ορφανά, εχάρησαν οι χήρες,
οι πένητες και οι φτωχοί πολύ λογάρι εποίκανλογάρι=χρήμα
εις τον καιρόν όπου λαλώ του αφέντου Αρκαδίας.
Όλοι τον μνημονεύετε, καλός αφέντης ήτον.
 
Η ΚΥΡΑ ΤΟΥ ΜΟΡΕΩΣ ΙΣΑΒΕΛΛΑ ΒΙΛΛΑΡΔΟΥΙΝΟΥ
§ 586 Εν τούτω παύομαι απ᾿ εδώ να λέγω κι αφηγούμαι
8475δι᾿ εκείνον τον μισίρ Ντζεφρέ και την κληρονομίαν του,
και θέλω να σε αφηγηθώ, να γράψω και να λέγω
διά την μακάριαν Ζαμπέαν (όπου ήτον θυγατέραΙσαβέλλα Βελλεαρδουίνου (Ιζαμπώ)
εκείνου του μακαριστού του πρίγκιπα Γυλιάμου,
όπερ την ελέγασιν εκείνες τες ημέρες
8480κ᾿ εκράζαν κι ωνομάζασιν η Κυρά του Μορέως),
το πώς την ήφερεν ο Θεός κ᾿ εστράφη στο ιγονικόν της
κ᾿ εγένετον πριγκίπισσα όλης της Αχαΐας.
ΥΠΑΝΔΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟΝ ΦΛΩΡΕΝΤΙΟΝ ΑΝΝΟΝΙΚΟΝ [1289]
§ 587 Ετότε εκείνον τον καιρόν όπου σας αφηγούμαι,
ήτον η πριγκίπισσα εκείνη η Ζαμπέα
8485εκείσε εις την Ανάπολιν μετά τον ρήγα Κάρλον.Κάρολος Β΄ της Νεαπόλεως, ο Χωλός
Κι ο ρήγας γαρ αφέντευεν ετότε τον Μορέαν
εις τρόπον γάν κ᾿ εις αφορμήν, στες συμφωνίες εκείνες
όπου έποικεν ο πρίγκιπας εκείνος ο Γυλιάμος
μετά τον ρήγαν Κάρουλον τον γέρο, τον πατήρ του,Κάρολος A’ ο Ανδεγαυός (Charles d'Anjou)
8490ομοίως και διά τον πρίγκιπα, τον αδελφόν του εκείνον,
το όνομα μισίρ Λοΐς, τον άντρα της Ζαμπέας.Φίλιππος Α΄ του Τάραντος [το “Λοΐς” λάθος]
Λοιπόν καθώς αφέντευεν ο ρήγας τον Μορέαν,
ήσαν ετότε εις τον Μορέαν εις τον καιρόν εκείνον
οκάποιοι δύο καβαλλάριοι, ενώ ήσαν φλαμουριάροι.φλαμουράριος=βαθμοφόρος
8495Ο ένας άκουεν Τζαντερούς, κοντόσταυλος ο μέγαςΙωάννης ντε Σωντερόν (Jean Chauderon)
του πριγκιπάτου του Μορέως ήτον ετότε εκείνος·
κι ο άλλος ο μισίρ Ντζεφρές ντε Τουρνά το επίκλην.Γοδεφρείδος ντε Τουρναί
Ο ρήγας τους αγάπησεν, εις σφόδρα τους ετίμα·
τον μέγαν γαρ κοντόσταυλον, τον Τζαντερούν εκείνον,Ιωάννης ντε Σωντερόν (Jean Chauderon)
8500μέγαν αμιράλην τον έποικεν όλου του του ρηγάτου.αμιράλης [εδώ]=στρατάρχης
§ 588 Κι ωσάν υπηγαινοέρχονταν οι καβαλλάροι εκείνοι
εκείσε εις την Ανάπολιν εις του ρηγός την κούρτην,
ήτον του κόντου ντε Αϊνάτ ο αδελφός εκείσε,
μισίρ Φλοράν τον έλεγαν, ντε Αϊνάτ το επίκλην.Φλωρέντιος του Αινώ (Florent de Hainaut)
8505Ήταν μέγας κοντόσταυλος ᾿ς όλον το πριγκιπάτο.
§ 589 Κι ως το έχει γαρ το κοσμικόν στο γένος των ανθρώπων
κι αλλήλως συμβιβάζονται και κάμνουσι φιλίαν,
ωρέχτη κ᾿ εφιλεύτηκε μισίρ Φλοράς εκείνος
με εκείνους τους καβαλλαρίους τους δύο Μοραΐτες,
8510τον μισίρ Ντζά ντε Τζαντερού και τον μισίρ Ντζεφρόη.Ιωάννης ντε Σωντερόν (Jean Chauderon)
Και μέσα εις τούτην την φιλίαν όπου είχασιν αλλήλως,
ο μισίρ Φλοράς, ως φρόνιμος, λέγει εκεινών των δύο·
«Άρχοντες, φίλοι κι αδελφοί, αν θέλετε εσείς οι δύο
να μ᾿ έχετε εκείσε εις τον Μορέαν φίλον και σύντροφόν σας
8515όρκον να ποιήσω προς εσάς να μη απεχωριστούμε,
να είμεθεν ως αδελφοί, να ζήσωμεν αλλήλως.
εγώ θεωρώ οφθαλμοφανώς, ο ρήγας αγαπά σας,
κ᾿ έχει σας εις προσορώτησιν κ᾿ εις την βουλήν του πρώτους.
Λοιπόν, αν έχετε εις εμέν αγάπην, ως παντέχω,
8520συντύχετέ του ως διά εμέν να επάρω την κυράν σας,
αυτούνην την ντάμα Ζαμπέαν ᾿ς ομόζυγον γυναίκαν,
και δείξετέ του αφορμές και τρόπους αληθείας,
το πώς ο τόπος του Μορέως ευρίσκεται εις την μάχην,
και κιντυνεύει, χάνεται με τους οφφικιαλίους του·οφφικάλιος=αξιωματούχος
8525τους μπάϊλους όπου στέλνει εκεί, αυτοί είναι ρογατόροι
και βιάζονται το διάφορον το εδικόν τους πάντα,
κι ο τόπος πάντα απορεί χάνεται, κιντυνεύει,
κι ο ρήγας έχει την έξοδον και άλλοι διαφορίζουν.
Και ένι γαρ και αμαρτία να έχη τον κληρονόμον
8530εδώ – ως περνά ήτον φυλακή, ο κόσμος το θαυμάζει.
Κ᾿ ήθελεν ποιήσει ψυχικόν και έπαινόν του μέγαν,
να υπάντρεψε την ντάμα Ζαμπέα με έναν καβαλλάρην,
με άνθρωπον ευγενικόν, να ήτον της τιμής της,
να επόθησε κ᾿ εφύλαξε τον τόπον του Μορέως,
8535μη πρου απορήση παντελώς, και χάσουν τον οι Φράγκοι.πρου=προτού
Και τι να λέγω τα πολλά και να σας διερμηνεύω;
τόσα βιαστήτε, ως φρόνιμοι, κ᾿ ειπέτε τον τον ρήγαν
όπως να τον διακλίνενε, να έλθη εις θέλημά σας·
επεί με λέγει ο λογισμός κι ο νούς μου με το δίδει,
8540ότι εάν το ποθήσετε, ως φρόνιμοι όπου είστε,
το πράγμα θέλει πληρωθή και θέλετε κερδίσει
το πργκιπάτον ως διά εσάς κ᾿ εγώ να είμαι εδικός σας·
εμέν να λέγουν πρίγκιπα, κ᾿ εσείς να είστε αφέντες».
Ακούσων ταύτα ο Τζαδρούς κι ο μισίρ Ντζεφρές εκείνος,
8545πολλά το αγαπήσασιν, υπόσχεσιν του εποίκαν
ότι να βάλουσιν βουλήν, το πράγμα να ποιήσουν,
κ᾿ είχαν ελπίδα στον Θεόν να το κατευοδώσουν,
Ενταύτα εκύτταξαν καιρόν να εύρουσιν τον ρήγαν
εις ώραν γαρ καλοψυχίας να του έχουσιν συντύχει.
8550Κι όταν τον ηύραν τον καιρόν του εσύντυχαν οι δύο·
καλόψυχα τον ηύρασιν στην τσάμπραν του απέσω·τσάμπρα=δωμάτιο
πολλούς τρόπους του είπασιν και αφορμήν του εδείξαν·
το πώς ο τόπος του Μορέως το πριγκιπάτο Αχαΐας
απόρει κ᾿ εκιντύνευεν, και ήτον εις απώλειαν,
8555διατό έλειπεν ο πρίγκιπας όπου ήτον πάντα εις αύτον.
«Εσύ αποστέλνεις στον Μορέαν, μπάϊλον και ρογατόρουςρογατόρος=μισθοφόρος
και τυραννίζουν τους φτωχούς, τους πλούστους αδικούσιν
το διάφορόν τους πολεμούν, κι ο τόπος απορείται.
Εάν ου μη βάλης άνθρωπον να ένι κληρονόμος,
8560να στέκεται καθολικώς, να κυβερνά τους πάντας,
να έχη έννοιαν και σκοπόν τον τόπον να προκόβη,
έχε το εις πληροφορίαν, χάνεις το πριγκιπάτο.
Λοιπόν, αφέντη βασιλέα, εσύ έχεις τον κληρονόμον,
αυτείνην την ντάμα Ζαμπέαν, του πρίγκιπος θυγάτηρ,
8565και δος της άντρα, άνθρωπον ευγενικόν και μέγαν,
το πριγκιπάτο να κρατή από την βασιλείαν σου,
και θέλεις ποιήσει ψυχικόν και διάφορόν σου μέγα,
κι όσοι το ακούσουν πάντοτε σε θέλουν επαινέσει».
Τι να σας λέγω τα πολλά και τι να σας τα γράφω;
8570τόσα του είπαν του ρηγός εκείνοι οι καβαλλάροι,
τόσα εσυντύχαν του ρηγός, τόσα τον αναγκάσαν,
ότι έστερξεν του να γενή εκείν᾿ η υπαντρεία,
να επάρη ο μισίρ Φλοράς την ντάμα την Ζαμπέαν
εις γυναίκα ευλογητικήν, να έχη το πριγκιπάτο
8575ως ίδιον γονικόν αυτού, να το κληρονομήση.
§ 590 Τες συμφωνίες εγράψασιν λεπτώς και τα κεφάλαια,
το τι εχρεώστει ο πρίγκιπας να κάμνη προς τον ρήγαν,
κι ο ρήγας προς τον πρίγκιπα, ο είς γαρ προς τον άλλον.
Έναν κεφάλαιο εγράψασιν στο προβελέντζι εκείνο,προβελέντζι (προβελέγγιο)=τίτλος φέουδου
8580ενώ ήτον τρόπος αμαρτίας και άδικον μεγάλον·
ότι πολλάκις εάν συμβή κ᾿ έλθη το πριγκιπάτοπολλάκις [εδώ]=μη τυχόν
εις κληρονόμον θηλυκόν, εις γυναίκα να αφεντέψη,
να μη τολμήση υπαντρευτή εις άνθρωπον του κόσμου
άνευ ειδήσεως κι ορισμού, όποιος κι αν ένι ρήγας·
8585ει δε ευρεθή και ποιήση το, να ένι ακληρημένη
απ᾿ του Μορέως την αφεντίαν κι όλον το πριγκιπάτο.
Έδε αμαρτία που εγίνετον δι᾿ ετούτο το κεφάλαιον·
μετά ταύτα ακληρήσασιν την πριγκίπισσα Ζαμπέαν,
διατί γαρ ευλογήθηκε τον Φίλιππο ντε Σαβόη,Φίλιππος της Σαβοΐας (Πεδεμοντίου)
8590όταν απήλθεν στο παρτούν ετότε γαρ της Ρώμης.παρτούν=άφεσις αμαρτιών Ιωβηλαίου
§ 591 Αφότου γαρ εγράψασιν τες συμφωνίες εκείνες,
ώρισε ο ρήγας παρευτύς κ᾿ εποιήσασιν τον γάμον·
κ᾿ ενταύτα ευλογήθηκεν μισίρ Φλοράνς εκείνοςΦλωρέντιος του Αινώ (Florent de Hainaut)
εκείνην την ντάμα Ζαμπέαν, του πρίγκιπος θυγάτηρ,
8595εκείνου του μακαριτού του πρίγκιπος Γυλιάμου.
Ο ΦΛΩΡΕΝΤΙΟΣ ΚΑΙ Η ΙΣΑΒΕΛΛΑ ΠΡΙΓΚΙΠΕΣ ΕΓΚΑΘΙΣΤΑΝΤΑΙ ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΟΡΕΑΝ
§ 592 Ο γάμος γαρ εγένετον με παρρησίαν μεγάλην,
με χαρμοσύνην και χαρές, και με έξοδες μεγάλες.
Κ᾿ εκεί όπου ήσαν στον ναόν, στην εκκλησίαν απέσω,
όπερ τους ευλόγησεν ατός του ο μητροπολίτης,
8600εκείνος της Νεάπολης· κ᾿ ερρεβέστισεν ο ρήγας
εκείνην την ντάμα Ζαμπέα από το πριγκιπάτο
ως κληρονόμος φυσικός· κ᾿ ενταύτα πάλε από αύτο
κράζει τον μισίρ Φλοράν και ερρεβέστισέ τον
ως αβουέρην, τον έποικεν ομοίως και κληρονόμον·
8605πρίγκιπα τον εθρόνιασε να λέγεται Αχαΐας.
Κι αφότου επλήρωσε η χαρά, του πρίγκιπος ο γάμος,
εδιόρθωσε το μίσσεμα να εξέβη από την Πούλιαν,
τιμητικά, με παρρησίαν να έλθη εις τον Μορέαν.
Τον ρήγαν επροσκύνησεν, απηλογίαν επήρεν,
8610τους κόντους και καβαλλαρίους απεχαιρέτησέν τους,
την φαμελίαν του αύξησεν, ερρόγεψεν και άλλους·ρογεύω=στρατολογώ (μισθοφόρους)
είχεν απάνω εις τα άλογα καβαλλαρίους, σιργέντες,
απάνω γαρ των εκατόν, τριακοσίους τζαγραόρους.τζαγρατόροι=φέροντες βαλλίστρα
§ 593 Εις το Βροντήσι απέσωσεν, ηύρεν τα πλευτικά του,Βροντήσι=> Μπρίντεζι
8615εσέβη απέσω εις αυτά κ᾿ ήλθεν εις την Κλαρέντσα.
Ο μπάϊλος τότε του Μορέως, ο γέρο μισίρ Νικόλαος,
στην Ανδραβίδα ευρίσκετον· το μάθει το μαντάτο,
ευθέως εκαβαλλίκεψεν κ᾿ ήλθεν εις την Κλαρέντσα·
τον πρίγκπα επροσκύνησεν κι όσοι ήσαν μετ᾿ αύτον,
8620κι ο πρίγκιπας τον έποικεν αναδοχήν μεγάλην.
Κι όσον εκατεστόλιασεν ο πρίγκιπας τον λαόν του
εκείσε εις την εκκλησίαν όπου είναι οι Φρεμενούροι,
ώρισεν κ᾿ εσωρεύτησαν μικροί τε και μεγάλοι.
§ 594 Έδειξεν τα προστάγματα και τα χαρτία που εβάστα,
8625του μπάϊλου επροσκόμισεν τον ορισμόν του ρήγα·
το πώς ο ρήγας τον ώριζεν, εγράφως του το εμήνα,
το πριγκιπάτον του Μορέως να του το παραδώση,
τα κάστρη και την αφεντίαν όλου του πριγκιπάτου.
§ 595 Απ᾿ αύτου εβγάνει πρόσταγμα το πώς εμήνα ο ρήγας
8630δηλώνοντα διά γραφής ολών των Μοραΐτων,
των αρχιερέων, φλαμουριαρίων, καβαλλαρίων, σιργέντων,σιργέντης=υπαξιωματικός, ακόλουθος
των βουργησέων και απαντών, μικρών τε και μεγάλων,βουργήσης=αστός
να δέξωνται τον μισίρ Φλοράν διά πρίγκιπα κι αφέντην·Φλωρέντιος του Αινώ (Florent de Hainaut)
το ομάτζιον γαρ και την λιζίαν, όπου χρεωστεί ο καθένας,ομάτζιο=φεουδαρχικό δικαίωμα
8635διά τες προνοίες κ᾿ ιγονικά όπου κρατούσι απ᾿ αύτον,
να ποιήσουν προς τον πρίγκιπα, σωζομένου του όρκου,
την πίστην γαρ και την λιζίαν όπου χρεωστούν του ρήγα.λιζία=υποτέλεια, υποταγή
Ενταύτα ωρίσαν κ᾿ ήφεραν το άγιον ευαγγέλιον
και λέγουσιν του πρίγκιπος· «Όμοσε εσύ εμάς πρώτα
8640να μας κρατής δικαιολογάς στου τόπου τα συνήθεια,
κ᾿ εις την φραγκίαν όπου έχομεν να μη μας σκανταλίσης·
και μετά ταύτα πάλε ημείς να ποιήσωμεν το ομάτζιο
επεί ετέτοιον έχομεν συνήθειον ᾿κ των γονέων μας».
Και ώμοσεν ο πρίγκιπας στο άγιον ευαγγέλιον
8645του να κρατεί τους άπαντας ανθρώπους του Μορέως
εις τα συνήθεια όπου έχουσιν, ομοίως κ᾿ εις τες φραγκίδες.
Και μετά ταύτα εποίκασιν οι φλαμουριάροι πρώτον,φλαμουράριος=βαθμοφόρος
οι καβαλλάριοι κ᾿ οι έτεροι το ομάτζιον και λιζίαν,
όπου εχρεώστει ο κατά είς διά την προνοίαν που εκράτει,
8650σωζομένου γαρ του δικαίου και του ρηγός του όρκου.
§ 596 Ενταύτα του επαράδωκεν το πριγκιπάτο ο μπάϊλος,
τα κάστρη και την αφεντίαν να τα κρατή εκ τον ρήγαν.
Κι αφότου επαράλαβεν ο πρίγκιπας τα ομάτζια,
τα οφφίκια όλα άλλαξεν, πρώτα τους καστελλάνους
8655και τους σιργέντες των καστρών κ᾿ έβαλεν εδικούς του.
Πρωτοβιστιάρην έβαλεν ομοίως και τριζουριέρην,τριζουριέρης=θησαυροφύλακας
και προβουέρην των καστρών κι όλες τες εξουσίες.
Άρξετον γαρ με την βουλήν του γέρο μισίρ Νικόλα,
του μισίρ Ντζά ντε Τζαντερού του μεγάλου κοντοσταύλου,Ιωάννης ντε Σωντερόν (Jean Chauderon)
8660ωσαύτως του μισίρ Ντζεφρέ εκείνου ντε Τουρνάη
και των ετέρων γαρ λιζίων, μικρών τε και μεγάλων,
τες πράξες και υπόθεσες να ορθώνη γαρ του τόπου.
Ηύρεν γαρ ο πρίγκιπας τον δεμοσιακόν τόπον
εξηλειμμένον παντελώς από τους ρογατόρους
§ 596 8665Βουλήν εζήτησεν ολών το πώς να έχη πράξει,
και του ρηγός τες εξουσίες όπου τον ερημώσαν.
και όλοι οι φρονιμώτεροι είπαν κ᾿ εσυμβουλέψαν,
ότι αν θέλη να κρατή μάχην με τους Ρωμαίους,
ακόμη και χειρότερα θέλει απορήσει ο τόπος·
8670αλλά αν θέλη βούλεται τον τόπον αναστήσει,
αγάπη ας ποιήση μετ᾿ αυτούς ειρηνικήν, στερέαν,
να ομόση με τον βασιλέα να στήκη πάντα η αγάπη.
ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΤΟΥ ΦΛΩΡΕΝΤΙΟΥ ΕΙΣ ΜΟΡΕΑΝ
§ 598 Εν τούτω εδόθη η βουλή κ᾿ εστέρξανέ το όλοι,
κι απέστειλεν ο πρίγκιπας μαντατοφόρους δύο
8675στην περιεχούσαν κεφαλήν όπου ήτον στον Μορέαν
ετότε γαρ του βασιλέως εκείνες τες ημέρες,
παραδηλώντα, λέγοντα το πώς ήλθεν ενταύτα
ο αφέντης πρίγκιπας Μορέως, ᾿ς όσον κρατούν οι Φράγκοι,
κ᾿ ηύρεν τον τόπον έρημον, τελείως εξηλειμμένον.
8680Κ᾿ ερώτησε και είπαν του ότι εκ της μάχης ήτον,
όπου είχεν γαρ ο βασιλέας μετά το πριγκιπάτο·
επεί της μάχης τα έργατα ετούτα προξενούσιν·
τους τόπους τους καλλιώτερους όπου είναι από τον κόσμον,
η μάχη γαρ τους καταλεί, τελείως τους ερημάζει.
8685Λοιπόν, αν θέλη, ορέγεται να ποιήσουσιν αγάπην,
να του μηνύση απόκρισιν, να μάθη την βουλήν του.
§ 599 Το ακούσει το η κεφαλή, ονόστιμον του εφάνη,
επαίνεσε τον πρίγκιπα διά φρόνιμον αφέντην.
Εν τούτω γάρ, ως ευγενής και φρόνιμος όπου ήτον,
8690απόστειλεν απόκρισιν του πρίγκιπος ετέτοιαν,
το πώς ήτον το τέρμενον κοντον να τον αλλάξουν,
να έλθη άλλη κεφαλή κ᾿ εκείνος να υπαγαίνη,
καθώς ένι το σύνηθες και κάμνει ο βασιλέας
και πάσα χρόνον κεφαλήν αλλάσσει στον Μορέαν.
8695Αλλά αφότου ορέγεται ο πρίγκιπας να ποιήσουσιν αγάπην,
να ένι στερέα κι αδόλιευτος, εις χρόνους όσους χρήζει,
εκείνος διά την αγάπην του κι ανάπαψιν του τόπου,
του αφέντη του του βασιλέως, να το παραδηλώση,
επεί έχει ελπίδα εις τον Θεόν πολλά να το αγαπήση.
§ 601 8700Εν τούτω γαρ η κεφαλή αποκρισάρην στέλνειαποκρισάρης=απεσταλμένος
εις την Κωνσταντινούπολιν εκεί εις τον βασιλέαν.
Λεπτομερώς του εμήνυσεν εκ στόματος κ᾿ εγράφως,
το πώς ο πρίγκιπας Φλοράνς όπου ήλθε εις τον Μορέαν,Φλωρέντιος του Αινώ (Florent de Hainaut)
αγάπην, τρέβα εξεζητεί να ποιήση μετ᾿ εκείνον
8705διά να έχουσι οι ανθρώποι τους, Φράγκοι τε και Ρωμαίοι,
ανάπαψιν ειρηνικήν, να ζούσιν μετ᾿ ειρήνης.
§ 602 Κι ο βασιλέας το ακούσει το, μεγάλως το αποδέχτη·
της κεφαλής όπου έστειλεν ετότε εις τον Μορέαν
(οκάποιον μέγαν άνθρωπον εκεί του παλατίου,
8710Φιλανθρωπινόν τον έλεγαν, ᾿κ τους δώδεκα οίκους ήτον),
εκείνου γαρ το ώρισεν απόκρισιν να ποιήση
μισίρ Φλοράντ του πρίγκιπος, του αφέντη του Μορέως.
Και όταν ήλθε εις τον Μορέαν Φιλανθρωπινός εκείνος,
απέστειλεν τον πρίγκιπα αποκρισάρην έναν.
8715Απόκρισιν του απέστειλεν από τον βασιλέαν,
το πώς ήλθεν διά κεφαλή ετότε του Μορέως
κ᾿ ένι ωρισμένος να ενωθή μετ᾿ αυτόν, να συντύχη
διά την αγάπην που ζητεί ο πρίγκιπας να ποιήση.
§ 603 Κι ο πρίγκιπας του απέστειλεν με δύο καβαλλαρίους
8720εγράφως διά ορκωμοτικού, να ελθή εις την Ανδραβίδα.
Ενταύτα γαρ η κεφαλή απήρεν μετ᾿ εκείνον
από τους φρονιμώτερους άρχοντες όπου είχεν·
με συντροφίαν τιμητικά ήλθε εις την Ανδραβίδα,
εκεί όπου ήτον ο πρίγκιπας μετά τους κεφαλάδεςκεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
8725που ήσαν ετότε εις τον Μορέαν, οι φρονιμώτεροί τους.
Αφότου γαρ ενώθησαν ο πρίγκιπας κ᾿ εκείνος,
εσύντυχαν κ᾿ εποιήσασιν αγάπην οίαν ηθέλαν·
εγράφως γαρ εβάλασιν της τρέβας τα κεφάλαιατρέβα=ανακωχή
κι απάνω εις αύτα ωμόσασιν, ο πρίγκιπας γαρ πρώτα,
8730και μετά ταύτα η κεφαλή του βασιλέως εκείνη.
ΣΥΝΘΗΚΟΛΟΓΗΣΙΣ ΜΕΤΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ
§ 604 Εν τούτω λέγει ο πρίγκιπας της κεφαλής εκείνης·
«Παρακαλώ σε, φίλε μου, μη το δεχτής εις βάρος·
εν τούτω θέλω να σε ειπώ και να σε φανερώσω·
εσύ θεωρείς κ᾿ εβλέπεις το, το πώς είμαι αφέντης
8735και πρίγκιπας εις τον Μορέαν, να ποιήσω όσον θέλω,
να ένι στερκτόν κι ασάλευτον, κανείν ουκ έχω ανάγκην,
κ᾿ εις όσους χρόνους και καιρούς θέλω να το κρατήσω.
Η δε ευγενεία σου, αδελφέ, εις τέρμενον εξουσιάζεις
κι ουκ ημπορείς, ου δύνεσαι του να ποιήσης πράγμα
8740να στήκεται εις πλειότερον, μόνι κ᾿ εις τον καιρόν σου.
Λοιπόν, ως ώμοσα εγώ ατός μου που είμαι αφέντης
και κύριος εις τον τόπον μου, θέλει κι ο βασιλέας
να ομόση γαρ σωματικώς χρυσόβουλλον να ποιήση·
να τα φυλάττω και κρατώ ᾿ς ασφάλειαν της αγάπης,
8745καθώς έχεις το γράμμα μου και ένι βουλλωμένον».
Ενταύτα λέγει η κεφαλή, του πρίγκιπος απεκρίθη·
«Αλήθεια», λέγει, «κύρης μου, η μεγάλη ευγενεία σου,
ομολογώ το, μαρτυρώ, το είπες, τέτοιον ένι.
Λοιπόν, αν θέλης να γενή ετέτοιον οίον το ορίζεις,
8750διόρθωσε δύο καβαλλαρίους να ελθούσι μετ᾿ εμένα,
να βάλω δύο αρχοντόπουλα να υπάγουν μετά εκείνους,
να γράψω εις τον βασιλέαν, στον άγιον μου αφέντην,
τον τρόπον, την υπόθεσιν, ως το λαλεί η ευγενεία σου,
να ορίση και να γράψουσιν τες συμφωνίες της τρέβας,
8755να τες βουλλώσουσιν εκεί με το χρυσόβουλλόν του,
κι απάνω εις το ορκωμοτικόν να ομόση ο βασιλέας
ενώπιον των καβαλλαρίων, των αποκρισαρίων σου».
§ 605 Το ακούσει το ο πρίγκιπας, πολλά καλόν του εφάνη.
εδιόρθωσε τον Τζαδερούν τον μέγαν κοντοσταύλον
8760και τον μισίρ Ντζεφρέ ντε Ανόε, της Αρκαδίας ο αφέντης,Geoffroy d’ Aunoy
να απελθούσι αμφότεροι οι δύο στον βασιλέα,
εκείσε εις την Βυζαντίαν, στην Κωνσταντίνου πόλιν·
είθ᾿ ούτως κι ο Φιλανθρωπινός εδιέβη μετ᾿ εκείνους.
Το ιδεί τους γαρ ο βασιλέας, καλά τους αποδέχτη,
8765πολλά του εφάνη ορεχτική η τρέβα κ᾿ η αγάπη
να έχη με τον πρίγκιπα, εκείνον του Μορέως,
διά την πολλήν την έξοδον όπου είχε εις τα φουσσάτα,
όπου έστελνεν εις τον Μορέαν κ᾿ εμάχετον τους Φράγκους.
ώρισε ευθέως κ᾿ εγράψασιν τες συμφωνίες της τρέβας
8770κ᾿ εποίησεν ορκωμοτικόν κ᾿ εχρυσοβούλλωσέ το
Απάνω είς αύτο ώμοσεν ατός του ο βασιλέας
ενώπιον των καβαλλαρίων κι απέκει τους το εδώκεν·
απήραν το ορκωμοτικόν κ᾿ ήλθεν εις τον Μορέαν,
του πρίγκιπος το ηφέρασιν κ᾿ επροσκομίσανέ το·
8775ο πρίγκιπας το εδέξετον, πολλά καλόν τον εφάνη.
§ 606 Κι αφότου εστερεώθηκεν η αγάπη και η τρέβα
ανάμεσον του βασιλέως και του πρίγκιπα Μορέως,
άρξετον ο πρίγκιπας, ως φρόνιμος όπου ήτον,
να κυβερνά τον τόπον του, να αυξαίνη τες δουλείες του·
8780με τον λαόν του βασιλέως ειρηνικά εδιάγε·
επλούτηναν οι άπαντες, Φράγκοι τε και Ρωμαίοι.
 
ΦΛΩΡΕΝΤΙΟΣ ΚΑΙ ΙΣΑΒΕΛΛΑ ΠΡΙΓΚΙΠΕΣ ΜΟΡΕΩΣ ΚΑΙ ΤΟ ΔΕΣΠΟΤΑΤΟΝ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ
§ 607 Κ᾿ ιδών ετούτο ο βασιλέας κι ως το επληροφορέθη,
ότι με τον πρίγκιπα έχει καλήν αγάπην,
ηθέλησε κι ωρέχτηκε να αρχάση γαρ την μάχην
8785με τον Δεσπότην Άρτας τε, με τον κυρ Νικηφόρον.Νικηφόρος Δεσπότης Ηπείρου
Κάτεργα εξήντα ερρόγεψεν, τα ήσαν των Γενουβίσων,Γενουβίσοι=Γενοβέζοι
κ᾿ εδιόρθωσε να πλέψουσιν, να ελθούσιν της θαλάσσης,
εκ τα νερά γαρ του Μορέως να σέβουν εις τον κόρφον
απέσω εις το Ξερόμερον, εκεί πλησίον της Άρτας
8790να τρέχουν και κουρσεύουσιν τα μέρη εκείνα όλα.
Ωσαύτως γαρ εδιόρθωσεν φουσσάτα εκ την στερέαν
χιλιάδες δεκαττέσσαρες απάνω εις τα άλογά τους,
και τριάκοντα τα πεζικά, τόσους τους εγνωμιάσαν.
Και ήλθασιν της Ρωμανίας κι απέκει εκ την ΒλαχίανΒλαχία=> Θεσσαλία (κυρίως)
8795κ᾿ εσώσαν εις τα Γιάννινα, εις το λαμπρόν το κάστρον·
εκείσε εκατουνέψασιν εις παρακαθισμόν του.παρακαθισμός=πολιορκία
Το κάστρον ένι αφιρόν, απέσω εις λίμνην στέκει,αφιρόν=στέρεο
ενώ ένι Μέγας ο Οζερός το γύρωθεν του κάστρου.Μέγας Οζερός [τότε]=>Λίμνη Ιωαννίνων
Με το γιοφύρι εμπαίνουσιν οι εκείσε κατοικώντες·
8800με τα σαντάλια εμπάζασιν του κάστρου την σωτάρχειον.σαντάλια=είδος πλοιαρίου
Τον κόσμον όλον ου ψηφά το κάστρον των Γιαννίνων
να το βλάψουν με πόλεμον, μόνι να έχη σωτάρχειον.σωτάρχειον [εδώ]=αποθήκη τροφίμων
§ 608 Ενταύτα παύομαι εδώ περί του βασιλέως
και θέλω να σας αφηγηθώ την πράξιν του Δεσπότου.
§ 609 8805Ως ήκουσεν και έμαθεν της Άρτας ο Δεσπότης,Νικηφόρος Δεσπότης Ηπείρου
το πώς οικονομήσετον ο βασιλεύς εκείνος
ο Παλαιολόγος σε λαλώ, με τα φουσσάτα όπου είχεν,
να ελθούσιν καταπάνω του της γης και της θαλάσσης,
κράζει τους κεφαλάδες του κι απήρεν την βουλήν του·
8810ερώτησέ τους ακριβώς του να τον συμβουλέψουν
με τι τρόπον και αφορμήν τον τόπον του φυλάξει.
Ενταύτα οι φρονιμώτεροι ούτως τον συμβουλεύουν·
να ποιήσουν γαρ συμβίβασιν με συμφωνίες και τρόπον,
μετά τον πρίγκιπα Μορέως, με τον Φλοράν εκείνον,Φλωρέντιος του Αινώ (Florent de Hainaut)
8815να έλθη μέ τα φουσσάτα του διά να τον συμμαχήση.
§ 610 Εν τούτω εδόθη η συμβουλή, μαντατοφόρους στέλνει
άρχοντας δύο φρόνιμους τους πρώτους της βουλής του
εποίησε τους προστάγματα, εγράφως τους εδώκεν
την δύναμίν του, κ᾿ εξουσίαν τους έδωκεν να ποιήσουν
8820όσο ημπορέσουν, δυνηθούν με τον Φλοράν εκείνον,
τον πρίγκιπαν γαρ του Μορέως, που είχεν την ανεψίαν του
᾿ς ομόζυγον αυτού γυνήν, της αδελφής του ήτον θυγάτηρ,
που την ελέγαν η Ζαμπέα, ούτως την ωνόμαζαν,
§ 611 Οι αποκρισάροι εξέβησαν ενταύτα από την Άρταν,αποκρισάρης=απεσταλμένος
8825επέρασαν εις τον Μορέαν, ήλθαν στην Ανδραβίδα,
και ηύρηκαν τον πρίγκιπα όπου είχεν την βουλήν του,
μετά τους κεφαλάδες του διά υπόθεσες όπου είχεν.
Τα έγραφα όπου είχασιν επροσκομίσανέ τα·
του πρίγκιπος τα εδώκασιν, εχαιρετήσανέ τον
8830εκ μέρους γαρ του αφέντη τους, εκείνου του Δεσπότου.
Λεπτομερώς του εσύντυχαν, εκ στόματος τον είπαν
τον τρόπον και την αφορμήν, διατί ήλθασιν εκείσε.
§ 613 Λοιπόν, ν᾿ αφήσω τα πολλά, να ελθούμε εις το τέλος·
ούτως εσυμβιβάστησαν να δώση ο Δεσπότης
8835του πρίγκιπος, διά να κρατή διά όψιδαν και μόνον,όψιδα=η όμηρος
τον υιόν αυτού τον κυρ Θωμάν, έως ου να ποιήση στρέμμαΘωμάς Α’ Κομνηνός Δούκας
ο πρίγκιπας και να στραφή στον τόπον του Μορέως
ούτως με τα φουσσάτα του, άνευ τρόπου και δόλου·
να έχη γαρ ο πρίγκιπας την ρόγαν του Δεσπότου
8840με όσα φουσσάτα δυνηθή επάρει μετ᾿ εκείνον.
§ 614 Κι αφότου εκατορθώσασιν τες συμφωνίες τους όλες,
οι αποκρισάροι εστράφησαν εκείσε εις τον Δεσπότην
και είπαν κι αφηγήθησαν, το πώς εκατορθώσαν
να έλθη ο πρίγκιπας Φλοράς μετά πεντακοσίους·
8845τους πρώτους και καλλιώτερους όλου του πριγκιπάτου.
εις συμμαχίαν, βοήθειαν του θείου του του Δεσπότου.
§ 615 Ενταύτα οικονομήσασιν τον κυρ Θωμάν εκείνον
του Δεσπότου τον υιόν μετά τιμής μεγάλης,
κι απόστειλάν τον στον Μορέαν εκεί εις την Ανδραβίδα·
8850του πρίγκιπα τον έδωκαν να ποιήση όσον κελεύει.
Κι ο πρίγκιπας τον έστειλεν στο κάστρον Χλουμουτσίου
να στήκεται μετά τιμής όψιδα εκεί εις το κάστρον,
έως ου να ποιήση ο πρίγκιπας στρέμμαν εις τον Μορέαν.στρέμμα=επιστροφή
Ηφέραν γαρ του πρίγκιπος την ρόγαν του λαού του,
8855διά τριών μηνών την πλήρωσιν τους επληρώσαν μόνον.
ΣΥΜΜΑΧΙΑ ΦΛΩΡΕΝΤΙΟΥ ΚΑΙ ΔΕΣΠΟΤΟΥ ΗΠΕΙΡΟΥ
§ 617 Τους χρόνους εκείνους και καιρούς κ᾿ εκείνες τες ημέρες,
όπου άρχισεν ο βασιλέας, ο μέγας Παλαιολόγος,
την μάχη εκείνην την ζεστήν με τον Δεσπότην Άρτας,
και της θαλάσσης και της γης εβάλθη να τον βλάψη.
8860Ενταύτα πάλιν, ως το ήκουσεν εκείνος ο Δεσπότης,
εσκόπησεν κ᾿ εβιάστηκεν μετά βουλής μεγάλης,
με πάσα τρόπον κι αφορμήν να φυλαχτή απ᾿ εκείνον.
§ 616 Λοιπόν, ωσάν εσυμβιβάστηκεν με τον Φλοράν εκείνον,
τον πρίγκιπαν γαρ του Μορέως, που είχεν την ανεψίαν του,
8865ούτως το έποικεν ομοίως με τον κόντον Ριτσάρδον,Riccardo Orsini, comte de Cephalonie
όπου ήτον ετότε της Κεφαλωνίας αφέντης γαρ και κόντος,
και έδωκέν του διά όψιδα την πρώτην θυγατέρα,
να την κρατή εις αφίρωσιν κ᾿ εκείνος να απεράση
ατός του γαρ σωματικώς με όλον το φουσσάτο,
8870εκεί εις το Δεσποτάτον του διά να του έχη βοηθήσει
στην μάχην όπου άρχασεν ο βασιλέας μετ᾿ αύτον·
να έχη και την ρόγαν του, αυτός και ο λαός του
εις τον καιρόν που θέλει εκεί ποιήσει εις την μάχην.
Κι αφότου εσυμβιβάστηκαν, απέρασεν ο κόντος
8875μετά εκατόν εις τα άλογα ανθρώπους γαρ στρατιώτες.
ανθρώπους όλους εκλεχτούς, στρατιώτες των αρμάτων.
§ 621 Είθ᾿ ούτως γαρ επέρασεν κι ο πρίγκιπας Μορέως
από την Πάτραν, σε λαλώ, κ᾿ εδιέβη εις την Άρταν.
Κι ως το έμαθεν και ήκουσεν ετότε ο Δεσπότης
8880ότι έρχετον ο πρίγκιπας, εξέβη εις απαντήν του·απαντή=συνάντηση
στα Λεσιανά απαντήθησαν, χαράν μεγάλη εποίκαν·
«Καλώς ήλθες, ο πρίγκιπας, καλώς ο ανεψιός μου,
αρτίως θεωρώ κ᾿ εγνώρισα των συγγενών το σπλάγχνος».
Κι όσον εκατεχόρτασαν φιλήματα ρωμαίϊκα,
8885εκίνησαν κ᾿ εδιάβησαν ολόρθα εις την Άρταν·
κι ο κόντος της Κεφαλλωνίας ήλθε από το άλλο μέρος.
§ 622 Τις να σας έγραψεν λεπτώς το τι χαράν εποίκεν;
το ιδεί τους Φράγκους που ήλθασιν ετότε ο Δεσπότης,
εφάνη του ότι εκέρδισεν όλην την Ρωμανίαν.
8890Αππλίκεψεν ο πρίγκιπας στα οσπίτια του Δεσπότου,αππλικεύω=εγκαθίσταμαι, καταλύω
κ᾿ εκείνος γαρ εσέβηκεν απέσω εις το κάστρον.
Ενταύτα αππλικέψασιν οι κεφαλάδες πρώτα,
τιμητικά, ως έπρεπεν του καθενός εκάστου,
κι απέκει οι καβαλλαροί κ᾿ οι ευγενικοί σιργέντες.σιργέντης=υπαξιωματικός, ακόλουθος
§ 623 8895Κι αφότου αναπαύτησαν εκείνην την ημέραν,
επί της αυρίου το πρωί ήλθεν και ο Δεσπότης
μετά τους κεφαλάδες του κι όλον το αρχοντολόγι,
ολόρθα εκεί εις τον πρίγκιπα όπου ήτο αππλικεμένος·
και ηύρε τον κ᾿ εκάθετον με τον κόντον Ριτσάρδον
8900και με τον πρωτοστράτορα ντε Σαίντ Ομέρ εκείνον,Ιωάννης Σαιντ-Ομέρ (Jean de Saint-Οmer)
ομοίως με τους φλαμουριαρίους κ᾿ οι καβαλλάροι όλοι.
Κ᾿ εσυντυχαίνασιν ομού κ᾿ επαίρναν την βουλήν τους,συντυχαίνω=ομιλώ, συνομιλώ
την πράξιν όπου ηθέλασιν ποιήσει διά την μάχην,
όπου ήλθαν να βοηθήσουσιν ετότε του Δεσπότου.
8905Κι ως είδαν ότι ήλθε εκεί ατός του ο Δεσπότης,
ευθέως του επροσηκώθησαν κ᾿ εκάθισαν αλλήλως.
Πολλά του εφάνηκε καλόν ετότε του Δεσπότου,
όταν ηύρε τον πρίγκιπα ομού με την βουλήν του.
§ 624 Κ᾿ εκαθεζόντησαν εις βουλήν, το πώς ηθέλαν πράξει
8910στην μάχην όπου ήλθασιν να του έχουν βοηθήσει.
Αφότου γαρ εκάθισαν αλλήλως, ως το ακώτε,
άρξετον του να λαλή ατός του ο Δεσπότης
και λέγει προς τον πρίγκιπα κι απέκει γαρ του κόντου,
ομοίως του πρωτοστράτορος εκείνου του Μορέως,
8915κι απέκει των φλαμουριαρίων, των καβαλλαρίων είθ᾿ ούτως.φλαμουράριος=βαθμοφόρος
το πώς τους ευχαρίσετον, ως φίλους κι αδελφούς του,
στο σπλάγχνος όπου έδειξαν κ᾿ ειλικρινήν αγάπην,
και ήλθασιν με προθυμίαν να του έχουσιν βοηθήσει
στην μάχην όπου άρχισεν κατ᾿ αύτου ο βασιλέας.
8920Ενταύτα τους παρακαλεί, αξιώνει, ως στρατιώτες,
ως ευγενείς και φρόνιμους, του να τον συμβουλέψουν,
να ποιήσουν πράξιν φρόνιμα, να πράξουν ως στρατιώτες,
να επάρουσιν το έπαινος ως έχουσιν την δόξαν.
«Επεί αν προστάξη ο Θεός κ᾿ επάρωμεν το νίκος,
8925μηδέν λογίσεται κανείς, μηδέ να το σκοπήση,
εμέν να δώσουν έπαινος, Φράγκος γαρ ή Ρωμαίος,
διά το έχω εγώ την αφορμήν, του βασιλέως την μάχην·
αλλά η τιμή και το έπαινος εσάς το θέλουν δώσει,
διατό εγνωρίζουν άπαντες, ᾿ς όλην την Ρωμανίαν,
8930ουδέν είναι καλλιώτεροι εις άπασα στρατείαν
παρά τους Φράγκους του Μορέως, όπου το εξεύρει ο κόσμος,
επεί έχετε την φρόνεσιν και την στρατείαν εις άκρον».
§ 625 Αφότου γαρ επλήρωσεν, το είπεν ο Δεσπότης,
άρξετον ο πρίγκιπας να του αποκρένεται ούτως·
8935«Κύρης μου και Δεσπότη μου και ηγαπημένε θείε,
ευχαριστώ τα λόγια σου το έπαινος, το είπες
διά ετούτους τους ευγενικούς στρατιώτες, όπου είναι
αρτίως μετά με σήμερον εδώ εις την συντροφίαν μου.
Τούτο πληροφορέσου το και κράτει το ᾿ς αλήθειαν,
8940ότι διά την αγάπην σου κ᾿ εις την ανάκραξίν σου
ήλθαν ετούτοι μετ᾿ εμε εδώ διά την τιμήν τους.
Και μη λογίσης τίποτε ότι διά χρείαν της ρόγας,
όπου τους απόστειλες εκείσε εις τον Μορέαν,
ως ρογατόροι ήλθασιν να σε έχουσιν δουλέψει·ρογατόρος=μισθοφόρος
8945επεί η ρόγα που έλαβαν ουδέν τους σώζει μόνη
του να πληρώσουν τ᾿ άρματα και τ᾿ άλογα που αγοράσαν
διά να έλθουσιν τιμητικά εδώ στην χρείαν όπου έχεις.
Επεί εγώ λέγω διά εμέν, και κράτει το εις αλήθειαν,
ότι διά την αγάπην σου και συγγενότητά μας
8950διατό είμεθεν και γείτονες κι αρμόζει να βοηθούμεν
ο είς τον άλλον γείτονα ότι του κάμνει χρεία·
και πάλε διά το σύνηθες όπου έχουσιν οι Φράγκοι
και τρέχουν πάντα εις τα άρματα ένθα ακούσουν ότι ένι
ή χρεία ή μάχη ή πόλεμοι, διατό είναι γαρ στρατιώτες,
8955να δείχνωνται, να φαίνωνται ότι στρατιώτες είναι.
Και κάλλιον έχουν την τιμήν, το έπαινος του κόσμου
περί τα κούρση, ή χρήματα, ή ρόγα να τους δίδουν–κούρση=λεία, λάφυρα
κ᾿ εις τούτον γαρ τον λογισμόν ήλθαμε εδώ εις εσέναν.
§ 626 Και κράτει το, καλέ μου, θείε, αλήθειαν σε το λέγω·
8960ότι αν είχαν την δύναμιν οι πλειότεροι από ετούτους,
όπου θεωρείς ότι είναι εδώ, ευγενικοί στρατιώτες,
από εδικού τους να έποικαν την έξοδόν τους όλην,
κι ου μη να επήραν από σού έναν μικρόν βελόνι·
αλλά ήλθασιν ως φίλοι σου κι ως ευγενείς στρατιώται,
8965να σε δουλέψουν εις την χρείαν όπου θεωρούν ότι έχεις.
Εν τούτω σε υποσχιόμεθεν αυτοί κ᾿ εγώ μετ᾿ αύτους·
ου μη μισσέψωμε απ᾿ εδώ, από το δεσποτάτο,
έως ου να πολεμήσωμεν με τα φουσσάτα όπου ήλθαν
και στήκονται εις τον τόπον σου, αυτοί του βασιλέως·
8970ή να γευτούμεν θάνατον, ή ν᾿ αποθάνουν εκείνοι».
ΠΟΛΕΜΙΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΕΙΣ ΗΠΕΙΡΟΝ
§ 627 Ενταύτα αποκρίσετον του πρίγκιπα, ο δεσπότης
ευχαριστώντα τον πολλά εκείνος κ᾿ οι άρχοντές του
εις όσον γαρ ελάλησεν, ως ευγενής όπου ήτον·
Ενταύτα απήρασιν βουλήν το πώς ηθέλαν πράξει·
8975τα λόγια ήσασιν πολλά, τα είπαν κ᾿ ελαλήσαν
το γαρ το τέλος είπασιν να ορθώσουν τα φουσσάτα,
αύριον πρωί απο ταχέα να εξέβουν εκ την Άρταν
ολόρθα εις τα Γιάννινα να απέλθουσιν εκείσε·
Επεί εκεί εμάθασιν ότι ήσαν τα φουσσάτα·
8980κι αν αναμείνουν οι Ρωμαίοι, αυτοί του βασιλέως,
να πολεμήσουν μετ᾿ αυτούς, και ως το δώση ο Θέος.
§ 628 Ώρισε ο πρωτοστράτορας εκείνος του Μορέως·
ευθέως εδιαλαλήσασιν εκ μέρους του Δεσπότου,
του πρίγκιπος γαρ απ᾿ αυτού, του πρωτοστράτορός του,
8985να είναι τα αλλάγια έτοιμα Φράγκοι τε και Ρωμαίοι,αλλάγι=στρατ. μονάδα
να ακολουθούν τα φλάμουρα ντε Σαίντ Ομέρ εκείνου,φλάμουρο=σημαία
του πρωτοστράτορος Μορέως, ένθα κι αν υπαγαίνη.
Εν τούτω αύριον το πρωί εκίνησαν κ᾿ υπαγαίνουν
ολόρθα εις τα Γιάννινα τα αλλάγια του φουσσάτου.
§ 629 8990Ο Μέγας γαρ Δεμέστικος που ήτον του βασιλέως
απάνω εις τα φουσσάτα του η κεφαλή η μεγάλη,
ήλθασιν και είπαν του κ᾿ επληροφορησάν τον,
το πώς ήλθεν ο πρίγκιπας εκείνος του Μορέως
κι ο κόντος της Κεφαλλωνίας με όλα τους τα φουσσάτα·
8995στην Άρταν απεσώσασιν στην ρόγαν του Δεσπότου
κ᾿ έρχονται ολόρθα εις αυτόν διά να τον πολεμήσουν.
Κράζει τους κεφαλάδες του τους πρώτους της βουλής του·κεφαλάδες=άρχοντες, ευγενείς
βουλήν απήρασιν ομού το πώς θέλουσιν πράξει.
Τα λόγια ήσασιν πολλά, τα είπασιν αλλήλως·
9000στο τέλος γαρ αφίρωσαν, είπασιν κ᾿ εστερεώσαν,
ότι εάν εμισσέψασιν από το κάστρο εκείνο
όπου το απαρακάθονταν, διά λόγια και μαντάτα,
μεγάλην τους κατηγορίαν ηθέλαν γαρ ποιήσει·
αλλά να στήκουσιν εκεί να μάθουσιν αλήθειαν.
§ 630 9005Μετά ταύτα τους ήφεραν αληθινά μαντάτα,
το πώς οι Φράγκοι εσώσασιν εκείσε εις την Άρταν,
κ᾿ εκίνησαν και έρχονται στα Γιάννινα ολόρθα.
Το ακούσει το ο Δεμέστικος κι όλα του τα φουσσάτα,
το πώς οι Φράγκοι έσωσαν και ένι εις την Άρταν,
9010ουδέν ανάμειναν ποσώς βουλήν να έχουν επάρει·
κ᾿ είπαν οι φρονιμώτεροι, οι πρώτοι του φουσσάτου,
ότι ατός του ο βασιλέας, αν ήτο εκεί μετ᾿ αύτους,
ουδέν ετόλμα να σταθή, τους Φράγκους να απαντήση,
και ήτον τιμιώτερον πρότερα να μισσέψουν,
9015παρά να τους εύρουσιν εκεί, να τους έχουσιν φονέψει.
Όμως το ακούσει ότι ήλθασιν οι Φράγκοι εις την Άρταν,
ουδέν ανάμειναν ποσώς βουλήν καμμίαν επάρει·
ευθέως εξετεντώσασιν κ᾿ ερρίξαν τες κατούνες·εξετεντώνω=μαζεύω τις σκηνές
αφνίδιως, ως ευρέθησαν, εκίνησαν κ᾿ υπάγουν,
9020ούτε φλάμουρα εσήκωσαν, ούτε αλλάγια εποίκαν,
αλλ᾿ ωσάν να τους εδιώχνασιν με τα κοντάρια οι Φράγκοι,
ούτως και ασχημότερα εβάλθησαν κ᾿ εφεύγαν
την στράταν όπου ήλθασιν απέκει εκ την Βλαχίαν.
§ 632 Το ιδεί τους εκ τα Γιάννινα εκείνοι από το κάστρο,
9025εγνώρισαν κι απείκασαν φεύγουσιν οι Ρωμαίοι.
Μαντατοφόρους έστειλαν ευθέως εις τον Δεσπότην·
«Να μάθης αφέντη, Δέσποτα, εφύγαν οι Ρωμαίοι».
Ως το ήκουσεν και έμαθεν ετότε ο Δεσπότης
ότι εμισσέψαν οι Ρωμαίοι ᾿κ το κάστρον των Γιαννίνων,
9030περίχαρος εγίνετου, δρομαίως απήλθε ατός του
εκεί όπου ήτον ο πρίγκιπας, λέγει του τα μαντάτα.
Το ακούσει το ο πρίγκιπας, λέγει του· «Τι αναμένεις; »
κράζει τον πρωτοστράτοραν ντε Σαίντ Ομέρ εκείνον,
ώρισε. «Να λαλήσουσιν όλα μας τα σαλπίγγια
9035τα αλλάγια ας χωρίσουσιν, σπουδαίως τα υπαγαίνουνσπουδαίως=ταχέως, επειγόντως
ολόρθα εις τα Γιάννινα να σώσωμεν τους Ρωμαίους,
μη πρου μακρύνουν από εμάς και κολαστούμεν πλέον».
Εκίνησαν, υπαγαίνουσιν, εσώσαν την εσπέραν
εκείσε εις τα Γιάννινα όπου ήσαν οι κατούνες
9040εκεινών όπου εμίσσεψαν, του βασιλέως φουσσάτα.
Ο πρωτοστράτορας Μορέως ώρισεν κ᾿ ημοιράσαν·
εις τες κατούνες των Ρωμαίων αππλίκεψαν οι Φράγκοιαππλικεύω=εγκαθίσταμαι, καταλύω
Στην τένταν γαρ του πρίγκιπος απήλθεν ο Δεσπότης
ωσαύτως οι φλαμουριαροί, οι πρώτοι του φουσσάτου
9045βουλήν απήρασιν ομού το πώς θέλουσιν διάξει.
Εις τέλος γαρ ισιάστησαν να απέλθουν από οπίσω
εκείνων όπου εφεύγασιν, πολλάκις μη τους σώσουν
και πολεμήσουν μετ᾿ αυτούς κ᾿ επάρουσιν το νίκος.
Είτε κι ουδέν τους σώσουσιν, θέλουσιν τους κουρσεύει
9050τους τόπους γαρ του βασιλέως εκεί εις την Ρωμανίαν.
§ 633 Επί της αυρίου γαρ το πρωί εκίνησαν κ᾿ υπάγουν
των αντιδίκων την οδόν ολόρθα οδηγεύγουν.
Ο πρίγκιπας ελάλησεν και ήλθεν ο Δεσπότης
και λέγει ούτως προς αυτόν· να ορθώση εκ τον λαόν του
9055τινές με άλογα ελαφρά να σώσουν τους Ρωμαίους,
να ειπούσιν του Δεμέστικου, τον πρώτον του φουσσάτου
εις μέρους γαρ του πρίγκιπος ομοίως κ᾿ εκ τον Δεσπότην,
το πώς τους ανακράζουσιν του να τους άναμείνουν,
του να παραδιαβάσουσιν αλλήλως εις τον κάμπον·
9060επεί ουκ ήτον χρήσιμον εις τέτοιον στρατιώτην
να έλθη γυρεύοντα στρατείας, τρόπον να πολεμήση,
κι αφότου ηύρεν τον πόλεμον έτοιμον, να μισσέψη.
Εκείνοι όπου ωρίστησαν να απέλθουν στους Ρωμαίους,
γοργόν πολλά εσπουδάξασιν, σύντομα τους εφτάσαν
9065εκείσε όπου υπαγαίνασιν, εκ της Βλαχίας τα μέρη.Βλαχία=> Θεσσαλία (κυρίως)
Από μακρόθεν τους λαλούν, μαντατοφόροι είναι,
και νά τους δέξωνται να ειπούν, τα είναι ωρισμένοι.
Ώρισεν ο Δεμέστικος κι αφροντισίαν τους κάμνουν,αφροντισία=απαλλαγή υποχρεώσεων
και ήλθαν κ᾿ επλησιάσαν τον και λέγουν προς εκείνον·
9070«Κύρης μου, ο πρίγκιπας Μορέως είθ᾿ ούτως κι ο Δεσπότης
την ευγένειάν σου χαιρετούν, ως φίλον κι αδελφόν τους.
Εσύ ήλθες εκ τον βασιλέα με τα φουσσάτα όπου έχεις
γυρεύοντα να μαχηστής, μετά άλλους να μαδήσης·
κι αφών ηύρες το ήθελες, κ᾿ εκείνο που γρεύεις,
9075παρακαλούν σε, ανάμεινε εις τόπον επιδέξιον,
να έλθουν με τα φουσσάτα τους, να έχετε πολεμήσει.
Κι ως φρόνιμος κ᾿ ευγενικός ποίησον την τιμήν σου,
μη σε αναγκάσουσιν τινές κι αφήκης την τιμήν σου
και πέσης εις κατηγορίαν κι ο βασιλέας χολιάση».
9080Εκείνος αποκρίθηκεν και λέγει προς εκείνους·
«Εγώ τον πρίγκιπα Μορέως, ομοίως και τον Δεσπότην,
ως αδελφούς και φίλους μου, πολλά τους χαιρετίζω·
κ᾿ ειπέτε των πληροφορίαν εκ μέρους εδικού μου·
ότι, εάν ήτον ο λαός του βασιλέως, όπου έχω,
9085εις εδικόν μου θέλημα, να έποικα το κελεύουν.
Αλλά εδώ ευρίσκονται Τούρκοι γαρ και Κουμάνοι,
όπου έχουν κεφαλάδες τους κ᾿ εμέναν ου φροντίζουν».
§ 635 Το ακούσουν την απόκρισιν, εστράφησαν οπίσω·
στρεφόμενοι γαρ ηύρασιν πλείστους τινές ανθρώπους,
9090όπου είχαν άλογα έρημα, τα ήσαν αποσταθόντα,
κι αλλών πολλών τα άρματα ομοίως και τες κατούνες,
τα ερρίχταν τότε φεύγοντα εκείνα τα φουσσάτα.
Κι απήρασιν τα ημπόρεσαν κ᾿ ήλθαν εις το φουσσάτο,
και είπαν την απόκρισιν του μεγάλου Δεμεστίκου.
9095Κι ως το ήκουσεν ο πρίγκιπας είθ᾿ ούτως κι ο Δεσπότης,
ότι υπαγαίνουν φεύγοντα το πλείον όπου ημπορούσιν,
ωρίσαν τα φουσσάτα τους κ᾿ εβάλθησαν στο κούρσος,κούρσος=λεηλασία
εξήλειφαν κ᾿ ερήμωναν του βασιλέως τους τόπους,
πολύν κούρσον εκέρδισαν, πολλούς ανθρώπους επιάσαν.
9100Ο τρόπος ήτον άφοβος, οι άνθρωποι αποθαρρούσαν
διά τα φουσσάτα όπου έστηκαν στο κάστρον των Γιαννίνων·
αφνίδια τους υπόπεσαν, ζημίαν μεγάλην εποίκαν.
§ 636 Εκείνη γαρ η υποδρομή, το κούρσο που σας λέγω,
ουδέν εδιήρκησεν πολλά, άνευ κ᾿ ημέρες δύο,
9105επεί μαντάτα ηφέρασιν ετότε του Δεσπότου,
το πώς εκαταλάβασιν εις τον κορφόν της Άρτας,
κάτεργα εξήντα ήλθασιν κ᾿ είναι των Γενουβίσων·Γενουβίσοι=Γενοβέζοι
επέζεψαν στην Πρέβεσαν, κουρσεύγουν τα χωρία,
ωρμήσασιν να έρχωνται ολόρθα εις την Άρταν.
§ 637 9110Το ακούσει γαρ και μάθει το ετότε ο Δεσπότης,
μεγάλως το εφοβήθηκεν, εις σφόδρα το ελυπήθη,
διατό ελογίσετον ευθέως ότι τα κάτεργα είναι,κάτεργα=πλοία
τα ερρόγεψεν ο βασιλέας, εκείνα των Γενουβίσων,ρογεύω=στρατολογώ (μισθοφόρους)
να ελθούσιν καταπάνω του, να τον έχουν ζημιώσει,
9115Ενταύτα ερώτησεν ευθέως. «Ο πρίγκιπας πού ένι;»
εμίσσεψε εκ το αλλάγι του κ᾿ εδιάβη προς εκείνον,
είπεν και αφηγήθη του εκείνα τα μαντάτα,
το πώς ήλθαν τα κάτεργα, εκείνα των Γενουβίσων
επέζεψαν στην Πρέβεζαν, κουρσεύουν τα χωρία
9120ωρμήσασιν κ᾿ ερχόντησαν ολόρθα εις την Άρταν,
«κ᾿ έχω φόβον αμέτρητον μη πιάσουσιν την χώραν».
Εν τούτω του αποκρίθηκεν ο πρίγκιπας και είπεν.
§ 638 «Γίνωσκε, θείε, Δεσπότη μου, με αλήθειαν σε το λέγω
εγώ διά τούτο ήλθα εδώ κι άφηκα τον Μορέαν,
9125διά να είμαι εις την βοήθειαν σου στην μάχην όπου έχεις.
Λοιπόν, έως ότου ευρίσκομαι εδώ εις το Δεσποτάτο,
όριζε, τι με χρειάζεσαι κ᾿ εγώ να το πληρώνω».
§ 639 Ενταύτα τον ευχαριστά μεγάλως ο Δεσπότης·
ευθέως ορίζει ο πρίγκιπας τον πρωτοστράτορά του
9130και το σαλπίγγι ελάλησεν να ποιήσουν στρέμμα οπίσω.
Το ακούσει το, τα αλλάγια τους οπίσω στρέμμα εποίκαν,
εκεί όπου εκατουνέψασιν αλλάγια τρία εχωρίσαν,
χιλίους απάνω εις τα άλογα κι ωρίσαν τους να απέλθουν
σπουδαχτικά να σώσουσιν στης Άρτας την βοήθειαν·σπουδαχτικά=επειγόντως
9135«μη πρου αποσώσουσιν εκεί ο στόλος των κατέργων,
επεί κ᾿ ημείς ερχόμεθεν ολόρθα αποπίσω».
§ 64Ο Ενταύτα εκινήσασιν και πάντα υπαγαίνουν.
Ο δε λαός του βασιλέως, όπου ήσαν εις τα ξύλα
εκείσε εις τα κάτεργα μετά τους Γενουβίσους,Γενουβίσοι=Γενοβέζοι
9140και εις την γήν εξέβησαν, επιάσασιν ανθρώπους,
κ᾿ ερώτησαν να τους ειπούν το πού ένι ο Δεσπότης,
κι αν έχη δύναμιν καμμίαν, ξένον λαόν μετ᾿ αύτον.
Κ᾿ εκείνοι γαρ τους είπασιν κ᾿ επληροφόρησάν τους,
το πώς ήλθεν ο πρίγκιπας, εκείνος του Μορέως,
9145κι ο κόντος της Κεφαλλωνίας με όλα τους τα φουσσάτα.
Κι ευθέως το σώσει εκείνοι εδώ κι ακούσαν τα μαντάτα,
ότι ο Μέγας Δεμέστικος με τα φουσσάτα όπου είχεν
ήλθε κ᾿ επαρακάθετον το κάστρον των Γιαννίνων,
ώρμησαν κ᾿ υπαγαίνασιν ολόρθα εκεί εις αύτους.
9150Κ᾿ εκείνος γαρ το μάθει το, εμίσσεψεν κ᾿ εφύγεν,
κ᾿ εκείνοι υπάγουν διώχνοντα διά να τους έχουν σώσει·
κι αρτίως μας είπασιν τινές, όλους εκατεκόψαν,
και στρέφονται χαιράμενοι, τώρα καταλαμβάνουν».
§ 641 Το ακούσει το οι άρχοντες εκείνοι των κατέργων,
9155τα τριπουτσέτα όπου είχασιν εβγάλει και τες σκάλες,τριπουτσέτο=καταπέλτης
να υπάουν να πολεμήσουσιν της Άρτας γαρ το κάστρον,
σπουδαίως πάλε τα εστρέψασιν απέσω εις τες ταρίτες.
§ 642 Ενταύτα τους ηφέρασιν κ᾿ ετούτα τα μαντάτα·
ότι εκαταλάβασιν τα φράγκικα φουσσάτα.
9160Απόστειλαν διά τον λαόν όπου είχαν εις το κούρσο
ενώ είχαν δράμει τα χωρία και κάψει και τους τόπους,
τα μέρη της Βαγενετίας, τα ήσαν προς της θαλάσσης
όλα τα εκουρσέψασιν και αιχμαλωτίσανέ τα.
Ενταύτα γαρ εσώσασιν κ᾿ εκείνοι του Δεσπότου,
9165χίλιοι απάνω εις τα άλογα, όπου τους αποστείλαν,
κι όσους απόφτασαν στην γήν, Ρωμαίους και Γενουβίσους,Γενουβίσοι=Γενοβέζοι
όλους τους εκατέκοψαν, κι άλλους τινές επιάσαν.
Ενταύτα απήρασι βουλήν εκείνοι των κατέργων,
το πώς να ποιήσουν τίποτε να βλάψουν τον Δεσπότην·
9170κ᾿ είπαν οι φρονιμώτεροι όπου ήσαν παιδεμένοι·
«Εσείς εξεύρετε, καλά, πρέπει να το ενθυμάστε
του βασιλεως τον ορισμόν, το πώς εκατορθώσε
να έλθη ο Μέγας Δεμέστικος με τα φουσσάτα όπου είχεν,
στο Δεσποτάτο να σεβή εκείνος ᾿κ την στερέαν,
9175κ᾿ ημείς από το πέλαγος να ελθούμεν της θαλάσσης,
μάς βοηθούν, κ᾿ ημείς αυτών, ως μας βολήση ο τόπος.
Λοιπόν αφότου έφυγεν δίχα να πολεμήση
κι απήρεν τα φουσσάτα του όπου είχαμεν το θάρρος
κ᾿ εβλέπετε ότι ο πρίγκιπας κι ο κόντος μετ᾿ εκείνον
9180ήλθαν με τα φουσσάτα τους κ᾿ είναι με τον δεσπότην
πώς ημπορούμε ημείς πεζοί να βλάψωμεν τον τόπον;
ίδετε πώς εχάσαμεν τα πεζικά όπου ηύραν
του δεσπότου ο λαός, όπου ήσαν καβαλλάροι
Όμως ας αναμείνωμεν έως ού να ελθή ο δεσπότης,
9185να ιδούμεν και τον πρίγκιπα, το τι φουσσάτα έχει,
να επάρωμεν πληροφορίαν στον άγιον βασιλέαν».
§ 644 Λέγοντα ετούτην την βουλήν έσωσεν κι ο Δεσπότης,
είθ᾿ ούτως γαρ και ο πρίγκιπας με τα φουσσάτα όπου είχαν.
Κι ως το ήκουσαν και έμαθαν ότι εις το κάστρον Άρτας
9190ουδέν εδιάβησαν ποσώς εκείνοι οι Γενουβίσοι,
πολλά το εδέξετον καλόν ατός του ο Δεσπότης
κι ουδέν εψήφησεν ποσώς τα κούρση των χωρίων,
το μάθει ότι τα κάτεργα στήκουν εις τον λιμιώνα.
Ακούσων ταύτα ο πρίγκιπας λέγει προς τον δεσπότην.
9195«Αφών στήκουν τα κάτεργα ακόμη εις τον λιμιώναν,κάτεργα=πλοία
μηδέν πεζέψωμε αλλαχού ει μη εκεί ας υπάμε
με τα φουσσάτα μας ομού, πεζοί και καβαλλάροι·
εκείσε ας τεντώσωμεν ενάντιον των κατέργων,
τον τόπον να φυλάξωμεν μη πιάση και πεζέψουν
9200και ποιήσουν τίποτε ζημίαν κ᾿ ένι κατηγορία μας».
Ως το ώρισεν ο πρίγκιπας ούτως και εγενέτον·
εδώκαν τα σαλπίγγια τους, εκίνησεν το φουσσάτο,
ολόρθα εκεί απήλθασιν όπου ήτον ο λιμιώνας,
όπου έστεκαν τα κάτεργα, εκείνα των Γενουβίσων.Γενουβίσοι=Γενοβέζοι
9205Εκείσε ετεντώσασιν κ᾿ επιάσαν τες κατούνες·κατούνα=στρατόπεδο
§ 645 ιδών τούτο τα κάτεργα εσέβησαν παρέσω
κ᾿ εσύρασιν τα σίδερα κ᾿ εστήκαν εις το βάθος.σίδερα [εδώ]=άγκυρα
Του πρίγκιπος εζήτησεν βουλήν γαρ ο δεσπότης
το τι του φαίνει να γενή και πώς να έχουσιν πράξει.
9210Κι ο πρίγκιπας, ως φρόνιμος, λέγει προς τον δεσπότην·
«Με φαίνεται, καλέ μου θείε, να στήκωμεν ενταύτα,
εδώ όπου αππλικέψαμεν, μη πιάσουν και πεζέψουν,αππλικεύω=εγκαθίσταμαι, καταλύω
μήτε νερόν να επάρουσιν, μήτε ζημίαν ποιήσουν.
Και στείλε εις τα εξώμερα φουσσάτα να φυλάξουν
9215τον τόπο εκείνον γαρ ομοίως, μη ποιήσουν ζημίαν».
Ως το ώρισεν ο πρίγκιπας, το έποικεν ο δεσπότης.
§ 646 Ιδών ετούτο οι Ρωμαίοι ομοίως κ᾿ οι Γενουβίσοι,
όπου ήσαν εις τα κάτεργα του βασιλέως εκείνα,
μεγάλως εθαυμάστησαν το πού ηύρεν ο Δεσπότης
9220τόσον λαόν και έμορφον και τα φουσσάτα όπου είχεν.
και πάλιν επαινέσασιν τον πρίγκιπα εις σφόδρα,
και είπαν ότι η στρατεία κ᾿ η τάξις του φουσσάτου,
εκείνος γαρ τα εδιόρθωνε όπου ήτον παιδεμένος
εκ των Φραγκών την παίδεψιν, της Δύσεως την στρατείαν.
§ 647 9225Ενταύτα απήρασιν βουλήν εκείνοι των κατέργων,
ότι απάρτε ουκ ημπορούν εκεί ζημίαν ποιήσουν
όπου στήκει ο πρίγκιπας ομού με τον δεσπότην.
«Αλλά ας γυρίσωμε απ᾿ εδώ κ᾿ υπάμε εις άλλον μέρος.
εκείσε εις τα Ξηρόμερα όπου ένι αφοβία·
9230ει αν λάχη να κερδίσωμεν και ποιήσει και ζημίαν,
διατό ήθελε είσται άσχημον να εστράφημαν στην Πόλιν·
άνευ να εποιήσαμεν ζημίαν στον τόπον του Δεσπότου».
Ωσάν το απήρασιν βουλήν, ούτως και το εποιήσαν·
εσήκωσαν τα σίδερα κ᾿ επίασαν τα κουπία·
9235σύντομα αποσώσασιν στης Βόντιζας τα μέρη.Βόνιτζα=Βόνιτσα